Ραψωδία σε μια νύχτα ανέμου

 

[By T. S. Eliot (1917):]

 

Δώδεκα,

Στα κράσπεδα του δρόμου

Κρατημένα σε μια σύνθεση σελήνης,

Μαγγανείες σελήνης ψιθυρίζοντας

Διαλύουν τα πατώματα της μνήμης

Κι όλες τις καθαρές της σχέσεις,

τις ακρίβειες και διαιρέσεις.

Κάθε λάμπα δρόμου που περνώ

Κτυπάει σαν μοιραίο τύμπανο,

Κι από τα δώματα του σκότους

Τραντάζουν τα μεσάνυχτα τη μνήμη

Καθώς τραντάζει ένας τρελός ένα νεκρό γεράνι.

 

Μία και μισή,

Του δρόμου η λάμπα έφτυσε,

Του δρόμου η λάμπα γκρίνιαξε,

Του δρόμου η λάμπα είπε, «Κοίτα τη γυναίκα εκείνη

Να διστάζει απέναντί σου μες στο φως της πόρτας

Που πάνω της ξανοίγει σαν χασκόγελο.

Βλέπεις το σύνορο του φουστανιού της

Είναι σχισμένο και στιγματισμένο με άμμο,

Και βλέπεις το ματιού της τη γωνία

Χορεύει σαν παράνομη καρφίτσα».

 

Η θύμηση ψηλά τινάζει και ξερά

Πλήθος από πράγματα περίπλοκα

Ένα περίπλοκο κλαδί σε μια αμμουδιά

Φαγωμένο απαλά, και γυαλισμένο

Σαν ο κόσμος να εγκατέλειψε

Το μυστικό του σκελετού του,

Δύσκαμπτο και άσπρο.

Μια σπασμένη σούστα στην αυλή ενός εργοστασίου,

Σκουριά πιασμένη στη μορφή που η δύναμη έχει αφήσει

Σκληρή, σπειροειδής, καραδοκεί να κλείσει.

 

Δύο και μισή,

Του δρόμου η λάμπα είπε,

«Πρόσεξε τη γάτα που τεντώνεται στην υδροροή,

Γλιστράει τη γλώσσα έξω

Και καταπίνει ένα κομμάτι ξινισμένο βούτυρο».

Έτσι αυτοματικά, το χέρι του παιδιού,

Γλίστρησε και τσέπωσε κάποιο παιχνίδι που έτρεχε στην αποβάθρα.

Δεν μπορώ τίποτε να δω πίσω απ’ το μάτι του παιδιού.

Είδα μάτια στους δρόμους

Προσπαθώντας να σμίξουν από κουρτίνες φωτισμένες

Κι ένα καβούρι κάποιο απόγευμα στη στέρνα,

Ένα γέρικο καβούρι με λαβίδες στην καμπούρα του,

Έσφιξε την άκρη μιας βέργας που κρατούσα.

 

Τρείς και μισή,

Η λάμπα έφτυσε,

Η λάμπα γκρίνιαξε στο σκότος,

Η λάμπα σφύριξε:

«Δες τη Σελήνη,

La lune ne garde aucune rancune,

Βλεφαρίζει ένα μάτι ασθενικό,

Στις γωνιές χαμογελά.

Χα’ι’δεύει τα μαλλιά του χορταριού.

Η Σελήνη έχασε τη μνήμη της.

Η μορφή της ξεπλυμένη και βλογιοκομμένη,

Το χέρι της μαδά ένα χάρτινο τριαντάφυλλο.

Που μυρίζει eau de Cologne  και σκόνη,

Είναι μόνη

Με όλες τις παλιές νυχτερινές οσμές

Που περνούν και διαπερνούνε το μυαλό της».

Η ανάμνηση έρχεται

Από ξερά γεράνια δίχως ήλιο

Και σκόνη στις ρωγμές,

Οσμές από κάστανα στους δρόμους,

Και θηλυκές οσμές σε δωμάτια πνιγηρά,

Και τσιγάρα στους διαδρόμους

Και κοκτέιλ οσμές στα μπαρ.

 

Η λάμπα είπε,

«Τέσσερις,

Εδώ είναι ο αριθμός της πόρτας.

Μνήμη!

Έχεις το κλειδί,

Η μικρή λάμπα εκτείνει στη σκάλα ένα δακτύλιο.

Ανέβα.

Η κλίνη ανοιχτήη οδοντόβουρτσα στον τοίχο κρεμασμένη

Βάλε τα παπούτσια σου στην πόρτα, κοιμήσου, ετοιμάσου για ζωή».

 

Ο έσχατος χορός του μαχαιριού.

 

 

 

 

 

Explore posts in the same categories: Χωρίς κατηγορία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: