Υπερκύβος (by poliorkitis333)

[Suggestion to listen to Brian Eno’s “Unfamiliar Winds” (following video) while reading]

“What I think psychedelic society is,

is the idea of creating a society that always

lives in the light of the mystery of being”

Terence Mc Kenna

Kandinsky, ''Gloomy situation''

Kandinsky, Gloomy Situation

Στο άδειο πρωινό υποδέχομαι το σφαιρικό θόλο,
εν πορεία καταβατική της ημέρας,
ακουμπώντας στον ωραίο συμπαγή τοίχο,
τόσο όμορφος στην κενότητά του.
Τόσο όμορφη κι η φαλάκρα του συνταξιδιώτη στο λεωφορείο
και η αδιάφορη γκριμάτσα του εισπράκτορα με το φτηνό καπέλο,
που βαριεστημένα ανεβοκατεβαίνει οχήματα ιδρωμένος
και φτάνει σπίτι του πριν το σούρουπο,
με παρέα δυο μύγες κι ένα χαλασμένο κλιματιστικό.
Δροσίζει με λίγες σταγόνες ρακή το ροζιασμένο λαιμό του
κι ύστερα ως άριστος υπάλληλος κοιμάται κατά τις δέκα.

Την ώρα που τα τζιτζίκια τραγουδάνε κάθομαι μες στα πεσμένα ροδάκινα,
μυρίζοντας την αλμύρα του πόντου χωρίς ρολόι.
Καΐκια πάνε κι έρχονται, ζευγάρια επίσης στο ημίφως,
κρυστάλλινες όψεις, άφθαρτες κι απλησίαστες.
Έπεφτε το φεγγάρι άπληστα στους βράχους,
σε σιωπηρούς βράχους, που δε μας ποθούν κι ούτε τους ποθούμε.
Υπάρχει κάτι που ίσως ποτέ δεν υπήρξε
και πάλι η θέαση και η σκέψη του μπορεί να μη σημαίνουν την ύπαρξή του,
αλλάζοντας θέσεις στις πλευρές των εγκεφάλων μας.
Λοιδορώντας ό,τι δεν μπορεί να κατορθωθεί,
σατιρίζοντας εγωισμό και δεσμεύοντας μνήμη.
Υγρές λαμαρίνες αντηχούν τις ημιουράνιες συγχορδίες
κι η σκοτεινή μορφή πίσω απ’ τα δέντρα που μας παρακολουθεί
δίστασε ν’ αφήσει μια ένδειξη μες στους βάτους.

Άνεμοι που σφυρίζουν στα σεντόνια,
μια ιπτάμενη μαριονέτα με ψεύτικο χαμόγελο.
Κι η επιγραφή »ΜΕΖΕΔΟΠΩΛΕΙΟ» μας επαναφέρει θύμηση από άγριες νύχτες,
όταν σαρώνοντας κράσπεδα και παρασύροντας γόπες
έμπαινε ο Βορέας σε έρημα υπόγεια
και συ, σαν ένα παιδί της σοφίτας, χάζευες τις δημόσιες λάμπες,
παθητικές όσο ποτέ, αντιλαλούσαν άηχα τις γυμνές ελπίδες:
Ζαχαρωτά και μια υποδοχή θερμή
από αόμματους κλειδοκράτορες,
από την Emily που σερβίρει τα πολύχρωμα κοκτέιλ
ή ίσως από την ανάμνηση που σε κατατρώει αθλίως,
κάνοντας με τερατώδη τρόπο φανερή την παρουσία της
τα βράδια άπνοιας που μπορείς και κοιμάσαι.

Ο ωροδείκτης εξαφανίζεται απο το ρολόι του τοίχου,
ενώ τα φορτηγά συνεχίζουν το νωθρό παιχνίδισμα στην κρύα άσφαλτο.
Αύριο είναι μια άλλη μέρα και σαν την αυριανή δε θα υπάρξει άλλη.
Προσεκτικά επιλεγμένα, απρόσεκτα σμιλεμένα ως είθισται,
καταποντίζονται στο καζάνι της λήθης,
καντήλια που τρεμοσβήνουν, καντήλια άδεια.
Εσύ όμως συνεχίζεις να προσηλώνεσαι στο μουχλιασμένο τοίχο.

Το εκκρεμές σταμάτησε βγάζοντας ένα επιφώνημα Θλίψης.
Πρωτόγονες ακτές καλούνε μεσ’ από αόρατα χωνιά της θάλασσας,
αόρατες δίνες κι αδιάστατα κοχύλια,
που κοχύλια μπορεί να ‘ναι του βουνού, πλάι στο χείμαρρο.
Αντηχούν οι σπηλιές το κάλεσμα,
ενωμένο με το κλάμα του κορυδαλλού
που δε μπορεί να ξεδιψάσει και του απομένουν λίγες ώρες,
για να ψάλει ύμνο αρχαίο υπό λάμψεις τρεμουλιαστές
σ’ ένα ξωκλήσι γκρεμισμένο,
μέσα στο δάσος των νεκρών κορμών,
ορθωμένων σε δέηση, με ανύπαρκτο μέλλον,
σχεδιασμένο σε ωχρούς φθαρμένους χάρτες
από πληρεξουσίους εταιρειών ανωνύμων,
ανυπόστατων, ανεξήγητων.

Ο βυθός υποτάσσεται στον κοντινό βυθό,
η πέτρα κατρακυλά δίπλα στην άλλη,
κι όλες μαζί βουλιάζουν στη θάλασσα,
αφού μόνο ο λεπτοδείκτης δε μου αρκεί.
Μ’ ένα αστραφτερό σκίρτημα της καυτής άμμου,
βούτηξα πέρα απ’ τους πασσάλους, το απομεσήμερο,
ενώ έσχιζε ο πάλλευκος γλάρος, εκ της Τζοχόρ,
το εύκρατο αγέρι των ήχων που φέρνουν
το μακρινό σήμαντρο στο χειριστή της μπουλντόζας,
το κοντινό ψιθύρισμα του ζητιάνου στην επιτροπή των μετόχων.

Όλοι μαζί, σ’ ένα τραπέζι οβάλ ή ορθογώνιο
θα φλυαρούμε ξεκοκαλίζοντας ένα φτηνό ρόφημα (ακριβό ενίοτε),
καθώς θα πέφτουν λίγες στάλες στείρας βροχής.
Και δε θα κοιτάζουμε το ρολόι χειρός.
Σπάζοντας πλάκα, τραντάζονται οι εύθυμες κοιλιές μας,
όπως τραντάζει η αμμοθύελλα την άδεια κονσέρβα,
κάμποσες χιλιάδες μίλια νοτίως της μουντής ημών πόλεως.

Ο ξεθωριασμένος τοίχος δεν προμηνύει τίποτα.

Εντός της άνυδρης κοιλάδας,
ο ιδρώτας της γης εξατμίζεται σε αερικά δύσμορφα.
Λυσσαλέα ίπτανται υπέρ των κεφαλιών μας
αλύπητα καραδοκώντας έκαστο δευτερόλεπτο.
Οστά ζώων χαμογελούν στο θερμό διαβρωμένο άλσος,
αφού σύντομα κοντά τους θά ‘ρθουμε υπό γης,
κι ας παρατείνεις τρόμο θρυμματίζοντας τ’ ωρολόι,
καταπίνοντας ανόρεχτα γουλιές μιας ξεθυμασμένης μπύρας.

Η αύρα αδύναμη και στυφή,
λίγες ώρες πριν η βουβή άσφαλτος γίνει ξανά τροφή
για το ηχηρό τέρας με το άγριο κέρατο,
δαμασμένο από τον εργάτη που ρουφά το μεροκάματο δεκαώρου,
βασανιστικά αναμένων πότε θα σταματήσει ο χορός των κινητήρων,
εισβάλλων στο αρτοπωλείο και την υπεραγόρα λίγο πριν κλείσουν,
μετρώντας και ξαναμετρώντας, χάνοντας πρόσωπο σε αγωνία εξαντλητική.
Η δική σου Αγωνία χάθηκε ή αυξήθηκε κατά μία ανοιξιάτικη δύση,
καθώς οι στέγες υψώνονταν κι άνθιζε το γρασίδι,
καθώς τα σύννεφα δεν τρέπονταν στων πόθων σου την αγκάλη.
Πίστεψες πως η κατάληξη είναι η αφροδίτεια όαση,
μοναδική και ατόφια στην ολότητά της, αμετάκλητη.
Θεωρήσεις περί τροβαδούρων που αενάως τσιμπάνε μια κιθάρα
και περιπάτων αισθαντικών σ’ άγνωστες σημύδες.

Ώσπου διαπιστώνεις πως άρχισε η μέρα, ακούγοντας
τους πρώτους-πρώτους υπαλλήλους της δημόσιας καθαριότητος
κι αναδιπλώνεσαι ράθυμα επί κλίνης.

Την πόρτα ανοίγεις και χάνεσαι στον αγουροξυπνημένο δρόμο,
με μόνη παρέα έναν χαρτοφύλακα.

Munch, The Murderer in the Lane

Advertisements
Explore posts in the same categories: Χωρίς κατηγορία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: