Phantasmagoria (by poliorkitis333)

Ι. 17 in a Day of Sun

When among the drought and sand
sparkles the very first daylight,
along all our shores across the land,
awaits the hardly visible sight.

Hence the fiery night conquers,
clouds of Wrath γνεθουν τον ηλιο,
saving a disabled memory of desire
for the woods under the ground.

Και τα λειψανα, κινουμενα δεντρα, παλι θα μιλησουν
στο χορο γυρω απ’ τη φωτια,
στην ηδονη μεσα στη φωτια.
Θα σηκωθει το κρανιο του Snorri,
απ’ την ωραιοτητα της αδαμαντινης Valhalla
με παγωμενο κρανος, και θα μιλησει
για τις αιωνιες νυχτες υπο τον Ωριονα,
υπο τον λαμπερο Τοξοτη
που διεσχισε τους λοφους και τα λαγκαδια,
θεραπευσε τις μικρες αρρωστες ζωες στη διαβρωμενη ερημο,
πολεμωντας στις ζουγκλες, στα φαραγγια και στο Γαγγη,
τραγουδωντας στον καταρρακτη του Ενιπεα για τη χαμενη ελπιδα,
περνωντας Nilfheim, Βαβυλωνα
και την πολη των κροκοδειλων.
Τωρα, καθημενος επι του θρονου του, περηφανος,
αγναντευει μες στα κινουμενα συννεφα τους θνητους,
struggling in their misery,
torturing themselves with peculiar habits,
καθως κλεινει τα ματια και βυθιζεται στον ουρανιο Λογο.

ΙΙ. Burleske. Wie ein Schatt.

Η νυχτα που μας ηρθε, ηταν αιφνιδια.
Στεκομενοι στο μπαλκονι του ανακτορου, πλεκοντας
υμνους προς τους βωβους αστερες, εγκωμια
στην ανεπαισθητη κινηση των ουρανιων σφαιρων,
περιστρεφομενων to eternity, blessed
από τους περιστρεφομενους βολβους μας.

Η νυχτα που μας ηρθε, δεν ηταν διαφορετικη απ’ τις άλλες.
Ο παντοπωλης εκλεισε πριν λιγο
και οι ευμορφες καμηλοπαρδαλεις καθαριζουν με τις γοβες τους το τσιμεντο,
κατερχομενες την Novus Strasse εν φλυαρια.
Κεραιες πεφτουν και σηκωνονται πριν τις δεκα.

Χαμογελωντας στο Τζωρτζ με την ωραια μασελα,
αθορυβα εισδυσα γι’ ανεφοδιασμο,
τρια μπουκαλια ουισκυ που μ’ ανεμεναν,
ορθωμενα σ’ αστραφτερο μαρμαρο,
μεταξυ λαμπαδων μη ρομαντικων και σκονης.

Το τριξιμο στο ντουλαπι, το σκυλι που καραδοκει κάθε νυχτια
κι η μακρινη σειρηνα του ασθενοφορου,
οι σταλες από την τρυπα της υδρορροης
και το κουφο ζωυφιο που εφορμα στα ψιχουλα,
με τερατωδη σκια, θριαμβευουν την κενη ωρα.

Βγαινοντας, με κοιταζε ένα καπελο, επενδυμενο με μεταξι.
Ο Τζωρτζ πουθενα.
Ουτε στη luxurious armchair, ουτε στα κλαδια του πευκου απεναντι,
ουτε επεπλεε στην ατμοσφαιρα σαν ζουμερο μπαλονι.
Δε λυπηθηκα. Γιατι να λυπηθω ;
A raw meat he was, breathing some unwanted air
of pleasure, desired and not.
Plenty of his fellows were mumbling about
τις εξαιρετικες του τεχνικες στην παραγωγη χρηματος και σπερματος.

Η παγωνια στις μικρες ωρες διαπερνα το τελευταιο οστο.
Μαζευω το σερβιτσιο (αγορασθεν εξ’ Αραβιας) και το σολωμο,
μυριζοντας την υγρασια του δευτερου οροφου,
σμιγοντας χαλαρωση με δεηση to Ishtar.

Ροδονερα κι απονερα
και μια αγκαλια στην ουρανια Αρκτο,
που δε με περιμενει πριν ανεβω.
Η ορεξις μου ανοιγεται εχοντας καταβροχθισει
τον Αλμπερτ στο κατω πατωμα,
περιχυμενο με μελι και σαλτσα αφθονως,
χτυπωντας την πορτα του για καποιο ξεχασμενο νοικι.
Η ορεξις μου μου ψιθυριζει
«Δοκιμασε την Τζενιφερ,
ισως κανει για το εξαιρετο γουστο σου».
Σπειρες και κυκλοι στροβιλιζομενοι,
κοκκινοι και πρασινοι, πρασινοι και κοκκινοι,
που με οδηγουν εκτος της αχλης,
σαν αφυπνιζομαι πανω στο τρυπιο βελουδο,
από μια σουστα της καρεκλας, που θελησε ν’ ανυψωθει.

Και τωρα, δυο ματια που μ’ ανεμεναν.
Ανεμεναν ποτε θ’ απλωσω το χερι μου στο κρυσταλλινο ποτηρι,
ποτε θα μασησω τη φραουλα, εκλεπτυσμενης γευσης.
Μεσα στις φυλλωσιες, στον καδο, το ντουλαπι,
στης αποχετευσης τους σωληνες.
Πισω απ’ την πορτα της καμαρας, δειλα κρυφοκοιταζω
ποτε θα εξαφανιστει το κρεμαμενο κεφαλι από το σαθρο ταβανι,
με ματια ορθανοιχτα, στυλωμενα πανω μου.
Δεν τολμω να εισβαλω δρασκελωντας το κρυο πατωμα
και να κρυφτω κατω απ’ τις βρωμικες κουβερτες,
περιμενοντας τον ηχο του πρωινου λεωφορειου.
Στην τουαλετα ξημεροβραδιαζομαι,
κλειδωνοντας την πορτα,
στρωνοντας μια πετσετα στη μπανιερα,
αγρυπνος.

Σε μιαν αχρηστη γαληνη,
όταν το υπογειο παρτυ εφτασε στο τελος του,
παλιατσοι απ’ το μπουντρουμι, ηχηροι,
φτυνουν στο αναισθητο πεζουλι
και λοξοδρομωντας καταπινονται απ’ το σκοτος,
σε πενθιμη σιγη.

IΙΙ. Lightnings striking invisibly

Τ’ αδηλα και τα κρυφια της σοφιας Σου ηγαπησας.

Ραντιζοντας το ματι μου με το Νερο Σου,
από την κρηνη με το σκαλιστο περιστερι,
ανασταινεται το κοιμωμενο βλεφαρο.
Σα μ’ αγγιξεις ανασαινω ενθαρρυντικα.
Πολυς ο χρονος και λιγη η ζωη,
το τι θ’ αψηφησουμε δεν ξερω.
Όπως ουτε τον επομενο προορισμο της αμαξοστοιχιας,
που δραπετευει στα πλατια λιβαδια.

Στα λιβαδια, γελαστα παιδακια πετανε τους πολυχρωμους χαρταετους,
πριν γκρεμιστουν στο εδαφος ακαριαια.
Γκρεμιζονται κι οι σκεψεις τους, αθωες κι αυτές κι αφελεις.
Σαν παρουν το ατιθασο μονοπατι πισω απ’ τα βουνα,
θ’ ανεβουν.
Τι ομορφα που ειναι σ’ αυτά τα υψη…
Νιωθεις ολη την αυρα από κινουμενα συννεφα που μπορεις να τα δεις
απαλα ν’ αγγιζουν τις βουνοκορφες, σε μια αφατη ηρεμια.

Χαμηλωμενος ηλιος στην αμμουδια,
σε λιγο θα πεσει το σκοταδι.
Πρεπει να προετοιμαστουμε για το σκοταδι.
Θα ορμηξει το σκοταδι στα κρυφα,
σαν κυμα του κοραλλιογενους υφαλου,
σαν ριπη μυδραλιοβολου ένα παγωμενο πρωινο.
Χωρις αναμονη και χωρις σκοπο,
ως ξεψυχα ένα μωρο στα καγκελα της κουνιας,
βλεποντας την τελευταια αχτιδα
που απλοχερα χαριζει η ναπαλμ σαν πεφτει από ψηλα,
χαμογελαστη και γεματη αγαπη.

Το αναμμα των καντηλιων το βραδυ στην ερημη εικονα,
ας προστατευει τις κοιμωμενες ψυχες,
ας προστατευει και τις ψυχες απ’ τα παιδακια.
Και τις δικες μας.
Πολυτιμες ειν’ ολες.

Explore posts in the same categories: Χωρίς κατηγορία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: