Σκέψεις ενός αθεράπευτα αισιόδοξου

Αναδημοσιεύουμε ένα αρκετά παλιό κείμενο του φιλόσοφου Στέλιου Ράμφου, προφητικό θα λέγαμε και με βαθιά και καθαρή ουσιαστική φιλοσοφική ανάλυση, ανεξάρτητη πολιτικού στίγματος. Προτείνουμε να διαβαστεί ψύχραιμα και χωρίς προκαταλήψεις…

ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΘΕΡΑΠΕΥΤΑ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΥ ΕΛΛΗΝΑ

του Στέλιου Ράμφου



Διαβάζω την σκέψι του αναγνώστη: αναρωτιέται τι αισιόδοξο έχω να καταθέσω υπό τις σημερινές συνθήκες για το μέλλον μας. Οφείλω επομένως πρώτα να εξηγηθώ για εκείνο το «αθεραπεύτως αισιόδοξου» στον τίτλο. Αφ’ ης στιγμής εκθέτω δημοσία τις σκέψεις μου, νομίζω επιβάλλεται. Εάν επρόκειτο για ψυχολογική προδιάθεσι, θα κρατούσα την αισιοδοξία για προσωπική μου τονωσι και αναψυχή αντί να την μοιραζωμαι με άλλους.

Αυτό είναι το λιγώτερο. Διότι αν ο λόγος μας δεν οδηγή στο μέλλον, η αισιοδοξία αποτελεί την πιο ύπουλη μορφή συμβιβασμού με την κατάντια του παρόντος, καρπον αποφυγής των ευθυνών και της φθοράς των αντιδράσεων. Όχι πάντοτε βέβαια, ούτε υποχρεωτικώς. Στο μέλλον δεν οδηγούν τόσο τα ίδια τα γεγονότα αλλά και τα πράγματα, όσο και η σημασία και οι προεκτάσεις των. Την φορά τους ξεπερνά η αισιοδοξία όχι ως αγαθή αόριστη αίσθηση αλλά ως δημιουργική εκτιμησι και πρωτοβουλία.

Για την ακρίβεια η σημασία είναι τόσο ανεξάρτητη από τα πράγματα ώστε να τα οριζη.

Ένα χαλασμένο μήλο το πετούμε στα σκουπίδια˙ στην ζωγραφική του παράσταση το απολαμβάνουμε, το θαυμάζουμε και το φυλάμε. Σ’ αυτή την περιπτωσι αισιοδοξούμε. Η καλλιτεχνική απεικονισι εισχωρεί στην αλήθεια βαθύτερα από το ματι˙ πλησιάζει στην περιοχή της από ένα δρόμο αδιάβατο για την φυσική ορασι και την προβάλλει στην δυναμική της. Αντιστοίχως η αισιοδοξία δεν επιμένει στις λογικώς προφανείς συνέπειες των δεδομένων αλλά φθάνει μέχρι την αλογία της ζωής, την ίδια την ανάγκη της αρνητικότητος να επιβιωση, οπότε υποχρεούται να στρατεύση αντιστάσεις θετικές. Η αισιοδοξία δεν είναι γελαστή παθητικοτης˙ δεν μπορεί να είναι, εφ’ όσον ανατρέπει την αλυσίδα των σκέψεων που οδηγούν στο μηδέν. Οι λογικές προτάσεις συρρικνώνουν την αλήθεια για την αντιπαραθέσουν στο ψευδος˙ όμως η αλήθεια δεν έχει αντίθετο, γιατί στο υπέρ λόγον της είναι καθολική. Θέλω να πω: Τα γεγονότα και η λογική τους δεν υπερβαίνουν την ιστορική φορά, επιτρέπουν εν τούτοις να την αναγνωρίζουμε: την ιστορική φορά υπερβαίνει η αισιοδοξία ως πρωτοβουλία. Συνεπώς η απαισιοδοξία είναι κάτι πολύ περισσότερο από αρνητική εκτιμησι της πορείας των πραγματων˙ είναι παθητικοτης απέναντι στην λογική των περιστάσεων και των συνθηκών.

Άλλο να εντοπιζης τα αποσυνθετικά φαινόμενα και άλλο να απαισιοδοξής. Η απαισιοδοξία νομιμοποιεί την προοπτική του κλειστού χρονικού ορίζοντος, ενώ η αισιοδοξία γεννά την προοπτική του ανοικτού χρόνου. Πρόκειται για στάδιο πέρα της ψυχολογικής αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας, οι οποίες γεννώνται από αξιολόγησι της υπάρξεως υπό το πρίσμα της επιτυχίας, και επομένως αδυνατούν να την παρακολουθήσουν στην βαθύτερη σχεσι της με το καλό και το κακό, την ευτυχία και την δυστυχία. Για την αισιοδοξία η συμπτωσι της αλήθειας και της συνειδήσεως μένει ακατανόητη σε εμπειρίες όπως η αγάπη και η δημιουργικοτης, ενώ η απαισιοδοξία δεν υποψιάζεται ριζικές μορφές του κακού πέραν της αποτυχίας, όπως την διαστασι της συνειδήσεως και της αλήθειας. Η αισιοδοξία ενδιαφέρει ως λογική και αντιληψι ενεργός που ευρύνει τον ορίζοντα της ζωής.

Ασφαλώς πλήθος γεγονότων στην Ελλάδα μας μελαγχολούν, πιθανότατα δε το εγγύς μέλλον να μας δοκιμαση ακόμη περισσότερο και να μας αποκαρδιωση. Τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραιτηθούμε από την διάγνωσι της νόσου και από την αγωγή της θεραπείας, να δεχθούμε δηλαδή ως αιτία των εθνικών δεινών την ασκησι πολιτικής προς χείρωσιν της εξουσίας εν απουσία στρατηγικού σκοπού. Από καιρό τώρα ο τόπος μας είναι ακυβέρνητος.

Οποίος δεν έχει σκοπό πλανιέται χωρίς μέσα. Πραγματιστής είναι οποίος πιστεύει, γιατί η πιστι του υποδεικνύει και παρέχει τα απαραίτητα μέσα. Εάν υπήρχε οδηγητική ιδέα σύμφωνα με την ιστορική ροπή και την γενέθλιο παράδοσι, τα πρόσωπα και πράγματα της πατρίδος θα ήσαν αλλιώς. Η ιδέα προσφέρει το ηθικό υπόβαθρο που ως κοινή σιωπηρή αποδοχή στηρίζει και ιεραρχεί τα θέσμια˙ αντιθέτως η απουσία της ευνοεί δραματικά την άνοδο των αρουραίων της κοινωνίας στην εξουσία, ατόμων κατά βάθος ανικάνων, τα οποία μας κάνουν συχνά να ντρεπωμαστε. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν το προνόμιο της αποτυχίας. Οι αποτυχίες των δεν είναι ζήτημα καλών ή κακών χειρισμών: τους πνίγει το κενό της μικρονοϊκής ιδιοτέλειας, αλλά τους συντηρεί ο συνένοχός τους σκοτεινός μας εαυτός τον οποίο τεχνηέντως υψώνουν σε πρότυπο. Η επιτυχία απαιτεί καποιαν θυσία διότι και αυτή η φορά των πραγμάτων στην δαπάνη βασίζεται πρώτα και μετά στην συσσωρευσι. Αυτό που ζούμε, ιδίως από εικοσιδυετίας, είναι η εγωκεντρική συσσώρευσι.

Η απουσία οδηγητικής ιδέας κυρίως οφείλεται σε οργανικά αίτια. Φυλακισμένο σε αποπετρωμενα συμβολικά σχήματα, άμοιρα της ιστορικής πραγματικοτητος των Νέων χρόνων, σε απολογητική τυποποιησι της χριστιανικής αλήθειας, αποκομμένο από τα χρυσοφόρα κοιτάσματα των κλασικών της Αρχαιότητος, το Έθνος σαλεύει στο περιθώριο του σύγχρονου κόσμου. Το αδιαφοροποίητο άτομο της κοινωνίας μας είναι ακόμη αιχμάλωτο της μετέωρης συνθήκης ενός αρχαϊκού ψυχισμού καλουμένου να διαβη το κατώφλι της τρίτης μετά Χριστον χιλιετίας, συνθήκης η οποία το φενακίζει με παρελθούσης χρήσεως τριτοκοσμικά, σοσιαλίζοντα ή φιλελευθεροειδή ληρήματα και βυθίζει τον τόπο σε όλο και μεγαλύτερα αδιέξοδα. Μας χαρακτηρίζει αδυναμία συλλήψεως της ιστορικής στιγμής, απόρροια της οποίας είναι η στατική και μονότροπη εκτίμησι των περιστάσεων βάσει της επιθυμίας μας. Επειδή δε μόνη «προσγειωμένη» επιθυμία είναι η εξουσία, όλα σχεδιάζονται για εσωτερικήν κατανάλωσι, οπότε η πολιτική εξαντλείται σε καταγγελία του απαράδεκτου αντιπάλου, σε υποδαυλισμό της τυφλής συναισθηματικής αντιπαραθέσεως και κατ’ επέκτασιν σε μιά ενδοστρεφή μερικότητα που εφ’ οσον μονιμοποιηθή θα εξελιχθή σε ιστορική καταδίκη. Ευνοείται ο πολιτικάντης, αποθαρρύνεται ο πολιτικός. Υπ’ αυτούς τους όρους τείνομε ήδη να ζητήσωμε διέξοδο στο ακόμη χειρότερο αδιέξοδο της τεχνοκρατικής λογικής και να λησμονησωμε για τα καλά το θεμέλιο κάθε πολιτικής, δηλαδή το αίτημα ενός πρακτικού λόγου ο οποίος συναιρεί στην πραγματικότητά του την παράδοσι με την δημιουργία.

Ενδιαφέρει λοιπόν μια οδηγητική πεποίθησι, μια κατευθυντήριος ιδέα. Χωρίς κατευθυντήριο γενικην ιδέα καταντούμε σε στείρα διαφάνεια χωρίς απορίες και υποθέσεις ζητήσεως, σε απουσία εικόνος εαυτού και σχεδίου που κάνει τα πάντα να γίνωνται αποσπασματικά. Η ιδέα δεν είναι κατ’ ανάγκην ιδεολογία και η ιδεολογία καθ’ εαυτήν δεν αποτελεί υποχρεωτικώς παραμορφωτικόν καθρέπτη της πραγματικότητος, όπως θέλει ωρισμένη κριτική. Εφ’ όσον η σύστασι της κοινωνίας είναι τάξεως συμβολικής και στις εικόνες του ιστού της περιλαμβάνει προϊόντα της ιστορικής της συνειδήσεως, η ιδεολογία μετέχει της κοινωνικής συγκροτήσεως οργανικά. Με απλούστερα λόγια: διαφυλλάσει για τους μεταγενεστέρους το θεμελιακό κίνητρο της κοινωνικής πράξεως (π.χ. «μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα») και συντηρεί τον δυναμισμό της σχηματοποιώντας το. Μόνο εν σχηματι οι ιδέες γίνονται πεποιθησι κοινή, από σύστημα ατομικής σκέψεως μεταβάλλονται σε όραμα πίστεως και ταυτότητα της ομάδος. Η συνοχή μιας κοινωνίας ή συσσωματώσεως είναι προϊόν κάποτε της ιδεολογικής εκλογικεύσεως, η οποία συσχετίζει μεταξύ τους τα διάφορα φαινόμενα και θέτει υπό ωρισμένο πρίσμα την εμπειρική πραγματικότητα. Μην πάη ο νους μας σε μυθοποιία. Εκλογικευμένο το ιδεολογικό σύστημα αναδεικνύεται γεγονός «υλικό», αλήθεια αναμφισβήτητη μέσω της οποίας σκεπτόμαστε τα πάντα αλλά όχι και την ίδια, όποτε υφίσταται και λειτουργεί ως απολιθωμένο σύμβολο για τα συστατικά και μόνο στοιχεία της συνοχής του. Εξ’ ου και μετά βδελυγμίας απορρίπτεται ή διαστρέφεται ανελέητα ό,τι με την ετερότητά του απειλεί την καθιερωμένη σημειολογία της συμβολικά αναγνωριζόμενης ομάδος (π.χ. προσεκτική γλωσσική έκφραση εκτός ξύλινου τύπου, περιορισμός του κρατικού γιγαντισμού)˙ εξ’ ου και ο αδρανής χρόνος της ιδεολογίας η οποία δεν υιοθετεί τίποτα αν δεν το ενσωματώση στο ισχύον τελετουργικό και δεν το καθαγιάση με αποφάνσεις «Πατέρων». Στην τελευταια μάλιστα περίπτωση ο ιδεολογικός συμβολισμός αρπάζεται από το ιδρυτικό παρελθόν με την ψευδαίσθηση ότι ο ταυτισμός μαζί του εκτείνεται στο σύνολο του παρόντος και του μέλλοντος χρόνου. Στην υγιή αντιθέτως ιδεολογία το νέο εισάγεται κριτικά, η δε αλήθεια υφαίνεται με την ιδέα στην ιστορική συνειδησι της αρχής. Αίφνης η εθνική ιδέα του 1821 λαμπρύνεται με την ιστορικοερμηνευτικη συνειδησι των γεγονότων της επαναστάσεως, ενώ οι πάσης προελεύσεως ψευδώνυμοι εθνικοί εορτασμοί βασίζονται στην παραχάραξι.

Από της ιδρύσεώς του μέχρι το 1922 το Ελληνικό κράτος ζούσε με την προσδοκία της Μεγάλης Ιδέας. Η Μεγάλη Ιδέα υπήρξε πανεθνική εκδήλωσι συναισθηματικού οραματισμού, χωρίς όμως να συνδιασθή με την μορφή της κρατικής υποστάσεως που απαιτούσαν οι καιροί. Ούτε λόγος βεβαίως να γίνεται περί απαγκιστρώσεως από το αγκυλωμένο σύμβολο, αφού η ενδεχόμενη πραγματοποίησί της επανίδρυε το Βυζάντιο.

Επομένως η σοσιαλιστική και η εθνικιστική ή αργότερα η φιλελεύθερη «ιδέα» ήταν αδύνατον να την υποκαταστήσουν, διότι η μεν πρώτη βασίσθηκε στον εμφύλιο διχασμό, η δεύτερη εγκατέστησε ένα καθεστώς διώξεων και η τρίτη προέβαλε έξωθεν ως οικονομική πανάκεια. Αντιθέτως με την Μεγάλη Ιδέα, οποίες οργανικές αδυναμίες και αν αυτή παρουσίαζε, το Έθνος διεκδικούσε την ολομέλειά του, την αποκατάστασι του διασκορπισμένου τότε και εν πολλοίς υποδούλου του σε ενιαία κρατικήν υπόστασι. Το οποίον και συνέβη, όχι όμως τόσο δια της εδαφικής επεκτάσεως, όσο δια της ανταλλαγής των πληθυσμών, δια της βιαίας συγκεντρώσεως των μικρασιατων ομογενών στην ελλαδική επικράτεια.

Δεν συμμερίζομαι τα περί αυθεντικού εν διασπορά ελληνισμού και αναυθεντικότητος του εθνικού ελληνικού κράτους, ούτε με ενδιαφέρει να προχωρήσω σε τέτοια συζητησι, η οποία στερείται θεωρητικής και πρακτικής σημασίας για την εποχή μας. Περιορίζομαι σε μια παρατηρήσι: Το νεώτερο εθνικό κράτος απηχεί την ανάγκη του μεταμεσαιωνικού ανθρώπου ν’ αποκτήση ιστορική ταυτότητα και να εδραιώση έτσι την αυτονομία του στο πλαίσιο της ομάδος. Η αυτονομία συνδέεται με αυτοσυνείδησι και η αυτοσυνείδησι εκφράζει διακεκριμένη μετοχή στο γίγνεσθαι της ιστορίας. Προηγουμένως η ταυτότης συνιστούσε χαρακτήρα ομαδικότητος και γι’ αυτό ήταν φυλετική, γλωσσική, θρησκευτική. Εξ’ ου και κράτη όπως των διάδοχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, της Ρώμης ή του Βυζαντίου αποτελούσαν πανσπερμίες τις οποίες συνείχε η πνευματική και Υλίκη ανωτερότης ενός ή περισσοτέρων του ενός λαών. Στους υπηκόους αρκούσε να είναι υποκείμενα δικαίου. Όταν όμως λήγοντος του Μεσαίωνος οι άνθρωποι άρχισαν να ανακαλύπτουν την ατομικότητά τους, τότε προέβαλλε η ανάγκη της εκτάσεώς τους στον ιστορικόν χώρο και τον χρόνο, καρπός της οποίας υπήρξε η εθνική ταυτότητα. Το αίτημα της ξεχωριστής παρουσίας ατόμων και λαών στην ιστορία ενσαρκώνει με τα θετικά και τα αρνητικά του ο νεώτερος εθνισμός και γι’ αυτό μπορεί σήμερα να τείνη άφοβα, όπου ωριμάζει, προς υπερεθνικές ενότητες.

Υπό το φως των προηγουμένων το περιεχόμενο μιας εθνικής ιδέας πρέπει να αναφέρεται στο ποιον της κοινωνίας μας και του ανθρώπου της. Σκοπός της εθνικής στρατηγικής και Μεγάλη Ιδέα να τεθή η θεραπεία της άρρωστης κοινωνίας μας, μιας κοινωνίας που βλέποντας τα πάντα στενά έχει χάσει τον σκοπό και το αίσθημα της ευθύνης, τον δρόμο προς την καθολικότητα. Ο λαός μας είναι ευφυής αλλά στερείται χαρακτήρος, είμαστε, θα έλεγα, ιδιοφυείς χωρίς κοινό νου, ήγουν χωρίς την αίσθηση του πρακτικού λόγου. Το ζούμε καθημερινώς στην ραγιάδικη κουτοπονηριά της άκοπης επιτυχίας, στον πολιτικό και συνδικαλιστικό σαλδατορισμό, κατ’ εξοχήν αποσυνθετικές μορφές της ρωμαίικης «εξυπνάδας». Ν’ απαλλαγούμε πάση θυσία το γρηγορότερο από την «εξυπνάδα», που ως θεσμός πλέον αχαλίνωτη μας πνίγει τα τελευταία εικοσιδυο χρόνια. Σε μια τέτοιαν επιδίωξι έχουμε πολύ να ωφεληθούμε από την απαίτησι του πολιτισμού της Ευρώπης για υπεύθυνη σκέψη και προσεκτική δουλειά. Επείγει ν’ αφήσουμε τον επαρχιωτισμό, να βγούμε από το περιθώριο και να εισέλθουμε πλαστουργικα στην ιστορία για να ζήσωμε εκεί την αιωνιότητα. Μεγάλη Ιδέα δεν μπορεί να είναι ο εγκλεισμός στην ταυτότητα αλλά η καθολικότης στην ταυτότητα.

Προκειμένου να εισέλθωμε στον χώρο της ιστορίας οφείλουμε να ελευθερωθούμε από τα δεσμά της αποπετρωμενης συμβολικής τάξεως με πνεύμα δημιουργίας και όχι με μηχανιστική λογική. Ο διαιωνισμος της στατικής συμβολικής τάξεως και η πίεση να την υπερβούμε αδιαφορώντας για τα ψυχικά κοιτάσματα της πνευματικής μας παραδόσεως, προκαλεί ως αντίδραση τον ζηλωτισμο. Ζηλωτισμος, ο ελληνικός όρος για τον φονταμενταλισμο, είναι η εμφανής τήρησι της συμβολικής τάξεως, φανατική προσήλωσι στον τύπο και η εδραία πεποίθηση πως η παράδοση ζη χάρι σ’ αυτόν, όχι χάρι στην ζωογόνο διαρκή της ερμηνεία. Εξ’ ου και η προσέγγισι της παραδόσεως είναι εξηγητική, αποστρέφεται την βαθύτερη κατανόησι και ευνοεί την απολογητική. Όταν όμως η πίστι τροφοδοτήται από την γενικότητα διαμορφώνει έναν άνθρωπο ικανό μεν για νεφελώδη θεωρία και ρητορική, ανίκανο όμως για ανάλυσι και σύνθεσι, αφού όντας υποχείριος των συναισθημάτων του γνωρίζει μόνο την λογική των χονδροειδών εξισώσεων και των πολωτικών, ηθικολογικού χαρακτήρος, αντιπαραθέσεων. Ο ζηλωτισμος συντηρείται με κλειστά παραδόσιμα σύμβολα μέσω των οποίων λογοκρίνει το ενοχλητικό πραγματικό. Σε κοινωνίες σαν την δική μας ο εκσυμβολισμος της πραγματικοτητος διέρχεται ακόμη και από την τηλεόρασι η εικόνα της οποίας προσαρμόζεται ασύνειδα στην θρησκευτική ψυχολογία των θεατών και καλλιεργεί, ως αντικείμενο πίστεως, την συναισθηματική σκέψι και την ακρισία. Η επιτήδεια εκμετάλλευσι αυτού του στοιχείου βραχυπροθέσμως αποδίδει πολιτικά, ωστόσο στην προοπτική του χρόνου γίνεται ολέθρια γιατί εμποδίζει τον λαό να ενηλικιωθή και να ωριμάση. Η πίστι στην εικόνα είναι παραίτηση από την σημασία και οδηγεί σε αγκύλωση της σκέψεως, ενώ η επιταγή των σχηματικών διακρίσεων μεταξύ καλού και κακού ή άσπρου και μαύρου ενθαρρύνει την ηθικοπλαστική συνείδησι και αντικαθιστά το αίτημα της προσωπικής ταυτότητος με την ανάγκη της ταυτίσεως. Η ηθικοπλαστική συνείδησι αποτελεί προθάλαμο του ζηλωτισμού.


Η εθνική μας εκτίναξι προϋποθέτει ζωντανή σχέσι με το σύμβολο. Όχι μόνο σχέσι πίστεως αλλά και λόγου. Η ποιητική πραγματικότης του συμβόλου δεν αποκλείει την σκέψι, αλλά ως δεκτική ερμηνείας της ανοίγει νέες δυνατότητες. Αφ’ ης στιγμής δεχθούμε ότι το σύμβολο ερμηνεύεται αενάως, δεχόμαστε τον λόγο. Επομένως η ιστορική και κοινωνική μας καθυστέρησι δεν είναι τόσο δημιούργημα της παραδόσιμης συμβολικής τάξεως και της πανομοιότυπης επαναλήψεώς της εις στον χρόνο, όσο της αδυναμίας μας να την σκεφθούμε καθ’ εαυτήν και να περιχωρήσωμε το παρελθόν της στο παρόν μας ως από χρόνου εις χρόνον ερμηνευτική του προέκτασι. Κάθε συμβολικό σύστημα θέλει να εικονίζη την πραγματικότητα στην σημασία της, λειτουργεί δηλαδή ποιοτικά κινούμενο προς τα έξω. Όταν χάση την αίσθηση του εκτός και κλεισθή στην δεδομένη εντός του σημασία, τότε αγκυλώνεται. Τίμημα της δικής μας αγκυλώσεως είναι η πνευματική μερικότης και η ωχαδερφική παθητικότης απέναντι στο ιστορικό γίγνεσθαι. Κατεπείγει να αποκατασταθή η προς τα έξω φορά του συμβόλου εν είδει παραστάσεως κόσμου εις τον οποίο μπορούμε να ζούμε ως σύγχρονοι άνθρωποι. Μέσον της τροπής του συμβόλου σε ενεργό πραγματικότητα είναι η ερμηνευτική εργασία. Ερμηνεύω θα πη κατανοώ, αναλαμβάνω πρωτοβουλία περιχωρήσεως στον χρόνο μου της παραδόσεως και των συμβόλων της, την δεξιώνομαι στο παρόν μου ως έγχρονη αιωνιότητα. […]

Εχει την δύναμι η σημερινή Ελλάς ν’ ανοιχτή στην καθολικότητα χωρίς να χάση τον εαυτό της ; Πέραν της εθνικής μας ζωτικότητος, υπέρ της καταφατικής απαντήσεως συνηγορούν: Πρώτον, η Ορθοδοξία – παρά την απουσία της από την δημιουργία του κόσμου των Νέων χρόνων – ως κοινή πίστι πολλών λαών με γνώμονα την κοινωνία των προσώπων, την καθολικότητα του ατόμου αντί της μερικότητός του Εγω˙ δεύτερον, ο εμπορικός μας στόλος, τα σιδηρά τείχη του ελληνισμού που διακινούν το 40% των χύδην φορτίων της υφηλιου˙ τρίτον, τα επτά εκατομμύρια των ομογενών που προκόβουν στα μεγάλα κέντρα της οικουμενης˙ τέταρτον, η ελληνική ιστορία και ο ελληνικός πολιτισμός, σημεία καταστατικής αναφοράς του συγχρόνου ανθρώπου. Αυτοί οι τέσσερις παράγοντες προσφέρουν σταθερήν εγγενή υποστήριξι και παρέχουν ασφαλείς εγγυήσεις επιτυχίας σ’ εκείνους οι οποίοι θα επιχειρήσουν να βγάλουν την Ελλάδα από την κρίσι της και να της δώσουν θέσι στον σημερινό κόσμο, τουτέστιν σε κάθε σοβαρή προσπάθεια να στεριώση στον τόπο μας ένα σύγχρονο κράτος και να διαπλασθή ένας δημιουργικός και υπεύθυνος άνθρωπος. Το πρώτο δεν μπορεί χωρίς τον δευτερο˙ ο δεύτερος έχει ζωτικήν ανάγκη του πρώτου.

Από της ιδρύσεώς του το νεοελληνικό κράτος ασθενεί. Το υπονομεύουν συστηματικά το σόι και κατ’ επέκτασιν το μικροπολιτικό συμφερον˙ το διαβρώνουν και το διαφθείρουν οι πανίσχυροι δεσμοί της συγγενείας και της εντοπιότητος, στους οποίους τελευταία προσετέθησαν ποικίλα και ευρύτατα συντεχνιακά συμφέροντα. Το βλέπουμε στην τοπικώς «αντιπροσωπευτική» σύνθεσι των κυβερνήσεων, στα «προσόντα» των «ιδιαιτέρων», των «συμβούλων», των διοριστεων, στους υπερογδοήκοντα συνδικαλιστικής προελεύσεως βουλευτάς επί των τριακοσίων του ελληνικού κοινοβουλίου. Το κράτος «εξυπηρετεί» και για τον λόγο αυτό θέλει να συγκεντρώνη στα χέρια του όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εξουσία. Το ελληνικό κράτος έγινε τεράστιο και εισχωρεί βαθιά στην ζωή μας διότι ακριβώς αναλαμβάνει τον πατροπαράδοτο ρόλο του «μπάρμπα από την Κορώνη». Το ανατολικό αυτό έθος, ενδεικτικό μεγάλης ανασφάλειας, συνιστά το ψυχολογικό υπόβαθρο του ελληνικού κρατισμού. Όνειρο του μισού πληθυσμού είναι να γίνει τρόφιμος του κρατικού πανδοχείου, το οποίο με την σειρά του καταντά οχυρό τρωκτικών, που ενισχύουν την επέκτασι των μονοπωλιακών του προνομιών για να τα εκμεταλλεύωνται ιδιοτελώς εθνικώς και να απομυζούν έτσι την κοινωνία. Ο υπαρκτός τούτος ελληνικός σοσιαλισμός αποτελεί το σοβαρότερο εμπόδιο της εξυγιάνσεως και του εκσυγχρονισμού, διότι ως εξουσιαστικός μηχανισμός, το κράτος αντί οργάνου της εθνικής κοινότητος γίνεται μέσον υποταγής της κοινωνίας σε ομάδες στυγνών συμφερόντων και εν τέλει σε άτομα. Εξ’ ου και όταν μια παραταξις έρχεται στα πράγματα, η άλλη μένει εκτός νυμφώνος.

[…] Σήμερα πλέον πηγή πλούτου και θεμέλιο της οικονομίας δεν είναι η εκμετάλλευσι της μισθωτής εργασίας, όπως ήθελε ο Μαρξ, είναι η παραγωγικότις του εξορθολογισμου της εργασίας. Το κέρδος οφείλεται στον άπλετο υπεραποδοτικό χρόνο εργασίας που εξασφαλίζουν τα αυτόματα. Γι’ αυτό και καλλιεργείται η ιδέα ότι αποτελεί κοινωνικό σκοπό η ανάπτυξι του ίδιου του συστήματος, δια της οποίας θα επιλυθούν τα προβλήματα του ακραίου εξορθολογισμου και κατακερματισμού της εργασίας μαζί με τις αντίστοιχές των σχέσεις κυριαρχίας και ανισότητος, σχέσεις που επιτηδείως συγκαλύπτουν οι ευρύτατα προσφερόμενες καταναλωτικές απολαύσεις. Κτηνώδης εκμετάλλευσι και ζωώδης κατανάλωσι έχουν κοινό στόχο να σπάσουν ή να σκοτίσουν την συνείδησι. Οι ανάγκες του τεχνοσυστήματος πρέπει να καθορίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις, η κοινωνία να υπηρετή την οικονομία και να υιοθετή τα πρότυπά της. Η εκρηκτικη άνθησι οικονομικών, διοικητικών, δημοσιοσχεσικών, αγοροτεχνικών σπουδών και επαγγελμάτων, σ’ αυτήν την επιδίωξι ανταποκρίνεται. Όμως όσο κι αν η κοινωνία προσαρμόζεται στην οικονομία και τις απαιτήσεις της, οι αντιφάσεις της τελευταίας παραμένουν και αναπαράγονται. Η οικονομία και η κατ’ εικόνα της κοινωνία σπαράσσονται από την αντινομία τεχνικής λογικής και λογικής του ευ ζην, ένα μέγεθος αντικειμενικό και ένα αντικειμενικώς μη ορίσιμο, αφού ανήκει στην σφαίρα της βουλήσεως. Η τεχνική επιτυγχάνει έλεγχο επί των αψύχων, όχι όμως και επί των βουλήσεων, επί της ανάγκης του ανθρώπου για ορθοπραξία. Τούτο διότι η ορθοπραξια έχει σκοπό εσωτερικό, δεν στρέφεται προς εξωτερικό αποτέλεσμα, το υποκείμενό της αναρωτιέται τι είναι αυτό που κάνει, πράγμα και για τον τελειότατο υπολογιστή αδύνατο. Όταν λοιπόν μιλούμε για εκσυγχρονισμό δεν θα πρέπη να έχουμε κατά νου καποιον εξορθολογισμο του κοινωνικού βίου ως γνώμονα των ανθρωπίνων σχεσεων, αλλά τον τόπο και τον τρόπο του ευ ζην, τον τόπο και τον τρόπο ουσιαστικής εκφράσεως των βουλήσεων, ώστε να ορίζουν την κοινωνία αυθεντικές σχέσεις ζωής και όχι οι τεχνικές επιταγές της εργασίας. Περιττό να τονίσω την σημασία που αποκτά για τις αυθεντικές σχέσεις η ζωντανή διάρκεια των πνευματικών αξιών και παραδόσεων ενός έθνους στο ιστορικό του παρόν.

Τα ανωτέρω μας οδηγούν στο ευρύτερα αποδεκτό συμπέρασμα ότι ένα σύγχρονο κράτος πρωτίστως εξασφαλίζει την δυνατότητα της εθνικής κοινότητος να διαλέγεται και ν’ αποφασίζη και δευτερευόντως λειτουργεί ως μηχανισμός εξουσίας στον έλεγχο του οποίου αποβλέπει ο κομματικός ανταγωνισμός. Ο πολιτικός βίος ασφαλώς είναι αγών για την πολιτική εξουσία, αλλά η κατάκτηση της εξουσίας δεν αποτελεί αυτοσκοπό, είναι βήμα προς την κοινωνική ανάπτυξι, ήτοι προς διεκδίκησι μεγαλυτέρας αυτονομίας έναντι των τεχνικοοικονομικών αναγκών και όχι προς κυριαρχική διόγκωσι των τελευταίων. Η τεχνοοικονομία με την αναμφισβήτητη σπουδαιότητά της δεν ικανοποιεί παρά την στενή λογική των πραγματων˙ η πολιτική διαθέτει πολύ μεγαλύτερο πλάτος, διότι πρέπει να συνδυάση ελευθερία, δικαιοσύνη και αποτελεσματικότητα, απρόσκοπο δημόσιον βίο, ευημερία και ευεργετική κρατική παρουσία, ώστε μια εθνική οντότης να πορεύεται στην ιστορία και να προκόβη. Συνεπώς προηγείται η εν ευθύνη ελευθέρια των πολιτών και έπεται η νόμιμη βία του κράτους. Εάν η σειρά τούτη αντιστραφή, το κράτος γίνεται όργανο ιδιοτελών πολιτικών μηχανισμών, στον δημόσιο βίο υποκαθίσταται το σύστημα των αριθμητικών πλειοψηφιών και ο εθνικός οργανισμός κλονίζεται. Χωρίς λειτουργικό κράτος το οποίον να συνδιάζη τις πρακτικές ανάγκες με τις πνευματικές αξίες, την αμεσότητα του παρόντος με την διάρκεια, το εθνικό σύνολο δεν μπορεί να αποτελή ιδιοπροσωπη και ζωντανή πραγματικότητα, το δε άτομο δεν γίνεται υπεύθυνος πολίτης. Ο πολιτικός βίος νοσεί όταν ελλείψει σκοπού, δηλαδή αντικειμένου αποφάσεως, καταντά πλειοψηφική διαχείρισι τρεχουσων εκκρεμοτητων, οπότε επιπλέουν οι δημαγωγοί, οι επιτήδειοι και οι φιλόδοξοι ερασιτέχνες. Πολιτική υγίεια υπάρχει όπου και σκοπός, εκδηλώνεται δε με ελεύθερον δημόσιο βίο, ποιοτικώς συγκροτημένη δημοσία διοίκησι, ανεξάρτητη δικαιοσύνη, υπεύθυνο κοινοβουλευτικόν έλεγχο και στέρεη γενική παιδεία, η οποία εξασφαλίζει τις απαραίτητες εκείνες υποκειμενικές προϋποθέσεις του ευκταίου δημοσίου διαλόγου.

Δεύτερος συντελεστής του επιθυμητού εκσυγχρονισμού είναι ο άνθρωπος. Ενδιαφέρει ζωτικά ο ενεργός και υπεύθυνος πολίτης, το υποκείμενο της πρωτοβουλίας και της συνθέσεως, το άτομο της καθολικότητος που στην ορθόδοξη -και όχι μόνο- παράδοσι αποκαλούμε πρόσωπο. Τον άνθρωπο αυτόν διακρίνει κατ’ αρχήν η ικανότης προς δημιουργίαν και δευτερευόντως προς αναπαραγωγή. Ο αρχαίος κόσμος σμιλεύει στην υπόστασι του φιλοσόφου αυτόν τον άνθρωπο, η δε χριστιανική εποχή στο πρόσωπο του αγίου: ο μεν δια της παιδείας ως μορφώσεως ζωής και η άλλη δια της παιδείας ως ενθέου ασκητικής. Υπ’ αυτό το πρίσμα κάθε οδηγητική και αναγεννητική εθνική ιδέα περνά από την παιδεία. Εκεί θα δοθή κυρίως η μάχη για να διαπλασθή ο σύγχρονος Έλληνας, το άτομο που θα συνδυάζη το βαθύ συνθετικό αίσθημα με τον κριτικό και αναλυτικό νου, την ηθική της πρωτοβουλίας με την ηθική της ευθύνης έναντι πάντων, όχι μόνο ως ηθική αμέσου αλληλεγγύης αλλά και των απωτέρων της πράξεώς του συνεπειών απέναντι σε γνωστούς και αγνώστους, παρόντες και μελλοντικούς. Σκοπός της παιδείας δεν είναι να υπηρετή την παραγωγή (σ’ αυτό αποβλέπει η εκπαίδευσι και δη η τεχνική), είναι να πλάθη άνθρωπο. Στην απορία του ανθρώπου οφείλονται εν πολλοίς οι εθνικές μας περιπέτειες πριν και μετά την Άλωση. Βεβαίως η παιδεία θα δώση καρπούς εφ’ όσον και η πνευματική μας ζωή τραπή προς αυτη την κατεύθυνσι, πράγμα απαιτητικό, διότι οι πολιτισμικές αγκυλώσεις μας οφείλονται σε ανετοιμότητα των συμβόλων της παραδόσεως ν’ αποδεχθούν την ιστορικότητα. Ο δυτικοευρωπαικος πολιτισμός είναι ιστορικά εγχρονικός, ενώ τα παραδόσιμα δικά μας σύμβολα είναι στραμμένα προς την ακίνητη αιωνιότητα και χρειάζεται εργώδης ερμηνευτική παρέμβασι για να εισαχθη – όχι εγκαταλειφθή – η αιωνιότης στον χρόνο, να ανοιχθή η συνείδησι με τα άμεσα και μερικά δεδομένα της εις την καθολικότητα. Μία τέτοια παρέμβασι πρέπει να θεωρήται ανέφικτη χωρίς δημιουργική επιστροφή και αναχώνευσι της κλασικής και της πατερικής κληρονομιάς, και κατ’ επεκτασιν χωρίς τους, πέραν της γενικής παιδείας, καταλλήλως προσανατολισμένους δημοσίους και ιδιωτικούς πανεπιστημιακούς θεσμούς στο πνεύμα της επιστημονικής ερεύνης και της ερμηνευτικής – κριτικής εργασίας […].

Στους καιρούς μας τα πράγματα έχουν άρδην μεταβληθεί. Είναι ανάγκη, για να παρακολουθήσωμε τις εξελίξεις, να περάσουμε από τον απλό ετεροπροσδιοριζομενο άνθρωπο της παραδοσιακής ομάδος στο σύνθετο άτομο. Το άτομο τούτο δεν διακόπτει κατ’ ανάγκην τους δεσμούς με την οικογένεια, την στενή τοπική κοινότητα ή την ευρύτερη εθνική, ούτε καταρρέει εντός του κάθε έννοια ή εμβίωσι πίστεως. Τα εν λόγω μεγέθη εξακολουθούν να υπάρχουν ανακεφαλαιουμενα στην συνείδησι ενός εκάστου. Αφ’ ης στιγμης το ζήτημα της ταυτότητος τίθεται πρώτα ως ευθύνη απέναντι στον εαυτό μας, τότε η ταυτότης επιβεβαιώνεται στην προσφορά του βαθύτερου ακέραιου εαυτού, η δόσις αναδεικνύεται πρωταρχικό ηθικό αίτημά της. Σκοπός δεν είναι να καταλυθούν οι άξιες της συλλογικής ζωής με το αίσθημα της αλληλεγγύης και της αυταπαρνήσεως που τις συνοδεύει, σκοπός είναι να ελευθερωθούν από τα δεσμά της συμβολικής συνειδήσεως, η οποία αντί να τις ευρύνη και να τις βαθύνη ως τρόπους ζωής, τις ηθικοποιεί και τις μεταβάλλει σε κενές υπεριστορικές πραγματικότητες.

Ο σύγχρονος βίος απαιτεί άνθρωπο αυτόνομο, σκεπτόμενο κριτικά, ικανό χειριστή πολυπλόκων εργαλείων και οργανωτή αφηρημένων τεχνολογικών διεργασιών χωρίς να υποτάσσεται στην λογική τους επειδή ακριβώς την διακρίνει από την λογική της ζωης˙ ζητεί δημιουργό του χρόνου και όχι παθητικό του υποκείμενο. Άντ’ αυτού στην Ελλάδα ενθαρρύνομε τον άνθρωπο της ήσσονος προσπάθειας και των απλουστεύσεων, θα έλεγα του ιδεολογικού συναισθήματος, με τίμημα τ’ αποσυνθετικά του κοινωνικού ιστού συμπτώματα και την βαθειά φθορά του ήθους. Βεβαίως δεν μπορεί να εναποθέτωμε ελπίδες στον πειθαρχικό άβουλο υπάλληλο ή τον παθητικό χείριστη των υπολογιστών. Ο χειρισμός των πληροφοριών δεν συνεπάγεται και μεγαλύτερη νοημοσύνη. Στα αυτόματα συσσωρεύονται απέραντοι όγκοι μνήμης, αλλά τούτη η δυνατότης είναι και καταστατικό τους μειονέκτημα, συστατικός τους περιορισμός, διότι συνοδεύεται από αδυναμία λήθης. Το αυτόματο συνυπάρχει αποκλειστικά με το υλικό βάρος του κοσμου˙ αφ’ ης στιγμής λησμονεί, αχρηστεύεται. Η λήθη του αυτομάτου είναι ίωσις. Ναι, ο κόσμος των αυτομάτων είναι χειροπιαστός, συμπαγής, απολύτως λογικός – καταλαβαίνει μόνο τον έλεγχο της δυνάμεως. Η αδυναμία τον ξεπερνά, είτε ως λήθη εμφανίζεται είτε ως όνειρο είτε ως απορία. Η αδυναμία είναι τόπος και τρόπος της ψυχής, γιατί η ψυχή μπορεί να λησμονή και να ονειρεύεται, ενώ η λήθη που φέρνει στην ζωή μας το όνειρο γίνεται πηγή της αλήθειας. Χωρίς το όνειρο, νόημα δεν υφισταται˙ χάρι στο νόημα από την λήθη αναδύεται η αλήθεια. Η αλήθεια υπερβαίνει το σύνολο των δυνατών πληροφοριων˙ όταν εννοούμε την αλήθεια ως απόλυτο έλεγχο των πληροφοριών, τής υποτασσόμαστε και αναζητούμε την ταυτότητά μας στην προσαρμογή, ενώ η πνευματική παράδοσι μας υποχρεώνει να ζητήσωμε δημιουργικά την ταυτότητα στο ύψος της, να μην αντικαταστήσωμε την αποφασιστική επιλογή με το βούλιαγμα στην επιθυμία. Αυτό το βούλιαγμα ζούμε οδυνηρά σήμερα στον τόπο μας αλλά δεν πρέπει ν’ αφεθούμε. Ο χρόνος δημιουργείται ανά πάσα στιγμή, εφ’ όσον μια οδηγητική εικόνα νοηματοδοτήση το παρόν, οπότε το γενικευμένο αίτημα μετατρέπεται σε πράξι. Δεν είναι ποτέ αργά να βάλωμε αρχή.

[πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Ίνδικτος, φθινόπωρο 1996]


Advertisements
Explore posts in the same categories: Philosophy, Politics, Society

Ετικέτες: , , , , , , , , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: