German Expressionism, a Symphony of Horror

Spirits surround us on every side… they have driven me from hearth and home…

From »The Cabinet of Dr. Caligari » (1920)


Γερμανία, λίγο μετά από το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Η Γερμανία ηττημένη του πολέμου πασχίζει να μαζέψει τα κομμάτια της την ίδια στιγμή που ο μέσος Γερμανός προσπαθεί να ξαναοριοθετήσει τη ζωή του και να επανακτήσει τις αξίες που διαστρεβλώθηκαν μέσα στη λαίλαπα του πολέμου. Η λύση για μια ακόμα φορά είναι ΚΑΙ η τέχνη. Αυτή τη φορά ο Γερμανός καλλιτέχνης σπάει τα δεσμά του ρεαλισμού και χάνεται μέσα στη ‘μαγεία’ του παράξενου και του απόκοσμου δημιουργώντας το κίνημα του εξπρεσιονισμού. Ο άνθρωπος κάνει ένα ταξίδι στον εσώτερο κόσμο του, στον κόσμο του ονείρου και των σκιών και αυτό που βρίσκει εκεί είναι πέρα από τον κόσμο των πέντε αισθήσεων. Τα κτίρια, οι άνθρωποι και οι μορφές χάνουν την γνωστή γεωμετρία τους, παραμορφώνονται και μετατρέπονται σε αρχετυπικές φιγούρες, δείγμα ότι η ουσία της ζωής κρύβεται πέρα από αυτό που βλέπουν τα μάτια μας. Οι ηθοποιοί μετατρέπονται σε μεγαλοπρεπείς μαριονέτες ενώ οι αντιθέσεις φωτός και σκιάς αλλά και η έλλειψη ήχου μιας και μιλάμε για βωβό κινηματογράφο ενισχύουν την ατμόσφαιρα μυστηρίου. Οι Γερμανοί καλλιτέχνες λοιπόν επιλέγουν τη δύναμη του συμβολισμού και εγκαταλείπουν τη φρίκη του ρεαλισμού και του νατουραλισμού.

Μέσα λοιπόν σε αυτά τα νέα ιστορικοκοινωνικά πλαίσια ξεπήδησαν οι πρώτες ταινίες του Γερμανικού εξπρεσιονισμού, ταινίες ασπρόμαυρες, επιβλητικές, απόκοσμες. Την αρχή έκαναν το αριστούργημα του Robert Wiene, The Cabinet of Dr. Caligari (1920) και το Golem (1920) του Paul Wegener για να ακολουθήσουν οι αξεπέραστες ταινίες του F.W. Murnau, Nosferatu, A Symphony of Horrors (1922), The Last Laugh (1924) και Faust (1926) αλλά και το στοιχειωτικό Metropolis (1927) του Fritz Lang.

Ο Γερμανικός Εξπρεσιονισμός έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με το κλασσικό στυλ του Hollywood. Αντί να θριαμβολογεί και να μιλά για την ηθική που μπορεί το άτομο να επιδείξει παρουσιάζει ένα κόσμο σκοτεινό, βίαιο και επικίνδυνο. Ο Γερμανικός εξπρεσιονισμός φανερώνει τη χρεοκοπία της πίστης στη λογική και την επιστήμη και τον τρόμο για τον πόλεμο που έρχεται. Ένα πόλεμο που κατά την άποψη των εξπρεσιονιστών προκάλεσε η κοινωνία της λογικής και της επιστήμης. Για το λόγο αυτό συχνά οι ταινίες του προβάλλουν ιστορίες ανθρωποφάγων τεράτων (Νοσφερατου- Μουρνάου) παραφρόνων (Το εργαστήρι του Δρ. Καλιγγάρι) και κοινωνικών αντιπαραθέσεων με μεταφυσικά όμως στοιχεία (Μετρόπολις – Λανγκ).

Τα χαρακτηριστικά του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού στον Κινηματογράφο:

1. έμφαση στα σκηνικά. Τα σκηνικά δεν επιχειρούν να είναι ρεαλιστικά, να θυμίζουν τον πραγματικό κόσμο. Αντίθετα, είναι τόσο στυλιζαρισμένα που μοιάζουν με πίνακες. Στον παραδοσιακό τρόπο κινηματογράφησης, το πιο ισχυρό εκφραστικό μέσο είναι ο άνθρωπος, οι ηθοποιοί δηλαδή, ενώ τα κουστούμια, ο φωτισμός και σκηνικά θα λέγαμε ότι είναι απλώς συμπληρωματικά, στοιχεία που βοηθούν να πραγματοποιηθεί η ψευδαίσθηση του πραγματικού κόσμου. Εκείνο που έχει σημασία στις «κλασσικές» ταινίες είναι η δράση μέσα σε ένα τρισδιάστατο κόσμο. Στα εξπρεσιονιστικά έργα τα σκηνικά, τα κουστούμια και ο φωτισμός έχουν εξίσου μεγάλη εκφραστική έκφραση.

2. Γίνεται συνειδητά η προσπάθεια κάθε πλάνο να έχει απόλυτη συμμετρία στη σύνθεση, στη μορφή του ηθοποιού, των ρούχων του και του σκηνικού περιβάλλοντος με αποτέλεσμα τα πλάνα να θυμίζουν περισσότερο έργα ζωγραφικής παρά τον πραγματικό κόσμο.

3. Ο φωτισμός που χρησιμοποιούταν ήταν πολύ απλοϊκός. Αντί να χρησιμοποιούν το φως για να τονίσουν το τρισδιάστατο χώρο όπως γίνεται στην κλασσική κινηματογράφηση, υπάρχει μόνο μία έντονη πηγή φωτός που στην ουσία μετατρέπει τον χώρο σε επίπεδη επιφάνεια. Με τον τρόπο αυτό επίσης δημιουργούνται έντονε φωτοσκιάσεις. Συχνά οι παραμορφωμένες σκιές των ηθοποιών αντικαθιστούν το σώμα

4. Η Ηθοποιία επίσης είναι μη ρεαλιστική. Στόχος είναι η κίνηση των ηθοποιών να έρχεται σε αρμονία με το σκηνικό περιβάλλον. Οι ηθοποιοί κινούνται σπασμωδικά άλλοτε μένοντας ακίνητοι και άλλοτε κάνοντας ξαφνικές γρήγορες κινήσεις. Τα close-ups είναι συχνά και παρουσιάζουν γκριμάτσες στα όρια του γκροτέσκο Στον τρόπο αυτό παιξίματος βρίσκουμε τον απόηχο του εξπρεσιονιστικού θεάτρου.

5. η αφήγηση στα εξπρεσιονιστικά έργα αναφέρεται στο παρελθόν. Κάποιο πρόσωπο μα αφηγείται μια ιστορία και αυτή η ιστορία αποτελεί το εξπρεσιονιστικό έργο. Ο θεατής δηλαδή γνωρίζει ότι όλο το έργο έχει εξελιχθεί σε κάποιο παλαιότερο χρόνο και τη στιγμή της έναρξης της ταινίας έχει ήδη ολοκληρωθεί και τελειώσει.

Σε αντίθεση με κλασσικό στυλ ο γερμανικός εξπρεσιονισμός παρουσιάζει μια πραγματικότητα σε μεγάλο βαθμό υποκειμενική. Καταρχάς η αφήγηση συχνά είναι σε πρώτο πρόσωπο. Κάποιος διηγείται την όλη ιστορία. Επιπλέον οι παραμορφώσεις που επιτυγχάνονται με τις περίεργες οπτικές γωνίες της κάμερας, τα γωνιώδη σκηνικά και κουστούμια και το φωτισμό του υψηλού κοντράστ εκφράζει μια πραγματικότητα ιδωμένη μέσα από έντονα συναισθήματα.

[Πηγές: helencomments.blogspot.com, Fantasy Gate]

Explore posts in the same categories: Art, Cinema

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: