Οι πρόδρομοι του φασισμού στην Ελλάδα

[συνέχεια από την καταχώρηση «Η γένεση του ελληνικού φασισμού»]

Οι εγχώριοι ιδεολογικοί πρόδρομοι του φασισμού διαμόρφωσαν τις ιδέες τους, κατά κανόνα σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, στην καμπή του 19ου προς τον 20ο αιώνα. Ανάμεσά τους ξεχώρισαν δύο λογοτέχνες που συνδέονταν μεταξύ τους: ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Ίωνας Δραγούμης. Η δημόσια απήχησή τους ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα – αρκετά πρώιμος για την ανάπτυξη του φασισμού χρόνος- υπήρξε σημαντική. Μολονότι τα γραπτά τους δεν οδηγούν απευθείας στην ιδεολογία των μεσοπολεμικών φασιστών, αρκετές γενεαλογίες τα συνδέουν με αυτήν.

Συνολικά, ο Γιαννόπουλος και ο Δραγούμης επηρέασαν τη διαμόρφωση των αντιλήψεων ενός ευρύτερου κοινωνικού και διανοητικού χώρου σχετικά με το έθνος, τη φυλή και το κράτος, με τρόπους τέτοιους που διευκόλυναν τη στροφή προς τον φασισμό. ΟΙ ιδέες τους δεν ήταν διόλου «αυτόχθονες». Και οι δύο δέχτηκαν σημαντικές επιρροές από το εξωτερικό, ιδιαίτερα από τις αντιλήψεις της γαλλικής ριζοσπαστικής δεξιάς εκείνης της εποχής, με τις οποίες ήρθαν άμεσα σε επαφή. Η Δεξιά αυτή έδωσε πρώτη το «αντικομφορμιστικό, πρωτοποριακό και επαναστατικό» εννοιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο φασισμός. Εμβληματικές της μορφές ήταν δυο γνωστοί λογοτέχνες, ο Σαρλ Μωρράς και ο Μωρίς Μπαρρές, πολιτικά στρατευμένοι και πρωτεργάτες της ακροδεξιάς οργάνωσης Action Francaise (Γαλλική Δράση). Στην Ελλάδα, ο πρώτος γνωστός διανοούμενος που στις αρχές του 20ου αιώνα παρουσίασε μια συνολική θεώρηση στηριγμένη στα ίδια μοτίβα ήταν ο Περικλής Γιαννόπουλος (1870-1910). Γόνος εξέχουσας οικογένειας, με ανολοκλήρωτες σπουδές στο Παρίσι και στην Αθηνά, ο Γιαννόπουλος βίωσε μια τραυματική κοινωνική υποβάθμιση με αποτελέσματα αποσταθεροποιητικά για τον ψυχισμό του. Η αρχική του εξέγερση κατά των κοινωνικών συμβάσεων τον οδήγησε στον αισθητισμό και σε ένα είδος νιτσεϊσμού, απ’ όπου άντλησε υλικά για να συγκροτήσει μια νέα ιδεολογική σύνθεση διατυπωμένη με παραληρηματικούς όρους.

Το 1906 ο Γιαννόπουλος, που έχει ήδη γίνει γνωστός αρθρογραφώντας σε αθηναϊκές εφημερίδες και επιθεωρήσεις, εκδίδει το δοκίμιο Νέον πνεύμα και τον επόμενο χρόνο τη στομφώδη Έκκλησιν προς το πανελλήνιον κοινόν. Δεν συνάντησαν τότε ευνοϊκή απήχηση, παρά τους διθυράμβους που αφιέρωσε ο Ξενόπουλος, αλλά μεταξύ των φίλων και των πρώτων θαυμαστών του συγκαταλέγονταν πρόσωπα που έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην ελληνική ιδεολογία. Στον Μεσοπόλεμο τα γραπτά του Γιαννόπουλου προσέφεραν πνευματική παραμυθία σε αρκετούς συντηρητικούς διανοουμένους, και ακόμη περισσότερο χρήσιμα φάνηκαν μετά τον Β` Παγκόσμιο πόλεμο στη Δεξιά που αναζητούσε απεγνωσμένα διανοητικές δικαιολογήσεις του εθνικισμού. Τότε ο συγγραφέας τους χαιρετίστηκε ως προφήτης που «απέδειξε ότι μόνο ο Εθνικισμός των Ελλήνων είναι σωστός, αφού αποβλέπει στο Πανανθρώπινο καλό».

Η σκέψη του Γιαννόπουλου (…) εστιαζόταν στην αισθητική μάλλον παρά στην πολιτική, και άλλωστε δεν ήταν συστηματική, ούτε καν συγκροτημένη, και οι παραληρηματικές της εξάρσεις προκαλούν θυμηδία μάλλον παρά ενδιαφέρον στη δική μας εποχή. Διακρίνουμε σε αυτήν πολλές μέριμνες της ριζοσπαστικής Δεξιάς και μοτίβα που έγιναν αργότερα χαρακτηριστικά του φασισμού: τη λατρεία της νεότητας, την αντίσταση στη νεωτερικοτητα που μεταφράζεται σε αντιευρωπαϊσμό, τον ολοκληρωτικό και παλιγγενετικό εθνικισμό που εκβάλλει στον ιμπεριαλισμό, τον ρατσισμό και τον αντισημιτισμό, καθώς και κηρύγματα επανάστασης συνδυασμένα με καταγγελίες της πολιτικής, του «όχλου» και του χρήματος. Καθώς ο Γιαννόπουλος δεν ανέπτυξε πολιτική δράση, δεν συνδέεται απευθείας με τα φασιστικά κινήματα του Μεσοπολέμου. Το αντίθετο ισχύει όμως για τον Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος συγκαταλεγόταν στους φίλους και θαυμαστές του.

Ο Ιών Δραγούμης (1878-1920) μπορεί από πολλές απόψεις να χαρακτηριστεί ως ο πιο συγκροτημένος πολιτικός και διανοούμενος του «φασισμού πριν από τον φασισμό» στην Ελλάδα. Από μικρός θαύμαζε τον Μωρρίς Μπαρρές, τον οποίο και γνώριζε προσωπικά – σύντομα αφομοίωσε τις ιδέες του κοινωνικού δαρβινισμού και διακρίθηκε στους λογοτεχνικούς κύκλους της πρωτεύουσας ως ικανός αισθητιστής και στρατευμένος δημοτικιστής. Οι ιδέες του αποτυπώθηκαν στα πολιτικά και λογοτεχνικά του έργα, που κυκλοφορήσαν ευρύτατα εκείνη την εποχή και παραμένουν δημοφιλή έως σημερα˙ επίσης καταγράφονται με αφοπλιστική σαφήνεια στα ημερολόγιά του, που δημοσιεύτηκαν πιο πρόσφατα. […]

Στη ζωή του ο Δραγούμης πλησίαζε μάλλον το μοντέλο του προσανατολισμένου στη δράση αστού διανοουμένου, παρά εκείνο του αποστασιοποιημένου θεωρητικού. Γόνος μιας από τις επιφανέστερες οικογένειες της χώρας, γρήγορα προωθήθηκε στο διπλωματικό σώμα και αξιοποίησε αυτή την επιτυχία για να οργανώσει αντιβουλγαρικά τρομοκρατικά δίκτυα στη Μακεδονία. Στη διάρκεια του Διχασμού αναδείχθηκε στην ηγεσία της αντιβενιζελικής παράταξης, εξορίστηκε όταν οι Φιλελεύθεροι ξαναπήραν την εξουσία και τελικά δολοφονήθηκε από αυτούς το 1920, εποχή που ο ίδιος είχε αναδειχθεί στην ηγεσία της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης. Η γοητευτική του προσωπικότητα, η πολιτική του ακτινοβολία και η ωμή δολοφονία του από τον άλλο «μακεδονομάχο» Παύλο Γύπαρη (που μάλλον έδρασε με την έγκριση της ηγεσίας των Φιλελευθέρων) του χάρισαν ένα φωτοστέφανο ηρωισμού και μαρτυρίου που τον έκανε ελκυστικό ακόμη και σε μέρος της Αριστεράς. […]

Νέος, ο Ίωνας Δραγούμης αποδείχθηκε ευαίσθητος δέκτης των πολιτικών συναισθημάτων της πρώιμης ριζοσπαστικής Δεξιάς, κυρίως μέσω του Μπαρρές, αλλά όχι μόνο αυτού. Μια άλλη πηγή ήταν ο Νίτσε. Ο Δραγούμης φανταζόταν τον εαυτό του ως νιτσεϊκό υπεράνθρωπο, απελευθερωμένο από κάθε ηθικό φραγμό: «θα γεινόμουν ανθρωποφάγος αν πεινούσα πολύ. Φθάνει να είξερα τι έκανα όταν θα έτρωγα ανθρώπους. Μπορεί κανείς να κάνη ό,τι θέλη φθάνει να έχη συνείδησι του καμωμένου πράγματος, των αιτίων, των μέσων, των αποτελεσμάτων». Ο απόλυτος ατομικισμός του καταργούσε κάθε έννοια ηθικής: «Η διαφορά μεταξύ των κακών και των καλών [πραγμάτων] δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχε κοινωνία, είνε διαφορά χωρίς ουσία, ασήμαντη».

Σε αντιδιαστολή με άλλες τάσεις της ριζοσπαστικής Δεξιάς, όπως ήταν για παράδειγμα ορισμένες που εμφανίστηκαν στη Γαλλία και στην Αυστρία, αλλά θυμίζοντας την αντιθρησκευτικότητα που συναντούμε στα ιταλικά και γερμανικά υποδείγματα του φασισμού, για τον Δραγούμη ο χριστιανισμός δεν έπαιζε ρόλο υπερβατικού φραγμού. Στην πραγματικότητα, οι θρησκείες γεννιόνταν και πέθαιναν όπως και οι πολιτισμοί και όλα τα αλλά στη ζωή και στη φύση, επομένως, δεν έπρεπε να απασχολούν τον ανώτερο άνθρωπο που αναλάμβανε πλέον θεϊκό ρόλο. Παρακολουθώντας πάντως το αντιορθολογιστικό πνεύμα του πρώιμου 20ου αιώνα, ο Δραγούμης δεν προχώρησε στην πλήρη ρήξη με τη θρησκεία: αισθανόταν την ανάγκη της, αλλά την ήθελε φτιαγμένη από τον ίδιο. Βασική παράμετρος της σκέψης του ήταν η λατρεία του εξαιρετικού ατόμου, για χάρη του οποίου υπήρχε ολόκληρη η κοινωνία. Η πορεία των ιδεών του στην πιο καθαρή τους μορφή καταγράφεται στο ημερολόγιό του: «Μ’ αρέση να ξέρω τις κοινωνίες, γι’ αυτό τις μελετώ. Είνε το μαγειριό όπου μαγειρεύει τον άνθρωπο. Αλλά προτιμώ τον άνθρωπο, μ’ ενδιαφέρει περισσότερο, όταν είνε καλά μαγειρεμένος. Η κοινωνίαις πρέπει να υπάρχουν μόνον γι’ αυτό, να μαγειρεύουν ανθρώπους, δυο, τρεις ή τέσσερεις η κάθε μια. Αυτοί οι λίγοι θέλουν να γίνουν καλλίτεροι γιατί δε συλλογίζονται τη ζωή, πώς να ζήσουν. Ενώ η κοινωνίαις όπως και οι πολλοί, η σαβούρα μόνον αυτό συλλογίζονται, πώς να ζήσουν.

[…] Είμαι επαναστατικός, ίσως, στις πράξες μου, αλλά δεν κάνω την επανάσταση θεωρία. Όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα. Εγώ παίρνω τα δικαιώματα εκείνα που μ’ αρέσουν, αλλά δε μ’ αρέσει να δίνω τα ίδια αυτά δικαιώματα και στους άλλους γιατί ξέρω πως όλοι δεν είναι άξιοι να έχουν τα ίδια δικαιώματα με μένα. […] Ο καθένας έχει δικαιώματα τέτοια και τόσα όσα και οποία του αξίζουν. Αν δεν έχει την αξιοσύνη να πάρει περισσότερα ή μεγαλύτερα, θα πει πως και αν του τα έδινα δε θα ήταν άξιος να τα μεταχειριστεί και θα τον έκαμα ίσως μάλιστα και δυστυχισμένο, και λοιπόν τι ανάγκη να του τα δώσω ; Ο καθένας ας παίρνει ο,τι δικαιώματα μπορεί να μεταχειριστεί, όχι περισσότερα, ούτε μεγαλύτερα. Γι’ αυτό και τις πράξες τις δικές μου τις κάνω μονάχα θεωρίες δικές μου και όχι όλου του κόσμου. Η επανάσταση είναι πράξη δική μου και θεωρία δική μου. Δεν την κάνω θεωρία γενική για να ξεσηκώσω τους ανάξιους ή τους σκλάβους».

Δίπλα σε αυτά τα πολιτικά αισθήματα και αντιλήψεις συναντούμε την ιδέα του ολοκληρωτικού εθνικισμού, που θέλει όλο το έθνος να δονείται από μια πνοή και να διακατέχεται από ένα κοινό αίσθημα. Ο Δραγούμης, μάλιστα, αναφέρεται ρητά στη δημιουργία μιας νέας ανώτερης ράτσας, στην οποία θα άρχει μια νέα αριστοκρατία. Σύμφωνα με τη θεωρία του, η πτώση της Ελλάδας άρχισε ήδη από την αρχαιότητα και συνεχίστηκε έως τον 19ο αιώνα, με μόνη τη γλώσσα να θυμίζει πλέον το αρχαίο κλέος. Οι σημερινοί Έλληνες άξιζαν να είναι μόνο απλά όργανα για την πραγμάτωση των ιδανικών του ολοκληρωτικού εθνικισμού: «Δεν αγαπώ τους νέους Έλληνες εκτός όταν με θυμίζουν τους άλλους. Έχουν λείψανα ομοιότητος, έχουν μερικές παραδόσεις, και μερικές συνήθειες, και έχουν τη γλώσσα. […] Αγαπώ την Ελλάδα δηλαδή πρώτα τη χώρα, έπειτα τους αρχαίους της κατοίκους. Πρώτα τη χώρα, έπειτα τα έργα των αρχαίων κατοίκων της». Στην πραγματικότητα, ο σωστός ρόλος του ελληνικού λαού ήταν αυτό που η Αριστερά ονόμαζε «κρέας για τα κανόνια»: «Και οι πόλεμοι είνε καμμιά φορά αναγκαίοι και όχι μόνον δεν εμποδίζουν την πρόοδο αλλά και συντελούν εις αυτήν, και επομένως ωφελούν. Άλλως τε τα αδύνατα στοιχεία και του έθνους ειδικώς και γενικώς της ανθρωπότητος πρέπει αναγκαίως να εξαφανίζονται, να υποκύπτουν στα δυνατά. Το αδύνατο έθνος, η αδύνατη μερίς της κοινωνίας και χωρίς πόλεμο θα υποκύψη, θα χαθή, αλλ’ αν ο πόλεμος συντελή εις το να χαθούν πιο γρηγορα δεν είνε κακός».

Έχουμε εδώ λοιπόν μια εύγλωττη παρουσίαση της κεντρικής ιδέας του κοινωνικού δαρβινισμού, που έχει άλλωστε προταθεί και ως πεμπτουσία του ίδιου του φασισμού. Ο πόλεμος, όπως υποστήριζαν και οι φασίστες, δεν χρειαζόταν να έχει άλλο στόχο εκτός από τον εαυτό του. Σύμφωνα με τον Δραγούμη, «ο πόλεμος είναι εξυγιαντικός. Κάνει καλά ανθρώπους αρρώστους, γι’ αυτό μου αρέσει εμένα. […] Έτσι λοιπόν είναι και ο πόλεμος, όπως για κείνον που παίζει για να παίξει, για κείνον που κυνηγά για να κυνηγήσει. Πολεμά κανείς για να πολεμήσει, επειδή του αρέσει ο πόλεμος, επειδή είναι πολεμικός, επειδή δεν είναι κουρασμένος, επειδή βαρυέται την ειρήνη και την ησυχία και τη μούχλα. Πολεμά κανείς για να νικήσει, και είναι αδιάφορο αν το λάφυρο του πολέμου θα είναι ένα κομματάκι γης ή μια ωραία γυναίκα. Ό,τι και να ‘ναι το λάφυρο, το χαίρεται έπειτα, αφού νικήσει, μα αυτό είναι άλλο ζήτημα».

Επομένως ο σοσιαλισμός, που ήθελε να προστατεύσει τους αδυνάτους, δεν αντιμετώπιζε το πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή την κοινωνική παρακμή, αλλά απλώς ψιμυθίωνε τη γερασμένη κοινωνία: «οι σοσιαλισταί και πολιτικολόγοι και όχλος όλος που θέλει ν’ αλλάξη τα πάντα για να γείνη πιο ευτυχής, νέος χωρίς κόμην πόσο μ’ ενθυμίζει εκείνους που για να γείνουν νέοι βάφουν τα μαλλιά τους. Το βάψιμο ίσως Γέλα μερικούς, αλλά δεν εμποδίζει το ξαναμώραμα, ούτε το γενικόν ξετέντωμα του σώματος». Αιτία των κοινωνικών δεινών δεν είναι λοιπόν η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά η γήρανση του κοινωνικού οργανισμού. […]

Αν ο Ίδας επιβίωνε στον Μεσοπόλεμο, ενδεχομένως θα έδινε, με τη συγγραφική του ευχέρεια και την πολιτική του ευστροφία, εκείνο τον αξιόλογο ιδεολόγο και ηγέτη που αναζητούσε χωρίς να τον βρίσκει ο ελληνικός φασισμός. Μετά τη δολοφονία του έγινε σύμβολο του αντιβενιζελισμού, ο οποίος καλλιέργησε συστηματικά τη μνήμη και τις ιδέες του. Μια παρενέργεια αυτής της προβολής των τελευταίων ήταν ότι κατέληξαν να γίνουν αντιπαθείς σε ένα μέρος της αντίπαλης βενιζελικης παράταξης, και επομένως σε μια σημαντική μερίδα αστών και μικροαστών, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Ωστόσο ο Δραγούμης έδωσε την πρώτη – στην πραγματικότητα, τη μόνη – ολοκληρωμένη θεωρητική και πρακτική πολιτική πρόταση στην κατεύθυνση του φασισμού, που διατυπώθηκε έως τη δεκαετία του 1930.

[του Σπύρου Μαρκέτου, λέκτορα στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο]

Advertisements
Explore posts in the same categories: History, Philosophy, Politics

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

One Comment στο “Οι πρόδρομοι του φασισμού στην Ελλάδα”

  1. poliorkitis333 aka heliosphan Says:

    Koπέλα μου, όταν βάζεις τη φυλή σου ΠΑΝΩ από όλα και θεωρείς δικαιωματικά ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα στο όνομα αυτής, ΤΟΤΕ μιλάμε για φασισμό. Η βελόνα στα άχυρα είναι μια ιστορική συνέχεια που ευθύνεται για όλες τις ήττες του νεοελληνικού κράτους μέχρι και σήμερα. Οταν το συνειδητοποιήσεις, θα μπορέσεις να σκεφτείς και καθαρά. Προσέξτε μόνο μην γυρισουν εναντίον σας οι απόψεις σας γιατί τις ψευτοιδεολογίες σας τις χρησιμοποιούν ΟΛΑ τα μεγάλα ‘πατριωτικά’ συμφέροντα. Καληνύχτα.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: