Three Random Preludes on Paintings

I. CARNIVAL IN THE MOUNTAINS

(Klee, 1924)


Το ξημερωμα μας βρηκε στο βουνο,

ανεβαινοντας μεχρι εκει που χανονται τα συννεφα,

κινουμενες μαζες αεριες που ξυνουν τα λιγα δεντρα.

Κι η βροχη που σε λιγο θα πεσει

θυμιζει επιδοξους χρονους, χαμενους αμετακλητα,

αντικαταστασιμους από ετη που κι αυτά τροποποιουνται,

ή συρρικνωνονται σε μια νυσταλεα λαμπα πετρελαιου,

τρεμοπαιζουσα μετα τις δεκα, στ’ απομερα υψη.

Ο,τι χαθηκε και ο,τι θα παρελθει, επιβαλλεται.

Δε χαριζεται, παρα τρεπεται σε οντοτητες διαφορες,

που ισως περνουν μπροστα μας την ωρ’ αυτή, σε εκσταση.

Όμως άλλη η εκσταση η προσωπικη κι αυτουσια,

βιωμενη κάθε στιγμη, ποτε δεν ξεχαστηκε,

ουτε την ωρα εγκλωβισμου σε ενα αδοξο γραφειο,

ουτε την ωρα ανοδου σ’ αυτή τη μερια του οριζοντα.

Μπορεις ακομα ν’ αγναντευεις το φαραγγι με τρεχουμενο νερο,

να λιαζεσαι και να καθρεφτιζεσαι σε πηγη,

αφου η μετακινηση είναι διαφυγη,

διαρρηξη σκοταδιου κι ελπιδας.

Káhor – Σφυριζει παντα ασθενης ο ανεμος.

Σ’ ένα ξεφωτο ψηλα στη βουνοπλαγια,

οπου κανενας για να ξεδιψασει,

κανενας να μυρισει τα χαμομηλια,

ν’ αφουγκραστει ανεπαισθητους ηχους των ουρανιων σωματων

και να ξαπλωθει στο λασπωμενο χορτο.

Μονο το ποταμι που ξεκουραζεται κυλωντας ομαλα,

απλωμενο ως τη σπηλια με τον αρχαιο λαξευμενο βραχο με μορφη ερημιτων,

αφιερωμα στις θεοτητες που κρυφοκοιτουν απ’ τα κλαδια,

ξεδιψουν με τις χοντρες σταλες των φυλλων στο αποβροχο,

κι αναλογιζονται κατά το απογευμα τις στεναχωριες των θνητων,

μες σε κουφαλες δεντρων αιωνοβιων.

Εμεις περιμενουμε να εμφανιστουν στα συννεφα,

μα εκεινα ραθυμα σμιγουν με τις κορυφες, γλειφοντας τις,

σκορπιζοντας ομιχλη που κρυβει τον καταρρακτη,

έναν καταρρακτη που δινει απλοχερα ο,τι το χωμα προσφερει,

ευπροσδεκτο, ασημενιο κατά τις νυχτες πανσελήνου.


ΙΙ. EVENING ON KARL JOHAN STREET

(Munch, 1892)


Πως εγινε ; Πως εφτασαμε εδώ ;

Χαμενοι σε μια τρυπα,

οσμιζοντας τη χαλασμενη ρετσινα σ’ αυτό το απλυτο ποτηρι ;

Ξυπναμε και κοιμομαστε εδώ, με λιγους φιλους αγκαλια,

με τους ποθους μας αγκαλια,

με φεγγαροφωτο ή χωρις,

συντροφο στο ληθαργο μας.

Ένα ζωυφιο καθισε στο τραπεζι, βραχηκε με λιγο κρασι χυμενο.

Η λαμπα κουνηθηκε. Η νυχτα αστραψε.

Το ανελεητο χασμουρητο των γενειοφορων στο διπλανο τραπεζι

παγωνει το χρονο.


III. THE ANGELUS

(Millet, 1857-9)


Κινουμενοι κατω απ’ το φως των αστρων, πανω στα λιβαδια,

είναι πειρασμος ακουσιος ν’ αναλογιστουμε επιθυμιες.

Επιθυμια είναι μονο ένα σκοτεινο δωματιο

που θελουμε να εξερευνησουμε σε μηκος και πλατος.

Γιατι να περιοριστουμε ;

Ειμαστε κατι από τη σκονη του γαλαξια που στριφογυριζει,

πεφτουσα μιαν αγνωστη ημερα

σ’ έναν μακρινο ωκεανο όταν ανετειλλε ο ηλιος.

Στ’ ονειρο μου βλεπω έναν πυργο κτισμενο στη μεση αυτου του ωκεανου,

κατω απ’ τα κοκκινα συννεφα.

Φωναζω κλεισμενος μεσα, μα κανεις δεν ακουει,

κι όμως ειμαι σιγουρος ότι σ’ αυτή τη στιγμη του ονειρου

θ’ ακουστουν από καπου υμνοι ακαταληπτοι.

Μπορω μονο ν’ αγναντευω τα ηρεμα νερα, που επαψαν να τραγουδουν.

Επαψε κι ο ανεμος να τραγουδαει στο νερο.

Dim Evil Dead

Explore posts in the same categories: Art, Poetry

Ετικέτες: , , , , , , , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: