H Xαμένη Επανάσταση (Γερμανία, 1918-1923)

Η ήττα της γερμανικής επανάστασης υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την πορεία του εργατικού κινήματος τον 20ό αιώνα. Σηματοδότησε το τέρμα της επαναστατικής πλημμυρίδας που σάρωσε την Ευρώπη και τον κόσμο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Έδωσε μια προσωρινή ανάσα στους καπιταλιστές και το αστικό πολιτικό σύστημα που είχαν βρεθεί στο χείλος της αβύσσου τα χρόνια που προηγήθηκαν. Κι έφερε τη Σοβιετική Ρωσία στα δυσάρεστα διλήμματα της απομόνωσης, παράγοντας σημαντικός για να εξηγήσει κανείς την ανάδυση της σταλινικής γραφειοκρατίας τη δεκαετία του ΄20.


Η ήττα ήταν άμεσα συνυφασμένη με το ζήτημα της ηγεσίας. Γιατί, αν και το SPD είχε ιδρυθεί με την επαγγελία της ανατροπής του καπιταλισμού και του χτισίματος μιας νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας, η ηγεσία του έπαιξε τους μήνες της επανάστασης τον κεντρικό πυροσβεστικό ρόλο. Χωρίς την ηγεσία του SPD, ο γερμανικός καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να επιβιώσει τα πολλαπλά χτυπήματα ενός συνεχιζόμενου πολέμου στο εξωτερικό, ενός στρατεύματος εξεγερμένου που δεν επιθυμούσε πια να πολεμήσει και μιας εργατικής εξέγερσης στα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα.

Το SPD ήταν ένα τεράστιο κόμμα: συγκέντρωνε στις γραμμές του εκατομμύρια συνδικαλισμένους εργάτες, είχε δεκάδες εφημερίδες κι έναν μηχανισμό που οργάνωνε τη ζωή των εργατών κυριολεκτικά από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο τους. Ήταν όμως ένα κόμμα που στην πορεία του χτισίματός του έχασε τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά, ανέπτυξε μια γραφειοκρατική ηγεσία που συμβιβάστηκε με τον καπιταλισμό, τη μισθωτή εργασία ? έστω με καλύτερους όρους για την εργατική τάξη ? και την κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Η πορεία αυτή δεν ήταν προδιαγεγραμμένη. Οι επαναστάτες της εποχής έδωσαν μάχες για να αντισταθούν στον ρεφορμισμό και για να οικοδομήσουν μια Αριστερά με επαναστατικό προσανατολισμό. Ανάμεσα σ΄ αυτούς τους επαναστάτες, η Ρόζα Λούξεμπουργκ ? «η φλόγα και το ξίφος της επανάστασης», όπως την χαρακτήρισε η Κλάρα Τσέτκιν ? έπαιξε τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ συγκρούστηκε από αρκετά νωρίς με το ρεύμα του ρεφορμισμού, που είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του στο ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κίνημα. Μια από τις αφορμές ήταν το 1899 η συμμετοχή του σοσιαλιστή Μιλλεράν στην αστική κυβέρνηση που προέκυψε στη Γαλλία μετά την υπόθεση Ντρέιφους. Η Λούξεμπουργκ αντιτάχτηκε σ΄ αυτή την εξέλιξη και στο επιχείρημα πως έτσι κερδίζονται φιλεργατικές μεταρρυθμίσεις:

«Ο χαρακτήρας μιας αστικής κυβέρνησης δεν καθορίζεται από τον προσωπικό χαρακτήρα των μελών της, αλλά από την οργανική της λειτουργία στην αστική κοινωνία. Η κυβέρνηση του σύγχρονου κράτους είναι στην πραγματικότητα μια οργάνωση ταξικής κυριαρχίας, η ομαλή λειτουργία της οποίας είναι μια από τις προϋποθέσεις για την ύπαρξη του αστικού κράτους? Στο κοινοβούλιο ή σε ένα δημοτικό συμβούλιο, κερδίζουμε χρήσιμες μεταρρυθμίσεις παλεύοντας ενάντια στην αστική κυβέρνηση ενώ, καταλαμβάνοντας ένα υπουργικό πόστο, φτάνουμε στις ίδιες μεταρρυθμίσεις υποστηρίζοντας το αστικό κράτος. Η είσοδος ενός σοσιαλιστή σε μια αστική κυβέρνηση δεν είναι όπως πιστεύεται, μια μερική κατάκτηση του αστικού κράτους από τους σοσιαλιστές, αλλά μια μερική κατάκτηση του σοσιαλιστικού κόμματος από το αστικό κράτος».

Ενάντια στον Μπερνστάιν

Η σημαντικότερη στιγμή της μάχης αυτής ήταν η δημοσίευση το 1900 του βιβλίου «Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση» (σειρά άρθρων των δύο προηγούμενων ετών), σε απάντηση της θεωρίας του Μπερνστάιν που για πρώτη φορά συστηματοποιούσε τη ρεφορμιστική πολιτική στους κόλπους του SPD.

Ο Μπερνστάιν έβλεπε τον καπιταλισμό να γίνεται ένα σύστημα όλο και πιο σταθερό και σχεδιασμένο με την οργάνωση των τραστ, με τους καπιταλιστές να παίζουν ολοένα και περισσότερο τον ρόλο των διαχειριστών. Γι΄ αυτό θεωρούσε πως σε κάποια στιγμή οι εργάτες θα μπορούσαν, χωρίς επανάσταση, να αναλάβουν οι ίδιοι τη διεύθυνση των επιχειρήσεων. Αυτό θα γινόταν με νομοθετικές παρεμβάσεις ενός κοινοβουλίου στο οποίο σταδιακά οι σοσιαλιστές θα αποκτούσαν την πλειοψηφία. Τα οδοφράγματα και οι επαναστάσεις των προηγούμενων δεκαετιών αποτελούσαν κατά κάποιο τρόπο την «προϊστορία» του σοσιαλιστικού κινήματος. Οι παλιές μαρξιστικές παραδοχές έπρεπε να «αναθεωρηθούν» (απ΄ όπου και ο τίτλος «αναθεωρητές», όπως ονομάστηκε η πτέρυγα Μπερνστάιν στο SPD).

Η Ρόζα κόντραρε τη θεωρία του Μπερνστάιν σε όλα της τα σημεία. Καταρχήν, στην εικόνα του σύγχρονου καπιταλισμού: τα τραστ δεν έφερναν την ισορροπία στο σύστημα, αλλά ανέβαζαν τις αντιθέσεις σε ψηλότερα, και γι΄ αυτό πιο επικίνδυνα, επίπεδα. Η Ρόζα, μαζί με τον Μπουχάριν, τον Λένιν, τον Τρότσκι, προέβλεπαν την ένταση των ανταγωνισμών και την μετατροπή των οικονομικών αντιθέσεων ανάμεσα στα τραστ σε διπλωματικές, κρατικές και γεωπολιτικές συγκρούσεις. Αυτή η νέα φάση του συστήματος, ο ιμπεριαλισμός, θα γεννούσε τον πόλεμο και όχι την διαρκή ειρήνη, όπως προδίκαζαν οι αναθεωρητές. Αυτό σήμαινε πως ούτε το κράτος μετατρεπόταν σε ένα «ουδέτερο εργαλείο», ούτε η στρατηγική της βίαιης επανάστασης ανήκε στο παρελθόν. Μεταρρυθμίσεις μπορούσαν να κερδηθούν κάτω από την πίεση του εργατικού κινήματος, αλλά το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό απαιτούσε σύγκρουση με τους καπιταλιστές και το κράτος τους:

«Γι΄ αυτό όποιος κηρύσσεται υπέρ της νομοθετικής μεταρρύθμισης σ΄ αντικατάσταση και σε αντίθεση προς την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και της κοινωνικής ανατροπής, στην πραγματικότητα δεν εκλέγει έναν πιο ήρεμο, πιο ασφαλή και βραδύ δρόμο προς τον ίδιο σκοπό, αλλά έναν άλλο σκοπό ? και συγκεκριμένα, όχι τη δημιουργία ενός νέου κοινωνικού καθεστώτος, αλλά απλούστατα επουσιώδεις μεταβολές στο παλιό». (Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση, εκδόσεις Κοροντζή, Αθήνα 1984, σελ. 105)

Συνδικαλιστική γραφειοκρατία

Στην αντιπαράθεση με τους αναθεωρητές, η ηγεσία του κόμματος (Κάουτσκυ, Β. Λήμπκνεχτ, κλπ) πήρε θέση ενάντια στον Μπερνστάιν. Όμως, η Ρόζα θα επέκτεινε την αντιπαράθεσή της με τον ρεφορμισμό πέρα από την ανοιχτά αναθεωρητική πτέρυγα του SPD. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ήταν τώρα αυτή που θα δεχόταν τα πυρά της. Η αφορμή δόθηκε αρχικά από το Βέλγιο: το 1903, η ηγεσία του εκεί Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος σταμάτησε την γενική απεργία που είχε ξεκινήσει αυθόρμητα από τους εργάτες για το καθολικό δικαίωμα ψήφου, με το πρόσχημα ότι η απεργία φόβιζε τους Φιλελεύθερους συμμάχους της Αριστεράς. Η Ρόζα αναγνώρισε στη συμβιβαστικότητα των Βέλγων ηγετών «τον ίδιο καυτό κι εκνευριστικό άνεμο του οπορτουνισμού που φυσάει εδώ και κάμποσα χρόνια».

Στη διαμάχη μέσω του σοσιαλδημοκρατικού τύπου που είχε με τον Βέλγο ηγέτη Βαντερβέλντε, η Ρόζα μαστίγωσε «τους ερασιτέχνες του ρεαλισμού που δεν κουράζονται να φωνάζουν για τις «θετικές επιτυχίες» της κοινοβουλευτικής δράσης της σοσιαλδημοκρατίας για να τις χρησιμοποιήσουν ως όπλα κατά της αναγκαιότητας και σκοπιμότητας της βίας στον εργατικό αγώνα». Οι συνδικαλιστικές μάχες και η πολιτική οργάνωση δεν ήταν για την Ρόζα παρά οι απαραίτητοι ενδιάμεσοι σταθμοί για την τελική σύγκρουση με τους καπιταλιστές και το κράτος, για την κατάληψη της εξουσίας: «?η βία είναι και μένει το ύστατο μέσο της εργατικής τάξης, ο υπέρτατος νόμος της πάλης των τάξεων, άλλοτε λανθάνων άλλοτε εμφανής. Αν με την κοινοβουλευτική δράση και με όλη μας την εργασία «επαναστατούμε» τα μυαλά, αυτό το κάνουμε για να κατέβει, όταν χρειαστεί, η επανάσταση από τα κεφάλια στις γροθιές» (τα αποσπάσματα στο: Ρόζα Λούξεμπουργκ, Φράνζ Μέριγκ, «Απεργία και αυθορμητισμός των μαζών», Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1999).

Σταθμός στην πολεμική της με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία στάθηκε η δημοσίευση του βιβλίου «Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα». Το βιβλίο συνόψιζε τα πολιτικά συμπεράσματα της Λούξεμπουργκ από το κύμα εργατικών απεργιών που συγκλόνισε τη Ρωσία κατά την επανάσταση του 1905, γεγονότα στα οποία η Ρόζα υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας.

Κόντρα στον βολικό για τις γραφειοκρατικές ηγεσίες διαχωρισμό του πολιτικού από τον οικονομικό αγώνα, η Ρόζα εξηγεί πώς οι εργατικές μάζες μπορούν να κάνουν πολιτική μέσα από την απεργιακή πάλη, έστω κι αν αυτή ξεκινάει από οικονομικά αιτήματα. Μια γενική οικονομική απεργία μπορεί έτσι να εξελιχθεί σε μια πρώτου μεγέθους πολιτική μάχη, πολύ πιο μαχητική και αποτελεσματική ακόμα και από την καλύτερη αριστερή κοινοβουλευτική ομάδα ενάντια σε μια αντεργατική κυβέρνηση. Οι ρεφορμιστικές ηγεσίες τόσο των συνδικάτων όσο και του SPD έτρεμαν τη διατύπωση της Ρόζας που τάραζε τον κατεστημένο καταμερισμό εργασίας: «Κάθε αφρισμένο κύμα πολιτικής δράσης αφήνει πίσω του ένα γόνιμο λιβάδι από όπου ξεπετιούνται χιλιάδες νέοι οικονομικοί αγώνες. Κι αντίστροφα: οι ασταμάτητοι οικονομικοί αγώνες που οι εργάτες είναι αναγκασμένοι να δίνουν με τους καπιταλιστές κρατάνε ζωντανή τη μαχητική τους διάθεση και στα μεσοδιαστήματα πολιτικής ηρεμίας».

Η μέθοδος αυτή απαιτούσε μια αποφασιστική αλλαγή στις μορφές δράσης του γερμανικού εργατικού κινήματος. Ως τότε η γραμμική, ειρηνική και οργανωμένη ανάπτυξη των συνδικάτων ήταν το παν, έτσι που οι ηγεσίες να κρίνουν την δυνατότητα της εργατικής κίνησης κοιτώντας περισσότερο τους καταλόγους των μελών τους και λιγότερο την πραγματική διάθεση της εργατικής τάξης να παλέψει. Η Ρόζα από την πλευρά της τόνιζε τη σημασία της μαζικής πάλης στην αλλαγή των συνειδήσεων των εργατών και στο χτίσιμο δυνατών συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων: «μέσα από τον άνεμο και την καταιγίδα, από τη λάμψη της μαζικής απεργίας και της σύγκρουσης στους δρόμους», έλεγε ποιητικά η Ρόζα, είναι που αποκτά το προλεταριάτο την ταξική του συνείδηση και «ο προλετάριος μεταμορφώνεται από έναν πάτερ-φαμίλια που το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το πώς θα εξοφλήσει το δάνειο, σ΄ έναν «ρομαντικό επαναστάτη»?» (τα αποσπάσματα στο: Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1997).

Διαστρεβλώσεις

Κι όμως, παρά τις πολιτικές μάχες που έδωσε η Ρόζα για να ηγεμονεύσει η επαναστατική στρατηγική στην Αριστερά της εποχής, η Επανάσταση του 1918 τη βρήκε απροετοίμαστη: ενώ ξετυλίχτηκε ένα σενάριο όμοιο με αυτό της Ρωσίας του 1917, οι υποκειμενικές αδυναμίες της Αριστεράς ήταν καθοριστικές. Η ηγεσία της σοσιαλδημοκρατίας έκανε το παν για να παλινορθώσει την καπιταλιστική τάξη. Και το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της εργατικής τάξης και των στρατιωτών έμεινε ακαθοδήγητο.

Η αδυναμία της Ρόζας να χτίσει μια οργανωμένη δύναμη, ικανή να δώσει στην επανάσταση νικηφόρα κατάληξη, έχει αφήσει περιθώρια για να την «διεκδικήσουν» και άλλες πολιτικές παραδόσεις. Κι εδώ αρχίζουν οι κάθε είδους διαστρεβλώσεις.

Από τη μια πλευρά, έρχεται το επιχείρημα πως η Ρόζα δεν έχτισε επαναστατικό κόμμα με τον τρόπο που το έκανε ο Λένιν γιατί ήταν σοσιαλδημοκράτισσα. Το ? αδημοσίευτο από την ίδια ? κείμενο για τη Ρωσική Επανάσταση στο οποίο ασκεί κριτική στους μπολσεβίκους, η παλιά αντιπαράθεσή της με τον Λένιν για το κόμμα το 1903, η παραμονή της στο SPD μέχρι και το 1917 την εντάσσουν, λέει αυτό το επιχείρημα, περισσότερο στην αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας παρά στον μπολσεβικισμό και την Γ΄ Διεθνή. Είναι μια επιλεκτική ανάγνωση της Ρόζας, για να την χωρέσει στον σοσιαλδημοκρατικό κορσέ, χωρίς όμως επιτυχία.

Καταρχήν, το να χρησιμοποιεί κανείς τις αντιπαραθέσεις της Ρόζας, του Λένιν, του Τρότσκι ή του Γκράμσι και τις φραστικές τους διατυπώσεις θέλει προσοχή. Η παράδοση του σταλινισμού που ηγεμόνευσε στην Αριστερά από τη δεκαετία του ΄30 έριξε στη λήθη μια ολόκληρη περίοδο του κινήματος, όταν οι διαφορετικές απόψεις για τη στρατηγική και την τακτική συζητιόντουσαν ανοιχτά και δεν συνιστούσαν έγκλημα καθοσιώσεως. Οι διαφωνίες ήταν πολλές και έντονες, όμως χρειάζεται κάτι παραπάνω από αυτό για να αποδειχτεί διαφορετική στρατηγική, στην περίπτωσή μας της Ρόζας από αυτή του Λένιν.

Κι εδώ αν πάμε στις πραγματικές πολιτικές μάχες, η Ρόζα υπήρξε ο πρώτος και ο σκληρότερος πολέμιος της ρεφορμιστικής στρατηγικής της σοσιαλδημοκρατίας, πολύ πριν ο Λένιν αντιληφθεί τον εκφυλισμό της. Τα κείμενα της Ρόζας, από την κριτική της συμμετοχής Μιλλεράν στην αστική κυβέρνηση μέχρι τη σύγκρουση με τον Μπερνστάιν και την «εθνική ενότητα» σε καιρό πολέμου, αποτελούν τα ιδρυτικά κείμενα της επαναστατικής Αριστεράς στον 20ό αιώνα.

Γι΄ αυτό και όταν η ίδια αναμετρήθηκε με τα συγκεκριμένα ζητήματα που έθεσε η Γερμανική Επανάσταση το 1918, έδωσε τις ίδιες απαντήσεις με αυτές των μπολσεβίκων: στο πρώτο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, η Ρόζα επιχειρηματολόγησε υπέρ της εξουσίας των Σοβιέτ, ενάντια στην Εθνοσυνέλευση και την κεντρίστικη στάση του USPD «και Σοβιέτ και Συνέλευση», για την βίαιη συντριβή του αστικού κράτους και των κατασταλτικών μηχανισμών, για το άνευ όρων τέλος του πολέμου και την διεθνιστική ενότητα με τη Σοβιετική Ρωσία. Αυτή είναι η πραγματική κληρονομιά της Λούξεμπουργκ και τίποτα δεν μπορεί να τη διαστρεβλώσει.

Αυθορμητισμός;

Αν από τη μια πλευρά έρχεται το επιχείρημα περί σοσιαλδημοκρατίας, από την άλλη η Ρόζα έχει πολλές φορές βαφτιστεί θεωρητικός του αυθορμητισμού και του αναρχοσυνδικαλισμού. Είναι ένα επιχείρημα που αρχικά εξαπολύθηκε ως κατηγορία από την ηγεσία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας του SPD απέναντι στην πολεμική της Ρόζας για τα συνδικάτα και τη γενική απεργία, ενώ μετέπειτα αγκαλιάστηκε και από τη σταλινική σχολή που φρόντισε να θάψει όλους τους επαναστάτες (αφού πρώτα έκανε μούμια τον Λένιν). Στη συνέχεια ωστόσο, ο «αυθορμητισμός» της Ρόζας αγκαλιάστηκε από κομμάτια του κινήματος (ειδικά τη δεκαετία του ΄60), που πίστεψαν πως έβρισκαν εκεί το αντίδοτο στην κομματική αρτηριοσκλήρωση των ορθόδοξων ΚΚ.

Μια ματιά στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου «Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα» θα αρκούσε για να καταλάβει κανείς πόσο ξένα ήταν όλα αυτά στη σκέψη της Ρόζας. Αντίθετα με την άποψη των αναρχικών της εποχής για τη γενική απεργία, η Λούξεμπουργκ δεν έβλεπε την επανάσταση ως αποτέλεσμα του βολονταρισμού των επαναστατών ή μιας «νύχτας των οδοφραγμάτων». Γι΄αυτό και αφιέρωνε τόσο κόπο και προσπάθεια για να αναλύσει τις τάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού, τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα δημιουργούσε τις συνθήκες της ανατροπής του και τον ιστορικό του νεκροθάφτη. Από ΄κει πηγάζουν και οι συνεχείς της αναφορές στην εργατική επανάσταση ως «αναγκαίο» και «αναπότρεπτο» αποτέλεσμα της ίδιας της λειτουργίας και των κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος.

Αυτή η ανάλυση την διαχώριζε με σαφήνεια από το αναρχοσυνδικαλιστικό ρεύμα και τους οπαδούς του αυθόρμητου. Δεν την έκανε όμως να ξεχνάει πως η τελική ανατροπή του καπιταλισμού δεν θα έρθει από τις «αντικειμενικές» εξελίξεις, αλλά από τη συνειδητή δράση. Και ο συνειδητός παράγοντας ήταν για τη Ρόζα το κόμμα: το ανοργάνωτο και το αυθόρμητο είχε αξία, στο βαθμό που ερχόταν να βοηθήσει, να αναζωογονήσει και (ακόμα περισσότερο για την Ρόζα) να διορθώσει τις γραφειοκρατικές παραμορφώσεις του οργανωμένου και του συνειδητού.

Στην Ρόζα χρωστάμε την νέα έμφαση και την αναδιατύπωση του ερωτήματος που πρώτοι οι Μαρξ και Ένγκελς είχανε θέσει: «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Μπροστά στην καπιταλιστική κρίση, ξετυλίγονται δύο ιστορικές δυνατότητες, προχώρημα στον σοσιαλισμό ή πισωγύρισμα του πολιτισμού και αμοιβαία κατάρρευση των αντιμαχόμενων τάξεων. Ο υποκειμενικός παράγοντας, η συνειδητή παρέμβαση του εργατικού κινήματος και των σοσιαλιστών μέσα σ΄ αυτό είναι το κλειδί για να δώσουμε τη σωστή απάντηση μπροστά σ΄ αυτή τη διχάλα.

Οργάνωση

Αν κάτι πρέπει να διδαχτούμε από την αδυναμία στην οποία βρέθηκαν οι επαναστάτες στη Γερμανία το 1918 είναι πως η μάχη με τον ρεφορμισμό πρέπει να δοθεί και να κερδηθεί μέσα στο εργατικό κίνημα όχι μόνο στο πεδίο των ιδεών, αλλά και στο κρίσιμο πεδίο της οργάνωσης. Στην περίπτωση της Ρόζας και των συντρόφων της, οι ιδεολογικές και πολιτικές μάχες με την γραφειοκρατική πλέον ηγεσία του SPD θα έπρεπε να βρουν και την οργανωτική τους έκφραση, με το χτίσιμο ενός επαναστατικού κόμματος ανεξάρτητου από το SPD. Γιατί η πορεία των γεγονότων απέδειξε πως μόνο η οικοδόμηση ενός επαναστατικού δικτύου ανεξάρτητου από τον ρεφορμισμό πριν την επαναστατική κατάσταση μπορεί να της δώσει νικηφόρα κατάληξη.

Ήταν βέβαια δύσκολο να σπάσει κανείς από το κόμμα που είχε ιδρύσει ο Ένγκελς, όχι και τόσα πολλά χρόνια πριν. Αν και κατανοούσε βαθιά τον εκφυλισμό αυτού του «απολιθώματος των αυθεντιών» (όπως έγραφε σε ένα γράμμα της ήδη το 1907), η Ρόζα φοβόταν ότι η ρήξη με το SPD θα συνεπαγόταν την απομόνωση των επαναστατικών ιδεών. Γι΄ αυτό και πάντα έλπιζε πως οι μάχες που δίνονταν μέσα στο κόμμα, παράλληλα με την όξυνση της ταξικής πάλης έξω από αυτό, θα ξέβραζαν τελικά τη ρεφορμιστική πολιτική: «Εάν οι ηγεσίες των συνδικάτων έμεναν στο πλάι ή έβαζαν εμπόδιο στο κίνημα, το αποτέλεσμα μιας τέτοιας συμπεριφοράς δεν μπορούσε να είναι παρά μόνο αυτό: οι ηγεσίες των συνδικάτων και των κομμάτων θα έμπαιναν στην άκρη από τη δυναμική των γεγονότων και οι οικονομικοί και πολιτικοί αγώνες θα συνέχιζαν και χωρίς αυτές».

Αγώνες σίγουρα μπορούσαν να γίνουν και χωρίς την ηγεσία του SPD. Όμως οι αγώνες αυτοί από μόνοι τους δεν μπορούσαν να αλλάξουν το γεγονός της προσχώρησης της ηγεσίας της σοσιαλδημοκρατίας στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης. Και αυτός ήταν ένας κρίσιμος παράγοντας. Γιατί, για τους εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες που ανακάλυπταν την προδοσία του SPD το 1918, υπήρχαν εκατομμύρια ακόμα που μόλις έμπαιναν στο στίβο της πολιτικής και έστρεφαν τις ελπίδες τους προς αυτό το κόμμα. Η επανάσταση δεν σημαίνει ποτέ την άμεση αποδυνάμωση του ρεφορμισμού. Τουναντίον, είναι στις στιγμές της επανάστασης που τα διαφορετικά επίπεδα συνείδησης κομματιών της εργατικής τάξης είναι πιο ορατά από ποτέ. Το τι οργάνωση θα έχουν οι πιο πρωτοπόροι και μαχητικοί εργάτες, για να τραβήξουν και όχι να τραβηχτούν από τη μεγάλα μάζα των συναδέλφων τους, είναι που κάνει τη διαφορά ανάμεσα στην νίκη ή την ήττα της επανάστασης.

Ο Σπάρτακος, η οργάνωση της Ρόζας και του Λήμπκνεχτ, δεν είχε ούτε το μέγεθος ούτε τα χαρακτηριστικά για να κερδίσει αυτή τη μάχη. Μια ομάδα τριών χιλιάδων επαναστατών, όσο αφοσιωμένοι και ξεκάθαροι και αν είναι αυτοί, δεν μπορεί να καθοδηγήσει μια επανάσταση εκατομμυρίων εργατών και στρατιωτών σε βιομηχανικά κέντρα όπως το Βερολίνο, το Αμβούργο, το Μόναχο, την Έσση, το Κίελο και αλλού. Ιδιαίτερα όταν αυτή η οργάνωση είναι περισσότερο μια χαλαρή ομοσπονδία ομάδων, όπως ήταν ο Σπάρτακος, χωρίς κοινές εμπειρίες οργανωμένων μαχών, χωρίς κοινό κώδικα επικοινωνίας των μελών της, χωρίς συγκεντρωτισμό και πανεθνική οργάνωση.

Η επιμονή του Λένιν το 1903 για πανεθνική οργάνωση, εφημερίδα, πυρήνες και επαγγελματίες επαναστάτες μπορεί να έμοιαζε δογματική. Όμως ήταν αυτού του τύπου την οργάνωση που χρειάζονταν οι επαναστατημένοι εργάτες και στρατιώτες του Βερολίνου το 1919. Ο Λένιν την είχε οικοδομήσει υπομονετικά, γι΄ αυτό μπορούσε να είναι δυσάρεστος απέναντι στους πρωτοπόρους, αλλά ανυπόμονους εργάτες της Πετρούπολης τον Ιούλη του 1917 και τολμηρός τις μέρες της κατάληψης της εξουσίας τον Οκτώβρη. Η Ρόζα δεν είχε αυτή την οργάνωση και πλήρωσε ακριβά το τίμημα, ακόμα και με την ίδια της τη ζωή.

Εργατικές εξεγέρσεις και επαναστάσεις ξέσπασαν πολλές στην πορεία του 20ού αιώνα. Αυτό που έκανε τη διαφορά για την τελική τους κατάληξη ήταν η ύπαρξη μέσα σ΄ αυτές μιας Αριστεράς επαναστατικής και ριζωμένης: επαναστατικής, ώστε να αξιοποιεί τις ευκαιρίες για την ανατροπή του καπιταλισμού και όχι για μια καλύτερη διαχείρισή του. Και ριζωμένης, ώστε να μπορεί να κάνει την επαναστατική θεωρία κτήμα και εργαλείο των πραγματικών ανθρώπων που δίνανε τις μάχες, να απαντάει δηλαδή στο ζήτημα της καθοδήγησης της επανάστασης στην πράξη κι όχι απλά στη θεωρία. Κωδικοποιώντας, αυτό που έκανε τη διαφορά ήταν η συνάντηση των ιδεών της Ρόζας με την οργάνωση του Λένιν. Είναι ένα δίδαγμα όχι μόνο για την ιστορία του εργατικού κινήματος του παρελθόντος, αλλά και για την Αριστερά που χτίζουμε σήμερα, για τον Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα.

-Γερμανία 1919-1923
Οι κρίσιμες καμπές της επανάστασης

Κανένα μεγάλο μαζικό κίνημα δεν περιορίζεται μοναχά σε μια «μεγάλη νύχτα των οδοφραγμάτων». Αυτό ισχύει στον υπερθετικό βαθμό για τις επαναστάσεις.

Η Γερμανική Επανάσταση ξέσπασε το 1918 και για πέντε ολόκληρα χρόνια η κυρίαρχη τάξη της Γερμανίας έζησε με τον τρόμο της ανατροπής της. Η Γερμανία ήταν, στις παραμονές του πολέμου, μια από τις πιο «προλεταριοποιημένες» κοινωνίες του κόσμου: περίπου 8,64 εκατομμύρια βιομηχανικοί εργάτες, 1,7 εκατομμύρια εργαζόμενοι στις μεταφορές και το εμπόριο, 2,3 μισθωτοί υπάλληλοι, δηλαδή 12,5 εκατομμύρια το σύνολο. Όταν μπήκε σε κίνηση αυτή η τεράστια κοινωνική δύναμη ήταν πολύ δύσκολο να σταματήσει ακόμα και αν στην πορεία έχανε μάχες με μεγάλο κόστος.

Η επανάσταση δεν ήταν μονόπρακτο έργο λοιπόν. Τον Γενάρη του 1919 στις «μέρες του Σπάρτακου», οι επαναστάτες εργάτες του Βερολίνου και το νεοϊδρυμένο Κομμουνιστικό Κόμμα δέχτηκαν ένα σκληρό πλήγμα από την κυρίαρχη τάξη. Ένα χρόνο μετά, το πραξικόπημα του Καπ, που οργάνωσαν στρατηγοί με την υποστήριξη της κυρίαρχης τάξης, ήταν η απόπειρα να ολοκληρωθεί το έργο της αντεπανάστασης.

Κι όμως, αυτή η απόπειρα κατέρρευσε μετά από μια γιγάντια Γενική Απεργία που σε ορισμένες περιοχές μετατράπηκε σε ένοπλη εξέγερση των εργατών. Μια από τις συνέπειες αυτής της αναμέτρησης ήταν η επιτάχυνση των διαδικασιών στην αριστερά, με τη συγκρότηση του «ενωμένου» Κομμουνιστικού Κόμματος, ενός μαζικού κόμματος μισού εκατομμυρίου μελών προς το τέλος της χρονιάς.

Το 1923 η εργατική τάξη έφτασε κυριολεκτικά στο παρά πέντε του «γερμανικού Οκτώβρη». Η κατάληψη του Ρουρ από τα γαλλικά στρατεύματα προκάλεσε μια τεράστια πολιτική κρίση, που μαζί με τον πληθωρισμό που ξέφυγε από κάθε έλεγχο έσπρωξε την εργατική τάξη να περάσει στην επαναστατική δράση. Τη κρίσιμη στιγμή η ηγεσία του επαναστατικού κόμματος έκανε πίσω, χάνοντας μια πραγματικά ιστορική ευκαιρία.

Οι «μέρες του Σπάρτακου»

«Δεν πρέπει να καλλιεργούμε και να επαναλαμβάνουμε την αυταπάτη της πρώτης φάσης της επανάστασης, αυτής της 9 Νοέμβρη, ότι αρκεί η ανατροπή της καπιταλιστικής κυβέρνησης από μια άλλη για να έρθει η σοσιαλιστική επανάσταση.

Η ουσία της επανάστασης είναι ότι οι απεργίες γίνονται όλο και περισσότερο το κέντρο της, το κύριο χαρακτηριστικό της επανάστασης. Τότε μετατρέπεται σε μια οικονομική επανάσταση και γι΄ αυτό το λόγο, σε μια σοσιαλιστική επανάσταση. Η πάλη για το σοσιαλισμό μπορεί να διεξαχθεί από τις μάζες και μόνο από τις μάζες, χέρι-χέρι ενάντια στον καπιταλισμό, σε κάθε εργοστάσιο, από τον κάθε προλετάριο ενάντια στον κάθε καπιταλιστή. Μόνο τότε θα πρόκειται για μια σοσιαλιστική επανάσταση?

Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να δημιουργηθεί με διατάγματα ούτε πρόκειται να δημιουργηθεί με διατάγματα. Ούτε μπορεί να τον καθιερώσει μια κυβέρνηση, όσο σοσιαλιστική κι αν είναι αυτή. Ο σοσιαλισμός πρέπει να πραγματωθεί από τις μάζες, από κάθε προλετάριο. Εκεί που σφυρηλατούνται τα καπιταλιστικά δεσμά, εκεί πρέπει να σπάσουν?.» (1)

Μ΄ αυτά τα λόγια η Ρόζα Λούξεμπουργκ ξεκίνησε την εισήγησή της την τρίτη μέρα του ιδρυτικού συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD) Πρωτοχρονιά του 1919.

Τον Νοέμβρη η επανάσταση είχε απλωθεί σαν τη φωτιά από τους ναύτες του Κίελου σε όλες τις πόλεις της Γερμανίας, στα στρατεύματα του μετώπου και κατόπιν στο Βερολίνο, τη πρωτεύουσα. Η «παλιά τάξη πραγμάτων» είχε ανατραπεί. Όμως η καινούργια δεν είχε επικρατήσει. Τα συμβούλια των εργατών και των στρατιωτών είχαν τεράστια δύναμη στα χέρια τους. Όμως, παρέμενε κατακερματισμένη. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, τη πλειοψηφία σε αυτά την είχαν πολιτικές δυνάμεις που κήρυτταν ότι η επανάσταση έφτασε στο τέλος της με την ανατροπή του Κάιζερ, την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας και το σχηματισμό μιας «καθαρά» σοσιαλιστικής κυβέρνησης από τα δυο σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ?το SPD και το USPD. Όταν συνήλθε το Πρώτο Συνέδριο των Συμβουλίων στα μέσα του Δεκέμβρη, από τους 499 αντιπροσώπους μόλις 21 στήριζαν την επαναστατική αριστερά (90 ακόμα στήριξαν το USPD στο οποίο διαμορφώνονταν ραγδαία μια αριστερή και μια δεξιά πτέρυγα). Αυτό το συνέδριο ψήφισε να περάσει η εξουσία στην Εθνοσυνέλευση μετά από εκλογές και για την απαγόρευση απεργιών «σε ζωτικούς τομείς».

Σε μια παρόμοια κατάσταση είχαν βρεθεί και τα σοβιέτ στη Ρωσία τους πρώτους μήνες μετά την Επανάσταση του Φλεβάρη 1917. Οι εργάτες και οι στρατιώτες θα χρειάζονταν να μάθουν από την ίδια τους τη πείρα. Ο Λένιν με τις «Θέσεις του Απρίλη» προκάλεσε σεισμό στο κόμμα των μπολσεβίκων διακηρύσσοντας ότι τα παλιά συνθήματα για «αστική επανάσταση» είναι ξεπερασμένα και ότι τώρα το σύνθημα πρέπει να είναι η σοσιαλιστική επανάσταση, το «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ». Στο άλλο, όμως, που επέμενε ο Λένιν επιχειρηματολογώντας στο κόμμα των μπολσεβίκων, είναι ότι «πρέπει να εξηγούμε υπομονετικά» αυτή τη προοπτική.

Η υπομονή, όμως, ήταν κάτι που έλειπε σχεδόν ολοκληρωτικά από το μόλις ιδρυμένο κόμμα στη Γερμανία. Η μεγάλη πλειοψηφία των αγωνιστών του είχαν την αντίληψη που προσπαθούσε να καταπολεμήσει η Ρόζα στην εισήγησή της: ένα ακόμα σπρώξιμο, μια ακόμα «μεγάλη νύχτα των οδοφραγμάτων», μια επίδειξη επαναστατικής θέλησης και οι «μάζες» θα ακολουθούσαν: στο κάτω-κάτω η δυσαρέσκεια για τη κυβέρνηση φούντωνε ιδιαίτερα στο Βερολίνο. «Δεν χρειαζόμαστε άλλα βήματα» όπως τα συνδικάτα ή οι εκλογές δήλωνε ένας αντιπρόσωπος στο συνέδριο, ο Οτο Ρίλε, «Ο δρόμος είναι το βήμα μας και δεν πρόκειται να τον εγκαταλείψουμε ακόμα και αν μας πυροβολήσουν». (2)

Τον Γενάρη του 1919 η κυβέρνηση του SPD με τη συνεργασία των Frei Korps, προβοκάρισε τους επαναστατημένους εργάτες του Βερολίνου: απέλυσε από τη θέση του τον Εμιλ Αϊχορν, διοικητή της αστυνομικής δύναμης που είχε συγκροτηθεί με την επανάσταση. Η συνέχεια ήταν οι ματωμένες «Μέρες του Σπάρτακου». Για ένα τμήμα των επαναστατημένων εργατών και στρατιωτών, η απάντηση στη πρόκληση ήταν η ένοπλη κατάληψη κτιρίων και το κάλεσμα για την ανατροπή της κυβέρνησης των Εμπερτ και Σάϊντεμαν. Χιλιάδες επαναστάτες ρίχτηκαν σε μια άνιση αναμέτρηση αποκομμένοι από τα εργοστάσια και τις άλλες πόλεις. Το αποτέλεσμα ήταν ένα λουτρό αίματος, η δολοφονία της Ρόζας, του Καρλ Λήμπνεχκτ και αργότερα ?τον Μάρτη- του Λέο Γιόγκισες του οργανωτικού υπεύθυνου του κόμματος. Οι επαναστάτες στη Γερμανία αποκεφαλίστηκαν πολιτικά.

Το ίδιο πάνω κάτω σενάριο επαναλήφθηκε τους υπόλοιπους μήνες εκείνης της χρονιάς σε όλη τη Γερμανία, από το Ρουρ μέχρι τη «Δημοκρατία των Συμβουλίων» του Μονάχου στη Βαυαρία. Στο τέλος του 1919 πράγματι έμοιαζε ότι η «τάξη επικρατεί» όχι μόνο στο Βερολίνο αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα. Τα εργατικά συμβούλια είχαν εξουδετερωθεί σαν ανεξάρτητη δύναμη.

Όμως, η επανάσταση δεν είχε τελειώσει. Δυο δυνάμεις τροφοδοτούσαν τις φλόγες της. Από τη μια μεριά ήταν η κυρίαρχη τάξη. Είχε «ειρηνεύσει» με τη φωτιά και το σίδερο ?και με τη βοήθεια της σοσιαλδημοκρατίας- τη Γερμανία, όμως, η νίκη αυτή δεν της ήταν αρκετή. Έπρεπε να φορτώσει τα σπασμένα της οικονομικής κρίσης που είχε προκαλέσει ο πόλεμος στην εργατική τάξη. Όμως, απέναντί της είχε μια εργατική τάξη που μόλις είχε κάνει μια επανάσταση και η ριζοσπαστικοποίησή της προχωρούσε πολιτικά.

Το 1919 ξεσπάνε 4.970 απεργίες και την επόμενη χρονιά διπλασιάζονται φτάνοντας τις 8.800. Πολιτικά, η ριζοσπαστικοποίηση βρήκε προσωρινή διέξοδο στο USPD και συγκεκριμένα στην αριστερή του πτέρυγα. Το KPD περνούσε μια έντονη εσωτερική κρίση. Η νέα ηγεσία που διαμορφώνονταν γύρω από τον Πάουλ Λέβι, προσπαθούσε να προσανατολίσει το κόμμα μακριά από τις περιπέτειες των οδομαχιών και των ένοπλων αναμετρήσεων μιας «δυναμικής μειοψηφίας» και προς τη συστηματική παρέμβαση στα εργοστάσια και τα συνδικάτα. Δεν ήταν εύκολο. Τον Οκτώβρη του 1919 σε ένα έκτακτο συνέδριο στη Χαϊδελβέργη το κόμμα ουσιαστικά διασπάστηκε: περίπου τα μισά μέλη αποχώρησαν. Το κόμμα έμεινε με 50.000 περίπου μέλη.

Το πραξικόπημα του Καπ και οι συνέπειές του

Στις 13 Μάρτη 1920 η ταξιαρχία Ερχαρντ κατέλαβε το Βερολίνο και εγκατέστησε ως καγκελάριο ένα συντηρητικό γραφειοκράτη τον Καπ. Μονάδες πραξικοπηματιών κινήθηκαν σε διάφορες περιοχές της Γερμανίας. Το πραξικόπημα είχε την στήριξη της κυρίαρχης τάξης και την ευμενή ουδετερότητα των υπόλοιπών στρατηγών: ο διοικητής της Ράϊχσβερ, ο στρατηγός φον Ζέεκτ δήλωσε με νόημα ότι η «Ράϊχσβερ δεν ανοίγει πυρ στην Ράϊχσβερ». Η κυβέρνηση το βάλε στα πόδια.

Όμως, μετά από λίγες μέρες το πραξικόπημα θα καταρρεύσει μετά από μια γιγάντια κινητοποίηση της εργατικής τάξης. Η σπίθα για αυτή την έκρηξη ήρθε από μια ανεπάντεχη κατεύθυνση. Ο Λίγκεν, πρόεδρος της ADGB της σοσιαλδημοκρατικής συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας, κάλεσε σε γενική απεργία ενάντια στο πραξικόπημα. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ?και ο Λιέγκεν προσωπικά- ήταν για χρόνια το προπύργιο της ταξικής συνεργασίας και οι αμείλικτοι διώκτες της αριστεράς μέσα στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Όμως, τώρα, αναγκάστηκαν να βγάλουν το κάλεσμα στη μάχη, γιατί η ίδια τους η υπόσταση βρισκόταν σε κίνδυνο.

Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό. Η Γενική Απεργία καθήλωσε τα πάντα. Όμως πήγε ακόμα παραπέρα: «Στο ένα σημείο της χώρας μετά το άλλο, οι εργάτες μετέτρεπαν την απεργία σε ένοπλη έφοδο στην εξουσία που βρίσκονταν πίσω από το πραξικόπημα… Η οπλισμένη εργατική τάξη πήρε την εξουσία στα χέρια της σε τρεις περιοχές της Γερμανίας: στη βιομηχανική ?καρδιά΄ του Ρουρ, στις περιοχές των ανθρακωρυχείων και των εργοστασίων στη Κεντρική Γερμανία και στο βορρά ανάμεσα στο Λίμπεκ και το Βίσμαρ». (3)

Όταν το πραξικόπημα έπνεε τα λοίσθια ο Λίγκεν έκανε μια πρόταση που προκάλεσε μεγάλο «πονοκέφαλο» τόσο στη σοσιαλδημοκρατική ηγεσία όσο και στην επαναστατική αριστερά ιδιαίτερα στο νεαρό KPD. Πρότεινε τη συγκρότηση μιας «εργατικής κυβέρνησης» αποτελούμενης από τα τρία κόμματα της αριστεράς και με τη στήριξη των συνδικάτων. Για εκατομμύρια σοσιαλδημοκράτες εργάτες η πολιτική της συγκυβέρνησης με τα αστικά κόμματα και το Γενικό Επιτελείο ήταν η μήτρα του πραξικοπήματος. Ο Λίγκεν έριξε την πρόταση για να κρατήσει την επαφή με τη βάση του.

Το KPD είχε ταλαντευτεί τις πρώτες μέρες του πραξικοπήματος. Η αρχική στάση της ηγεσίας του στο Βερολίνο ήταν απογοητευτική: επρόκειτο για μια σύγκρουση ανάμεσα σε «δυο αντεπαναστατικές μερίδες» διακήρυττε και δήλωνε ότι το προλεταριάτο «δεν θα σήκωνε ούτε το δαχτυλάκι του» για την υπεράσπιση της «κυβέρνησης των δολοφόνων της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λήμπνεχκτ».

Ο Πάουλ Λέβι, που βρισκόταν στη φυλακή, και οι πιο ισχυρές κομματικές οργανώσεις όπως αυτή στο Κέμνιτζ με επικεφαλής τον Χάινριχ Μπράντλερ, αντέδρασαν σε αυτό τον καταστροφικό σεχταρισμό και σύντομα η θέση του κόμματος άλλαξε. Η θέση που υιοθέτησε το KPD ήταν η εξής: α) δεν συμμετέχουμε σε κυβερνήσεις διαχείρισης του καπιταλισμού όποιο όνομα και αν έχουν β) παρόλα αυτά, μια κυβέρνηση που σχηματιζόταν χωρίς τη συμμετοχή των αστικών κομμάτων θα δημιουργούσε «ιδιαίτερα πρόσφορες συνθήκες για την ενεργητική δράση των μαζών» γ) απέναντί της το κομμουνιστικό κόμμα ήταν έτοιμο να κρατήσει θέση «νόμιμης αντιπολίτευσης» όσο αυτή εκπλήρωνε τις υποσχέσεις της για εξουδετέρωση της άκρας δεξιάς και «δεν εμπόδιζε την κοινωνική οργάνωση της εργατικής τάξης».

Η ηγεσία του KPD ταλαντεύτηκε για άλλη μια φορά έντονα για να καταλήξει στη συγκεκριμένη στάση. Τη μια μέρα δήλωνε ότι μια τέτοια κυβέρνηση θα ήταν απλή συνέχεια της προηγούμενης και την επόμενη άλλαζε γνώμη. Όταν κατέληξε, στις 26 Μάρτη, οι διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό μιας νέας κυβέρνησης του SPD με τα αστικά δημοκρατικά κόμματα είχαν μπει στη τελευταία φάση τους. Αυτή η φόρμουλα προκάλεσε βαριές καταγγελίες στο εσωτερικό του κόμματος για εγκατάλειψη των επαναστατικών αρχών. Για ένα μεγάλο τμήμα ακόμα και της ηγεσίας της Κομιντέρν, το κόμμα κινδύνευε να βαδίσει στα χνάρια της προπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας.

Κι όμως, παρόλο που η ηγεσία δεν κινήθηκε με συνέπεια, η στάση απέναντι στην πρόταση της «εργατικής κυβέρνησης» ήταν ένα τεράστιο μάθημα για το πώς ένα επαναστατικό κόμμα μπορεί να αποφύγει τους κινδύνους και του οπορτουνισμού και του συμβιβασμού με το αστικό καθεστώς αλλά και τον κίνδυνο του σεχταρισμού.

Στις εκλογές που έγιναν τον Ιούνη του 1920 αποκαλύφτηκε η τεράστια μετατόπιση προς τα αριστερά της εργατικής τάξης. Τo SPD πήρε 5.500.000 ψήφους, χάνοντας τη μισή εκλογική του δύναμη. Οι κύριες απώλειες ήταν προς τα αριστερά. Όχι προς το κομμουνιστικό κόμμα που πλήρωνε τις αδυναμίες και τα λάθη των προηγούμενων μηνών, αλλά προς το USPD το οποίο πήρε 4.900.000 ψήφους.

Η γέννηση ενός μαζικού επαναστατικού κόμματος

Ο Λένιν και ο Τρότσκι είχαν δώσει μια ονομασία σε κόμματα όπως το USPD: τα αποκαλούσαν «κεντριστικά», κόμματα που στέκονταν ανάμεσα στη στρατηγική της μεταρρύθμισης του καπιταλισμού και την επαναστατική ανατροπή του και είναι σαν γέφυρες διπλής κατεύθυνσης: προς το ρεφορμισμό η μια και προς την επανάσταση η άλλη. Για παράδειγμα, το κόμμα αυτό το 1918-19 μπορούσε να δηλώνει ότι είναι και με τα εργατικά συμβούλια και με την αστική δημοκρατία: «εργατικά συμβούλια ?αγκυροβολημένα΄ [δηλαδή θεσμοθετημένα] στο Σύνταγμα» ήταν η επίσημη θέση του το 1919.

Στα μέσα του 1920 το USPD ήταν ένα τεράστιο κόμμα: διέθετε 893.000 μέλη, εκατοντάδες εφημερίδες και περιοδικά και μια τεράστια επιρροή στα συνδικάτα. Και η αριστερή πτέρυγα δυνάμωνε με άλματα. Έλπιζε ότι θα οδηγούσε τους «δεξιούς» σε αποχώρηση. Το ζήτημα κλειδί ήταν η στάση απέναντι στη Κομιντέρν, την Κομμουνιστική Διεθνή, που είχε ιδρυθεί μόλις ένα χρόνο πριν.

Το μπολσεβίκικο κόμμα έριξε όλη του τη δύναμη στο κέρδισμα της αριστεράς του USPD. Δεν το έκαναν απλά με το να επισημαίνουν την ασυνέπεια και τις ανεπάρκειες του κόμματος και με εκκλήσεις για προσχώρηση στο Kομμουνιστικό Kόμμα της Γερμανίας. Αντίθετα, μπήκαν σε μια διαδικασία διαλόγου και στο τεστ της πράξης. Οι «21 όροι» που ψήφισε το Δεύτερο Συνέδριο της Κομιντέρν τον Ιούλη του 1920 για την εισδοχή νέων κομμάτων-μελών ήταν η κωδικοποίηση αυτής της προσπάθειας. Στο έκτακτο συνέδριο της Χάλης τον Οκτώβρη του 1920 οι δυο πτέρυγες κονταροχτυπήθηκαν άγρια. Την πλάστιγγα την έγειρε ένας απρόσμενος επισκέπτης, ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, ο πρόεδρος της Κομιντέρν. Ύστερα από μια εντυπωσιακή ομιλία τεσσάρων (!) ωρών, έγινε η ψηφοφορία: 237 ψήφοι υπέρ των 21 όρων και 156 κατά. Κατόπιν προχώρησαν γρήγορα οι διαδικασίες για τη συγκρότηση του «Ενωμένου Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας» (VKPD). Ηταν το μεγαλύτερο επαναστατικό κόμμα εκτός Ρωσίας με περίπου μισό εκατομμύριο μέλη.

Από τη «τρέλα του Μάρτη» στο ενιαίο μέτωπο

Ηταν πράγματι ένα μαζικό κόμμα, και μάλιστα αν αναλογιστούμε ότι πριν την ενοποίηση το ΚPD διέθετε το πολύ 80.000 μέλη. Όμως αυτό δεν έλυνε αυτομάτως το πρόβλημα που κατάτρυχε την επαναστατική αριστερά στη Γερμανία από καιρό: τη συγκρότηση μέσα από τις κοινές εμπειρίες της πολιτικής παρέμβασης και της αποσαφήνισης ιδεών για τη στρατηγική και τη τακτική, ενός συνεκτικού πολιτικού οργανισμού που θα μπορούσε να εκτιμάει σωστά κάθε φορά τη κατάσταση και να αναλαμβάνει τις ανάλογες πρωτοβουλίες. Το νέο ενωμένο κόμμα ήταν η απόδειξη πόσο μπροστά είχε προχωρήσει το πιο πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης. Ταυτόχρονα, όμως, όξυνε όλες τις παραπάνω ανεπάρκειες.

Η ανυπομονησία που είχε τόσο καταστροφικά αποτελέσματα το Γενάρη του 1919 και σε άλλες περιπτώσεις έγινε ακόμα πιο έντονη. Θεωρητικά αυτή η πίεση βρήκε έκφραση στη λεγόμενη «Θεωρία της επίθεσης» -την οποία καλλιεργούσε και ένα τμήμα της ηγεσίας της Κομιντέρν. Σε μια επαναστατική εποχή, έλεγε η «θεωρία», το καθήκον των επαναστατών είναι να βρίσκονται συνέχεια στην επίθεση, έτσι θα ξυπνήσουν τις «μάζες» διαφορετικά θα κυλούσαν ξανά στη στάση της προπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας που μιλούσε «μαρξιστικά» ενώ συμβιβαζόταν στη πράξη.

Το πρακτικό προϊόν αυτής της «θεωρίας» ήταν η λεγόμενη «Δράση του Μάρτη» του 1921 (πάλι με την παρακίνηση ενός ανώτερου στελέχους της Κομιντέρν, του Μπέλα Κουν). Οι εργάτες μιας περιοχής στην Κεντρική Γερμανία κατέβηκαν σε απεργίες ενάντια στην κρατική καταστολή. Ηταν μια αμυντική μάχη, που δεν απλώθηκε καν σε όλη τη συγκεκριμένη περιφέρεια. Όμως, η προοπτική για την οποία έπεισε ο Μπέλα Κουν την ηγεσία του KPD ήταν κυριολεκτικά απογειωμένη: ούτε λίγο ούτε πολύ, το KPD με το παράδειγμά του έπρεπε να «εκβιάσει την εξέλιξη της Επανάστασης». Η ηγεσία του προσπάθησε με μια διαταγή να μετατρέψει μια αποσπασματική αμυντική δράση σε γενικευμένη επίθεση. Στις 20 Μάρτη η καθημερινή εφημερίδα του κόμματος, η Rote Fahne (Κόκκινη Σημαία) δήλωνε ότι όποιος δεν ανταποκρινόταν στα καλέσματα για γενική απεργία και εξοπλισμό ήταν προδότης: «Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» κραύγαζε ο πρωτοσέλιδος τίτλος!

Το αποτέλεσμα ήταν ένα καταστροφικό φιάσκο. Σε κάποια μέρη, τα μέλη του κόμματος οδήγησαν διαδηλώσεις ανέργων σε απόπειρες κατάληψης εργοστασίων για να επιβάλλουν στους εργάτες να απεργήσουν. Το SPD έτριβε τα χέρια του: να ποιοι είναι οι κομμουνιστές, έλεγε, τυχοδιώκτες και πραξικοπηματίες.

Το ίδιο το κόμμα εκτός από τη σκληρή καταστολή αντιμετώπισε μια μεγάλη κρίση: εκατοντάδες χιλιάδες μέλη του το εγκατέλειψαν. Η κρίση έφτασε στην ηγεσία: ο Πάουλ Λέβι όχι μόνο διαφώνησε με την «Δράση του Μάρτη» αλλά δημοσίευσε μια μπροσούρα που κατήγγειλε το κόμμα ως δράστη του «μεγαλύτερου μπακουνινικού πραξικοπήματος στην ιστορία». Η κριτική ήταν σωστή, αλλά ο τόνος της, η φρασεολογία και ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο Λέβι δεν έκανε το κόπο να δώσει αυτή τη μάχη μέσα στο κόμμα, για να πείσει για τις θέσεις του, προκάλεσαν τη διαγραφή του.

Το KPD ανάρρωσε από αυτή την ήττα αν και χρειάστηκαν μήνες και περισσότερες απώλειες πριν ξεκινήσει να το κάνει. Η δημοκρατική και έντονη συζήτηση στη Κομιντέρν έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτό. Στο Τρίτο Συνέδριο που έγινε τον Ιούλη του 1921, ο Λένιν και ο Τρότσκι δεν τσιγκουνεύτηκαν τις σαρωτικές κριτικές στη «θεωρία της επίθεσης» ?και στη διάρκειά τους πάλεψαν για την υιοθέτηση από τη Κομιντέρν της πολιτικής του «ενιαίου μετώπου». Οι επαναστάτες έλεγαν οι αποφάσεις του συνεδρίου πρέπει «να πάνε στις μάζες» και να τις κερδίσουν, μέσα από τη κοινή δράση ακόμα και με τις ηγεσίες των ρεφορμιστικών κομμάτων και συνδικάτων, για οικονομικά και πολιτικά αιτήματα. Δεν ήταν μια συζήτηση ?με πολλές αντιπαραθέσεις- που τέλειωσε τότε, αντίθετα συνεχίστηκε. Oι αποφάσεις του Τέταρτου Συνεδρίου της Κομιντέρν το Νοέμβρη 1922 είχαν πάλι στο κέντρο τους ακόμα πιο έντονα το «Ενιαίο Μέτωπο» ?με την ενεργητική συμβολή της ηγεσίας του KPD.

Στα τέλη του 1922, το κόμμα είχε φτάσει τα περίπου 220.000 μέλη(4). Για ένα επαναστατικό κόμμα τα μέλη δεν είναι απλοί αριθμοί ή ψήφοι στις εκλογές. Είναι αγωνιστές και αγωνίστριες που παλεύουν μαζί με τη τάξη τους και κερδίζουν τη πολιτική εμπιστοσύνη των πιο πρωτοπόρων τμημάτων της. Από αυτή την άποψη το KPD στα τέλη εκείνης της χρονιάς μπορούσε να περηφανεύεται για πολλές επιτυχίες.

Την επιρροή του στα εργοστασιακά συμβούλια για παράδειγμα: Πάλευαν να τα μετατρέψουν από ανώδυνα παραρτήματα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας σε μαχητικές οργανώσεις βάσης: «Φθάνοντας το φθινόπωρο του 1922 οι κομμουνιστές είχαν κερδίσει τόση επιρροή σε χιλιάδες εργοστασιακά συμβούλια ώστε να κυριαρχήσουν στο πανεθνικό τους συνέδριο που έγινε το Νοέμβρη»(5). Οι «επιτροπές ελέγχου» που γεννήθηκαν στις εργατικές συνοικίες πολλών πόλεων κινητοποιούσαν εργάτες και ?κυρίως- εργάτριες ενάντια στη κερδοσκοπία και το πληθωρισμό που κατέτρωγε τα μεροκάματα ήταν ένα άλλο πεδίο δράσης του KPD. Προσπαθούσε να τις συντονίσει, να τις συνδέσει με τα εργοστασιακά συμβούλια και τις απεργίες. Οι «Προλεταριακές Εκατονταρχίες», ήταν η μορφή που πήρε το «ενιαίο μέτωπο» ενάντια στην απειλή της ακροδεξιάς και των φασιστών.

1923: απότομη στροφή

Ένα από τα βασικά κριτήρια για την αποτελεσματικότητα ?και τη χρησιμότητα εν τέλει- μιας επαναστατικής οργάνωσης, πολύ περισσότερο ενός κόμματος, είναι η ικανότητα να αντιλαμβάνεται, να ερμηνεύει και να ανταποκρίνεται σε ξαφνικές αλλαγές στη πολιτική κατάσταση και στη πορεία της ταξικής πάλης. Έρχονται στιγμές που ο ίδιος ο καπιταλισμός παράγει τόσο εκρηκτικές καταστάσεις που «κάθε τι σταθερό διαλύεται στον αέρα». Η γερμανική κοινωνία κάθε άλλο παρά «σταθερή» ήταν στα τέλη του 1922, όμως το σοκ του 1923 ήταν πράγματι συγκλονιστικό. Την έφερε στα πρόθυρα της επανάστασης, ενός γερμανικού «Οκτώβρη».

Τον Γενάρη του 1923 γαλλικά και βελγικά στρατεύματα κατέλαβαν το Ρουρ. Ο σκοπός ήταν να αρπάξουν τη παραγωγή του άνθρακα επειδή η γερμανική κυβέρνηση καθυστερούσε στη πληρωμή των «πολεμικών αποζημιώσεων» που είχε επιβάλει η Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919. Η γερμανική κυβέρνηση του καγκελάριου Κούνο απάντησε με μια υστερική εκστρατεία εθνικισμού και την οργάνωση της «παθητικής αντίστασης» στις κατεχόμενες περιοχές (και της ένοπλης, από τις ακροδεξιές συμμορίες της «μαύρης Ράιχσβερ» που εκπαίδευε ο τακτικός στρατός).

Το SPD και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία για άλλη μια φορά έδωσαν πρόθυμη στήριξη στη κυρίαρχη τάξη και έτσι το κλίμα της «εθνικής ενότητας» επηρέασε τους εργάτες. Όμως, παράλληλα, οι ίδιοι έβλεπαν δυο πράγματα: οι καπιταλιστές πλούτιζαν ενώ οι ίδιοι πεινούσαν. Ο πληθωρισμός που πριν κατέτρωγε τους μισθούς και τα εισοδήματα τώρα κυριολεκτικά τα εξανέμιζε. Το μάρκο κατέρρεε, φτάνοντας η άνοιξη θα χρειάζονταν δισεκατομμύρια από το «χρήμα-κομφετί» για να αγοράσει κάποιος ένα?αυγό. Η εξαθλίωση δεν απειλούσε μόνο τους εργάτες αλλά και τα μεσαία στρώματα.

Το KPD κράτησε μια περήφανη, διεθνιστική στάση. Όταν η γερμανική βουλή συζήτησε στις 13 Γενάρη τη πρόταση ψήφου εμπιστοσύνης στη κυβέρνηση, ο Πάουλ Φρέλιχ, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του KPD ανέβηκε στο βήμα για να δηλώσει: «Ο Κούνο και ο Πουανκαρέ [ο πρόεδρος της Γαλλίας] είναι δίδυμα αδέλφια. Είμαστε σε πόλεμο και ο Καρλ Λήμπνεχκτ μας δίδαξε την πολιτική της εργατικής τάξης σε καιρό πολέμου, ταξική πάλη ενάντια στον πόλεμο! Αυτό θα είναι το σύνθημά μας: όχι κοινωνική ειρήνη αλλά εμφύλιος πόλεμος!».(6)

Το εργατικό κίνημα άρχισε να περνάει στην αντεπίθεση και οι μορφές του ενιαίου μετώπου που είχαν χτιστεί το προηγούμενο διάστημα έπαιζαν κεντρικό ρόλο σε αυτή την αντεπίθεση. Οι «Προλεταριακές Εκατονταρχίες» ιδιαίτερα, άρχιζαν να συνδυάζουν και τη πάλη ενάντια στη φασιστική δεξιά και την ενεργητική οργάνωση των εργατικών αγώνων δίπλα στα εργοστασιακά συμβούλια.

Για μια ολόκληρη πτέρυγα του KPD ?με ισχυρή επιρροή τόσο στην ηγεσία όσο και στη βάση ιδιαίτερα στη περιφέρεια το Βερολίνου- με επικεφαλής τη Ρουθ Φίσερ και τον Αρκάντι Μάσλοφ, αυτές οι προσπάθειες ήταν «σοσιαλδημοκρατική παρέκκλιση». Δεν ήταν δύσκολο για την ηγεσία του κόμματος γύρω από τον Μπράντλερ και τον Αουγκουστ Ταλχάϊμερ, να αποκρούσει αυτές τις κατηγορίες. Η ενιαιομετωπική τακτική κέρδιζε στρατιές εργατών στις γραμμές και το πλευρό του επαναστατικού κόμματος.

Ο «γερμανικός Οκτώβρης»

Από τον Ιούνη και μετά οι εξελίξεις επιταχύνονταν. Η οικονομική κατάσταση χειροτέρευε, η κυρίαρχη τάξη βυθιζόταν στις έριδες και έχανε το τιμόνι, η ριζοσπαστικοποίηση προχωρούσε και το πιο σημαντικό ?οι απεργίες αποκτούσαν όχι μόνο ευρύτητα αλλά και πολιτικό χαρακτήρα. Τον Αύγουστο, μια απεργία που ξεκίνησε από το Βερολίνο με πρωτοβουλία της Εκτελεστικής Επιτροπής των Εργοστασιακών Συμβουλίων, μετεξελίχτηκε σε μια Γενική Απεργία που έριξε τη κυβέρνηση του Κούνο.

Για την ηγεσία της Κομιντέρν και των ρώσων μπολσεβίκων, όπως και για την ηγεσία του KPD αυτή η εξέλιξη χτύπησε τις καμπάνες. Μια επαναστατική κατάσταση ωρίμαζε στη Γερμανία. Τα ερωτήματα αποκτούσαν πια πιεστικό χαρακτήρα: η ανατροπή της κυβέρνησης σημαίνει το τέλος του κινήματος ή το πέρασμά του σε μια νέα, ανώτερη φάση; η κατάληψη της εξουσία είναι όντως προ των πυλών;

Με την ενεργητική υποστήριξη της Κομιντέρν και του μπολσεβίκικου κόμματος προχωρούσαν οι προετοιμασίες για την ένοπλη εξέγερση. Τα πάντα μπήκαν στην υπηρεσία της επερχόμενης γερμανικής επανάστασης. Στη Ρωσία, ο Κόκκινος Στρατός καλούσε εθελοντές που μιλούσαν γερμανικά, σιτάρι ?που δεν περίσσευε- συγκεντρωνόταν για να πάει στη Κόκκινη Γερμανία. Στρατιωτικοί σύμβουλοι, χρήματα και κάμποσα όπλα έβρισκαν το δρόμο τους στις παγωμένες από τη πείνα και το κρύο γερμανικές πόλεις. Εκεί, οι τεχνικές προετοιμασίες προχωρούσαν με μυστικότητα και χαρακτηριστική μεθοδικότητα από τον παράνομο μηχανισμό του KPD. Ο Βίκτορ Σερζ, στην αυτοβιογραφία του «Αναμνήσεις ενός Επαναστάτη» ζωγραφίζει με έντονα χρώματα τις προετοιμασίες και την απίστευτη ένταση, τις ελπίδες και τους φόβους εκείνων των ημερών.

Το σήμα για την έναρξη της δράσης, σύμφωνα με το σχεδιασμό, θα το έδινε η απόπειρα της κεντρικής κυβέρνησης να ανατρέψει με βία τις τοπικές κυβερνήσεις της Σαξονίας και της Θουριγγίας στις οποίες κυριαρχούσε η αριστερά πτέρυγα του SPD (στα τέλη Σεπτέμβρη κομμουνιστές υπουργοί μπήκαν σ΄ αυτές, ανάμεσά τους και ο Μπράντλερ, ύστερα από εντολή της Κομιντέρν).

Η πρόκληση ήρθε στις 20 Οκτώβρη. Ύστερα από ένα τελεσίγραφο, τμήματα της Ράϊχσβερ, του γερμανικού στρατού, μπήκαν στη Σαξονία με σκοπό να ανατρέψουν τη κυβέρνηση του κρατιδίου και να «αποκαταστήσει τη τάξη». Όμως, όταν την επόμενη μέρα ο Μπράντλερ ανέβηκε στο βήμα της συνδιάσκεψης των εργατικών οργανώσεων και κομμάτων στο Κέμνιτζ για να προτείνει τη κήρυξη πανεθνικής γενικής απεργίας και τον εξοπλισμό των εργατών, συνάντησε την άρνηση της ηγεσίας των αριστερών σοσιαλδημοκρατών.

Εκείνη τη στιγμή, η ηγεσία του KPD έπρεπε να πάρει μια απόφαση: να προχωρήσει ή ματαιώσει τα σχέδια; Όλοι οι φόβοι ότι θα επαναλάμβαναν λανθασμένες κρίσεις όπως η «Δράση του Μάρτη» βάρυναν στο νου της ηγεσίας.

Στις 22 Οκτώβρη πάρθηκε η οριστική απόφαση για τη ματαίωση της εξέγερσης. Απεσταλμένοι στάλθηκαν σε όλες τις πόλεις για να μεταφέρουν την εντολή. Σε μια δεν έφτασε, στο Αμβούργο. Ετσι το πρωί της 24 Οκτώβρη, μερικοί εκατοντάδες επαναστάτες εφόρμησαν στα αστυνομικά τμήματα. Οι συγκρούσεις κράτησαν λιγότερο από ένα 24ωρο αφού έγινε σύντομα γνωστό ότι πουθενά αλλού δεν υπήρχαν τέτοιες κινήσεις. Αντί για το «γερμανικό Οκτώβρη» η κατάληξη ήταν ένα φιάσκο.

Η νίκη της γερμανικής επανάστασης θα άλλαζε το ρου της ιστορίας. Η ήττα της, εκείνο τον Οκτώβρη, οδήγησε στην απομόνωση της ρώσικης επανάστασης στρώνοντας το δρόμο για την επικράτηση του σταλινισμού. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ναζιστική σβάστικα εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως έμβλημα στις στολές της ταξιαρχίας του Ερχαρντ στη διάρκεια του πραξικοπήματος Καπ το Μάρτη του 1920?

Στον Λ. Τρότσκι χρωστάμε την πιο δουλεμένη και διεισδυτική ανάλυση αυτής της ήττας, στη μπροσούρα τα «Διδάγματα του Οκτώβρη». Εξηγεί τι ήταν αυτό που έσπρωξε τη γερμανική ηγεσία να κάνει πίσω:

«Η εργατική τάξη παλεύει και ωριμάζει έχοντας πάντα συνείδηση του γεγονότος ότι οι μεγαλύτερες δυνάμεις βρίσκονται με το μέρος του εχθρού. Αυτό φαίνεται σε κάθε βήμα της καθημερινής ζωής: ο εχθρός διαθέτει πλούτη και κρατική εξουσία, όλα τα μέσα ιδεολογικής πίεσης και όλους τους μηχανισμούς καταπίεσης. Συνηθίζουμε στην ιδέα ότι ο εχθρός υπερτερεί σε δυνάμεις. Κι αυτή η συνήθεια αποτελεί βασικό μέρος της ζωής και της δραστηριότητας του επαναστατικού κόμματος, στην εποχή της προετοιμασίας. Οι συνέπειες της μιας ή της άλλης απρόσεχτης ή ανώριμης πράξης υπενθυμίζουν σκληρά τη δύναμη του εχθρού. Αλλά έρχεται μια στιγμή που η συνήθεια να θεωρούμε τον εχθρό σαν δυνατότερο γίνεται το κύριο εμπόδιο στο δρόμο για τη νίκη. Η σημερινή αδυναμία της αστικής τάξης φαίνεται ντυμένη με τη σκιά της χθεσινής της δύναμης».

Ο Τρότσκι κάνει και μια άλλη διαπίστωση: «Χωρίς κόμμα, ξέχωρα από το κόμμα, πάνω από το κόμμα ή μ΄ ένα υποκατάστατο του κόμματος, η προλεταριακή επανάσταση δεν μπορεί να νικήσει». Η Γερμανία του 1918-23 είναι μια ακόμα απόδειξη ότι ένα τέτοιο κόμμα πρέπει να χτιστεί πριν τις επαναστατικές ευκαιρίες.

[Αποσπάσματα από το βιβλίο του Chris Harman, Η Χαμένη Επανάσταση, Γερμανία 1918-1923]

Advertisements
Explore posts in the same categories: History, Politics

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , ,

You can comment below, or link to this permanent URL from your own site.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: