ΤΙΘΟΡΕΑ

Ωσαννά –

ο εν ταις αμαξοστοιχίαις κέρινος θεός

βλοσυρός επέβλεπε τα πάντα απ’ τ’ αετώματα των αποσκευών.

Εκείνη δωρική, με μια καρδιά όλο καρφιά.

Πορευόμασταν στο μούχρωμα μες σε στροβιλισμούς υπόγειους,

σύροντάς με σε διαδρόμους σταλακτιτών,

ενώ – φευ – οι σκιές μου μ’ ενέπαιζαν πίσω απ’ τη βιτρίνα.

 

Σα σουρωμένος στρόβιλος περνούσ’ η νύχτα.

 

Έκυψε πάλιν ολομόναχη – με μια πέτρα στα χείλη –

στ’ απαλό σημειωματάριο της ομίχλης,

κόρη του Βορέα κι αρχαιοτέρα της λιθόσφαιρας,

εξαργυρώνοντας σιωπηλά καθώς βούλιαζα με τους τροχονόμους τ’ ουρανού.

Κι ηταν το σίδερο πανω στο σώμα της τοσο θελκτικό,

ηταν η πανοπλία σε σκούρο κόκκινο

[αιματώδες θά ‘λεγες],

φέρουσα ενα γοργόνειο ανάγλυφο.

 

Η μύτη μου έπεσε στο χώμα

κι η άνοιξη – Μάης μήνας τηβεννοφόρος –

σε χαρτοπόλεμο λαμπυρίζοντα εσχίσθη,

ώσπου μ’ εσφούγγιξεν ο καπνός του ντηζελοκινητήρος

2steps_places_railway_tithorea_004

Explore posts in the same categories: Χωρίς κατηγορία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: