Archive for the ‘Χωρίς κατηγορία’ category

ΤΙΘΟΡΕΑ

Μαΐου 30, 2016

Ωσαννά –

ο εν ταις αμαξοστοιχίαις κέρινος θεός

βλοσυρός επέβλεπε τα πάντα απ’ τ’ αετώματα των αποσκευών.

Εκείνη δωρική, με μια καρδιά όλο καρφιά.

Πορευόμασταν στο μούχρωμα μες σε στροβιλισμούς υπόγειους,

σύροντάς με σε διαδρόμους σταλακτιτών,

ενώ – φευ – οι σκιές μου μ’ ενέπαιζαν πίσω απ’ τη βιτρίνα.

 

Σα σουρωμένος στρόβιλος περνούσ’ η νύχτα.

 

Έκυψε πάλιν ολομόναχη – με μια πέτρα στα χείλη –

στ’ απαλό σημειωματάριο της ομίχλης,

κόρη του Βορέα κι αρχαιοτέρα της λιθόσφαιρας,

εξαργυρώνοντας σιωπηλά καθώς βούλιαζα με τους τροχονόμους τ’ ουρανού.

Κι ηταν το σίδερο πανω στο σώμα της τοσο θελκτικό,

ηταν η πανοπλία σε σκούρο κόκκινο

[αιματώδες θά ‘λεγες],

φέρουσα ενα γοργόνειο ανάγλυφο.

 

Η μύτη μου έπεσε στο χώμα

κι η άνοιξη – Μάης μήνας τηβεννοφόρος –

σε χαρτοπόλεμο λαμπυρίζοντα εσχίσθη,

ώσπου μ’ εσφούγγιξεν ο καπνός του ντηζελοκινητήρος

2steps_places_railway_tithorea_004

Advertisements

Όσο κρατήσει η ζωή

Δεκέμβριος 5, 2014

Όσο κρατήσει η ζωή κρατεί κι ο θάνατος.
Ώρα να σκεφτώ τα μελλούμενα
σωριασμένα αιφνίδια στο χθες.
Φοβερή ασυνέχεια: ο πλούτος μου είναι το στήθος μου.
Γι αυτό ποτέ δεν παζάρεψα το ηλιοβασίλεμα
και ταξιδεύω σίγουρος,
όσο η μίνθη ταξιδεύει και το ασπροθύμαρο.

Ν. Καρούζος

Quiz: Πόσο ερωτικά σε έλκει ο Γιώργος Αυτιάς

Ιουνίου 9, 2010

Κάντε το κουίζ και ανακαλύψτε ΤΩΡΑ την ερωτική έλξη που ασκεί και σε σας ο Γιώργος Αυτιάς.


1. Έχετε συχνά ερωτικές φαντασιώσεις με τον Γιώργο Αυτιά ;

Α. Ολημερίς και ολονυκτίς

Β. Κάθε μέρα

Γ. Προτιμώ τον Γιώργο Βλάχο

Δ. Όχι, συνήθως οι ερωτικές μου φαντασιώσεις περιλαμβάνουν ψόφια κοτόπουλα

2. Σε ποια ηλικιακή ομάδα ανήκετε ;

Α. 91-100

Β. 101-103 (και τέσσερα δευτερόλεπτα)

Γ. 82-90

Δ. Χρειάζεται προσοχή μην επωφεληθούν οι Σοβιετικοί από αυτά τα τέσσερα δευτερόλεπτα και μας αρπάξουν τα ψόφια κοτόπουλα

3. Τι περιλάμβανε η ερωτική ονείρωξη που είχατε ;

Α. Άγριο σεξ με Γιώργο Αυτιά

Β. Ήμουν εγώ κι ο Γιώργος Αυτιάς σε έναν ρομαντικό περιπατο στις όχθες του Βόλγα

Γ. Τον Γιώργο Βλάχο στο ρόλο του αμπαζούρ

Δ. Πολλά ψόφια κοτόπουλα τα οποία παραγέμιζα με κάστανα και δαμάσκηνα και ύστερα τα έβαζα σε καυτό λάδι

4. Θεωρείτε πως ένα άσπρο τσουλούφι είναι ερεθιστικό ;

Α. Καυλώνω και μόνο που το σκέφτομαι

Β. Ναι, γιατι μου θυμίζει τον πολυαγαπημένο μου Γιώργο Αυτιά

Γ. Προτιμώ ένα περιποιημένο και παχύ μουστάκι

Δ. Ναι γιατί σκέφτομαι την Άννα Παναγιωταρέα να σφάζει κοτόπουλα και αυτά να της ξεφεύγουν με μισοκομμένο το λαιμό και να τρέχουν κακαρίζοντας

5. Ποια είναι η αγαπημένη σας τηλεοπτική περσόνα ;

Α. Ο Γιώργος Αυτιάς

Β. Ο Αυτιάς

Γ. Ο Γιώργος Βλάχος

Δ. Ο Πολύκαρπος, το ψόφιο κοτόπουλο

6. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας τίμιος γίγαντας του ελληνικού μπάσκετ ;

Α. Ο Καμπούρης

Β. Ο Αργύρης Καμπούρης

Γ.  Αργύρης Καμπούρης, Ο

Δ. Ο Αργύρης ο Καμπούρης

7. Σας αρέσει να παραμονεύετε ;

Α. Μου αρέσει πολύ

Β. Θου, Κύριε, φυλακή τω στόματί μου

Γ. Ναι, μου αρέσει

Δ. Καλά είναι, δεν έχω πρόβλημα

Περισσότερα Α: Ο Γιώργος Αυτιάς είναι για σένα το next top model και ο νέος κριτής στο Ζαμανφού. Συγχαρητήρια.

Περισσότερα Β: Προσπάθησε λίγο ακόμα.

Περισσότερα Γ: Ο Γιώργος Βλάχος εκπροσωπεί για σένα την ακαταμάχητη σεξουαλικότητα του λήσταρχου Νταβέλη.

Περισσότερα Δ: O Γιώργος Αυτιάς δεν σε έλκει καθόλου ερωτικά. Αυτό συμβαίνει επειδή είσαι ένα ανώμαλο κάθαρμα. Έχεις τάσεις κτηνοβασίας και νεκροφιλίας τις οποίες όχι μόνο δεν προσπαθείς να καταπολέμήσεις, αλλά τουναντίον ενδίδεις σε αυτές με κάθε ευκαιρία. Είσαι μια παλιολινάτσα, αυτό είσαι. Μία λέρα αρρωστημένη. Ένα πουκάμισο αδειανό, μια Ελένη. Αν παρ’όλα αυτά βρίσκονται στην κατοχή σου ροζ φωτογραφίες με ψόφια κοτόπουλα σε πρόστυχες στάσεις και ενδιαφέρεσαι για ανταλλαγή παρόμοιου υλικού επικοινώνησε μαζί μου με email στο oil-and-gas-technology@mpoumpoulinafanclub.com

Ανακοίνωσις βαρυσήμαντη (Σε αφορά άμεσα)

Μαΐου 25, 2010

ΠΡΥΤΑΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ – ΥΠΟΘΕΣΗ ΟΛΩΝ ΜΑΣ

ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ KAI THΣ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΠΑΝΤΑΜΕ ΜΕ ΛΥΣΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ, ΑΞΙΟΠΙΣΤΗ, ΣΙΓΟΥΡΗ.

ΣΤΙΣ 26.5 ΨΗΦΙΖΩ S-MASTRO. ΨΗΦΙΖΩ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΕ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ, ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ.

S-MASTRO ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΣΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ.

S-MASTRO BY FAR (ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΠΑΡΑΠΕΡΑ).

Πρωτοπόρα θεωρία – Πρωτοπόρα δράση – Πρωτοπόρα ΤΕΧΝΗ!

Δεκέμβριος 18, 2008

Ενας παλιος καθηγητης ειχε αναφερει «Τεχνη είναι εκεινο το ανθρωπινο μεσο που γεφυρωνει την αποκλιση μεταξυ πραγματικοτητας και επιθυμητης πραγματικοτητας», μιλωντας διαχρονικα. Ειδικα σημερα, η πραγματικοτητα είναι ιδιαιτερα αφυδατωμενη, προκυπτουσα με γεωμετρικη ακριβεια από μια θυσια υπερβολικη της κοινωνιας για τη λεγομενη «προοδο», θυσια που εχει ριζες σε θετικιστικες αξιες και ιδανικα, διαιωνισμενα δια του μηδενισμου, της φουτουριστικης εν πρωτοις «πιστης στη μηχανη» για να καταληξει σε ασυδοτο καταναλωτισμο. Επομενως, αναγκαια είναι η διαρκης αναζητηση και επεκταση πρωτοποριακων ρευματων καλλιτεχνικης αξιας, ρευματων στα οποια ο καλλιτεχνης αποφευγει κάθε ειδους ελιτισμο και διαχωρισμο του από το υπολοιπο κοινωνικο συνολο, χωρις να υποταχθει απαραιτητα σε αυτό.

Αξιες παραγνωρισμενες, όπως φιλοσοφια, μεταφυσικη (αρα και θρησκεια) να εκμεταλλευτουν οσο το δυνατο περισσοτερο αυτές τις δημιουργικες τασεις, ώστε να ανανεωθει η εκφραση τους και να αυξηθει η διαδοση τους. Να υπαρχει αισιοδοξια σε αυτά τα κινηματα. Ακομα κι αν αυτες οι μορφες τεχνης θεωρηθουν κατωτερου επιπεδου και εχουν αρνητικο αντικτυπο, τουλαχιστον θα είναι ισης η μεγαλυτερης αξιας από την υπεραφαιρετικη μεταμοντερνα τεχνη η οποια κατεχει τη μεριδα του λεοντος σε εικαστικες παρουσιασεις. Εκει οντως προκυπτουν πολλα ερωτηματικα γυρω από το «τι ηθελε να πει ο καλλιτεχνης/ ποιητης / δημιουργος γενικα», τοσα πολλα μαλιστα που οι περισσοτεροι κοινοι θνητοι δε μπαινουν καν στον κοπο να σκεφτουν. Κατι τετοιο εναντιωνεται σε έναν από τους πολλους στοχους της τεχνης ο οποιος είναι το ενδιαφερον και η κινητοποιηση της διανοησης του παρατηρητη, ακομα και σε ακραιες περιπτωσεις οπου προξενειται (στοχευμενα) η εκπληξη. Με αλλα λογια, στοχος να είναι η υπερβαση αυτης της υπεραπλουστευσης και, ισως, ένα μικρο πισωγυρισμα στις «καθαρα» (συμβατικα χρησιμοποιουμε εδώ τον ορο, μιας και το κινημα εχει παρα πολλα παρακλαδια) μοντερνες μορφες και πρακτικες.

Το συστημα (κοινωνικη ανισοτητα, παγκοσμιοποιηση, ρατσισμος η και άλλες συχνα αναφερομενες μορφες του ιδιου πραγματος που γεννα τα παντα, του καπιταλιστικου μοντελου) είναι εξ’ αρχης υποβοηθουμενο και συγχρονως στηριγμενο σε αφυπνιση μαζων. Δεν είναι ιδιαιτερα πρωτοτυπη διαπιστωση, αλλα μας βοηθα να καταλαβουμε αυτή την αναγκαιοτητα παραγωγης τεχνης, όχι βεβιασμενης και συνεπως a priori βραχυπροθεσμης. Πριν από κάθε κοινωνικο κινημα προηγειται η εσωτερικη (σε προσωπικο, δηλαδη, επιπεδο) συνειδητοποίηση της διαμαχης που λογο υπαρξης εχει την αιωνια εκμεταλλευση (κλασικη παλη των ταξεων αλλα, εν παση περιπτωσει, πειτε το όπως σας αρεσει). Κατά βαση, θα λεγαμε ότι αιτια αυτης της προυποθεσης είναι και ο ατομικισμος που τροφοδοτει την κυριαρχη κατασταση. Συνεπως, η τεχνη για να είναι αποτελεσματικη, πρεπει να θετει ζητηματα όχι μεμονωμενα και ξεκομμενα από το ατομο, αλλα τετοια που να καλυπτουν οσο το δυνατον μεγαλυτερο ευρος του ψυχονοητικου φασματος του κάθε ενός. Μορφες στρατευμενης τεχνης (προπαγανδας), όπως οι φασιστικες, ναζιστικες, ακομα και σοβιετικες, που το κοινωνικο κινημα πρωτοστατουσε, θεωρουνται απαρχαιωμενες, συν τοις αλλοις, γι’ αυτόν ακριβως το ρολο, την αποτυχια δηλαδη συνδεσης περιεχομενου με τον εσωτερικο κοσμο και όχι απλα με την κοινωνικη ταξη, τη θεση και το ρολο του ατομου.

Phantasmagoria (by poliorkitis333)

Νοέμβριος 28, 2008

Ι. 17 in a Day of Sun

When among the drought and sand
sparkles the very first daylight,
along all our shores across the land,
awaits the hardly visible sight.

Hence the fiery night conquers,
clouds of Wrath γνεθουν τον ηλιο,
saving a disabled memory of desire
for the woods under the ground.

Και τα λειψανα, κινουμενα δεντρα, παλι θα μιλησουν
στο χορο γυρω απ’ τη φωτια,
στην ηδονη μεσα στη φωτια.
Θα σηκωθει το κρανιο του Snorri,
απ’ την ωραιοτητα της αδαμαντινης Valhalla
με παγωμενο κρανος, και θα μιλησει
για τις αιωνιες νυχτες υπο τον Ωριονα,
υπο τον λαμπερο Τοξοτη
που διεσχισε τους λοφους και τα λαγκαδια,
θεραπευσε τις μικρες αρρωστες ζωες στη διαβρωμενη ερημο,
πολεμωντας στις ζουγκλες, στα φαραγγια και στο Γαγγη,
τραγουδωντας στον καταρρακτη του Ενιπεα για τη χαμενη ελπιδα,
περνωντας Nilfheim, Βαβυλωνα
και την πολη των κροκοδειλων.
Τωρα, καθημενος επι του θρονου του, περηφανος,
αγναντευει μες στα κινουμενα συννεφα τους θνητους,
struggling in their misery,
torturing themselves with peculiar habits,
καθως κλεινει τα ματια και βυθιζεται στον ουρανιο Λογο.

ΙΙ. Burleske. Wie ein Schatt.

Η νυχτα που μας ηρθε, ηταν αιφνιδια.
Στεκομενοι στο μπαλκονι του ανακτορου, πλεκοντας
υμνους προς τους βωβους αστερες, εγκωμια
στην ανεπαισθητη κινηση των ουρανιων σφαιρων,
περιστρεφομενων to eternity, blessed
από τους περιστρεφομενους βολβους μας.

Η νυχτα που μας ηρθε, δεν ηταν διαφορετικη απ’ τις άλλες.
Ο παντοπωλης εκλεισε πριν λιγο
και οι ευμορφες καμηλοπαρδαλεις καθαριζουν με τις γοβες τους το τσιμεντο,
κατερχομενες την Novus Strasse εν φλυαρια.
Κεραιες πεφτουν και σηκωνονται πριν τις δεκα.

Χαμογελωντας στο Τζωρτζ με την ωραια μασελα,
αθορυβα εισδυσα γι’ ανεφοδιασμο,
τρια μπουκαλια ουισκυ που μ’ ανεμεναν,
ορθωμενα σ’ αστραφτερο μαρμαρο,
μεταξυ λαμπαδων μη ρομαντικων και σκονης.

Το τριξιμο στο ντουλαπι, το σκυλι που καραδοκει κάθε νυχτια
κι η μακρινη σειρηνα του ασθενοφορου,
οι σταλες από την τρυπα της υδρορροης
και το κουφο ζωυφιο που εφορμα στα ψιχουλα,
με τερατωδη σκια, θριαμβευουν την κενη ωρα.

Βγαινοντας, με κοιταζε ένα καπελο, επενδυμενο με μεταξι.
Ο Τζωρτζ πουθενα.
Ουτε στη luxurious armchair, ουτε στα κλαδια του πευκου απεναντι,
ουτε επεπλεε στην ατμοσφαιρα σαν ζουμερο μπαλονι.
Δε λυπηθηκα. Γιατι να λυπηθω ;
A raw meat he was, breathing some unwanted air
of pleasure, desired and not.
Plenty of his fellows were mumbling about
τις εξαιρετικες του τεχνικες στην παραγωγη χρηματος και σπερματος.

Η παγωνια στις μικρες ωρες διαπερνα το τελευταιο οστο.
Μαζευω το σερβιτσιο (αγορασθεν εξ’ Αραβιας) και το σολωμο,
μυριζοντας την υγρασια του δευτερου οροφου,
σμιγοντας χαλαρωση με δεηση to Ishtar.

Ροδονερα κι απονερα
και μια αγκαλια στην ουρανια Αρκτο,
που δε με περιμενει πριν ανεβω.
Η ορεξις μου ανοιγεται εχοντας καταβροχθισει
τον Αλμπερτ στο κατω πατωμα,
περιχυμενο με μελι και σαλτσα αφθονως,
χτυπωντας την πορτα του για καποιο ξεχασμενο νοικι.
Η ορεξις μου μου ψιθυριζει
«Δοκιμασε την Τζενιφερ,
ισως κανει για το εξαιρετο γουστο σου».
Σπειρες και κυκλοι στροβιλιζομενοι,
κοκκινοι και πρασινοι, πρασινοι και κοκκινοι,
που με οδηγουν εκτος της αχλης,
σαν αφυπνιζομαι πανω στο τρυπιο βελουδο,
από μια σουστα της καρεκλας, που θελησε ν’ ανυψωθει.

Και τωρα, δυο ματια που μ’ ανεμεναν.
Ανεμεναν ποτε θ’ απλωσω το χερι μου στο κρυσταλλινο ποτηρι,
ποτε θα μασησω τη φραουλα, εκλεπτυσμενης γευσης.
Μεσα στις φυλλωσιες, στον καδο, το ντουλαπι,
στης αποχετευσης τους σωληνες.
Πισω απ’ την πορτα της καμαρας, δειλα κρυφοκοιταζω
ποτε θα εξαφανιστει το κρεμαμενο κεφαλι από το σαθρο ταβανι,
με ματια ορθανοιχτα, στυλωμενα πανω μου.
Δεν τολμω να εισβαλω δρασκελωντας το κρυο πατωμα
και να κρυφτω κατω απ’ τις βρωμικες κουβερτες,
περιμενοντας τον ηχο του πρωινου λεωφορειου.
Στην τουαλετα ξημεροβραδιαζομαι,
κλειδωνοντας την πορτα,
στρωνοντας μια πετσετα στη μπανιερα,
αγρυπνος.

Σε μιαν αχρηστη γαληνη,
όταν το υπογειο παρτυ εφτασε στο τελος του,
παλιατσοι απ’ το μπουντρουμι, ηχηροι,
φτυνουν στο αναισθητο πεζουλι
και λοξοδρομωντας καταπινονται απ’ το σκοτος,
σε πενθιμη σιγη.

IΙΙ. Lightnings striking invisibly

Τ’ αδηλα και τα κρυφια της σοφιας Σου ηγαπησας.

Ραντιζοντας το ματι μου με το Νερο Σου,
από την κρηνη με το σκαλιστο περιστερι,
ανασταινεται το κοιμωμενο βλεφαρο.
Σα μ’ αγγιξεις ανασαινω ενθαρρυντικα.
Πολυς ο χρονος και λιγη η ζωη,
το τι θ’ αψηφησουμε δεν ξερω.
Όπως ουτε τον επομενο προορισμο της αμαξοστοιχιας,
που δραπετευει στα πλατια λιβαδια.

Στα λιβαδια, γελαστα παιδακια πετανε τους πολυχρωμους χαρταετους,
πριν γκρεμιστουν στο εδαφος ακαριαια.
Γκρεμιζονται κι οι σκεψεις τους, αθωες κι αυτές κι αφελεις.
Σαν παρουν το ατιθασο μονοπατι πισω απ’ τα βουνα,
θ’ ανεβουν.
Τι ομορφα που ειναι σ’ αυτά τα υψη…
Νιωθεις ολη την αυρα από κινουμενα συννεφα που μπορεις να τα δεις
απαλα ν’ αγγιζουν τις βουνοκορφες, σε μια αφατη ηρεμια.

Χαμηλωμενος ηλιος στην αμμουδια,
σε λιγο θα πεσει το σκοταδι.
Πρεπει να προετοιμαστουμε για το σκοταδι.
Θα ορμηξει το σκοταδι στα κρυφα,
σαν κυμα του κοραλλιογενους υφαλου,
σαν ριπη μυδραλιοβολου ένα παγωμενο πρωινο.
Χωρις αναμονη και χωρις σκοπο,
ως ξεψυχα ένα μωρο στα καγκελα της κουνιας,
βλεποντας την τελευταια αχτιδα
που απλοχερα χαριζει η ναπαλμ σαν πεφτει από ψηλα,
χαμογελαστη και γεματη αγαπη.

Το αναμμα των καντηλιων το βραδυ στην ερημη εικονα,
ας προστατευει τις κοιμωμενες ψυχες,
ας προστατευει και τις ψυχες απ’ τα παιδακια.
Και τις δικες μας.
Πολυτιμες ειν’ ολες.

Υπερκύβος (by poliorkitis333)

Αύγουστος 24, 2008

[Suggestion to listen to Brian Eno’s “Unfamiliar Winds” (following video) while reading]

“What I think psychedelic society is,

is the idea of creating a society that always

lives in the light of the mystery of being”

Terence Mc Kenna

Kandinsky, ''Gloomy situation''

Kandinsky, Gloomy Situation

Στο άδειο πρωινό υποδέχομαι το σφαιρικό θόλο,
εν πορεία καταβατική της ημέρας,
ακουμπώντας στον ωραίο συμπαγή τοίχο,
τόσο όμορφος στην κενότητά του.
Τόσο όμορφη κι η φαλάκρα του συνταξιδιώτη στο λεωφορείο
και η αδιάφορη γκριμάτσα του εισπράκτορα με το φτηνό καπέλο,
που βαριεστημένα ανεβοκατεβαίνει οχήματα ιδρωμένος
και φτάνει σπίτι του πριν το σούρουπο,
με παρέα δυο μύγες κι ένα χαλασμένο κλιματιστικό.
Δροσίζει με λίγες σταγόνες ρακή το ροζιασμένο λαιμό του
κι ύστερα ως άριστος υπάλληλος κοιμάται κατά τις δέκα.

Την ώρα που τα τζιτζίκια τραγουδάνε κάθομαι μες στα πεσμένα ροδάκινα,
μυρίζοντας την αλμύρα του πόντου χωρίς ρολόι.
Καΐκια πάνε κι έρχονται, ζευγάρια επίσης στο ημίφως,
κρυστάλλινες όψεις, άφθαρτες κι απλησίαστες.
Έπεφτε το φεγγάρι άπληστα στους βράχους,
σε σιωπηρούς βράχους, που δε μας ποθούν κι ούτε τους ποθούμε.
Υπάρχει κάτι που ίσως ποτέ δεν υπήρξε
και πάλι η θέαση και η σκέψη του μπορεί να μη σημαίνουν την ύπαρξή του,
αλλάζοντας θέσεις στις πλευρές των εγκεφάλων μας.
Λοιδορώντας ό,τι δεν μπορεί να κατορθωθεί,
σατιρίζοντας εγωισμό και δεσμεύοντας μνήμη.
Υγρές λαμαρίνες αντηχούν τις ημιουράνιες συγχορδίες
κι η σκοτεινή μορφή πίσω απ’ τα δέντρα που μας παρακολουθεί
δίστασε ν’ αφήσει μια ένδειξη μες στους βάτους.

Άνεμοι που σφυρίζουν στα σεντόνια,
μια ιπτάμενη μαριονέτα με ψεύτικο χαμόγελο.
Κι η επιγραφή »ΜΕΖΕΔΟΠΩΛΕΙΟ» μας επαναφέρει θύμηση από άγριες νύχτες,
όταν σαρώνοντας κράσπεδα και παρασύροντας γόπες
έμπαινε ο Βορέας σε έρημα υπόγεια
και συ, σαν ένα παιδί της σοφίτας, χάζευες τις δημόσιες λάμπες,
παθητικές όσο ποτέ, αντιλαλούσαν άηχα τις γυμνές ελπίδες:
Ζαχαρωτά και μια υποδοχή θερμή
από αόμματους κλειδοκράτορες,
από την Emily που σερβίρει τα πολύχρωμα κοκτέιλ
ή ίσως από την ανάμνηση που σε κατατρώει αθλίως,
κάνοντας με τερατώδη τρόπο φανερή την παρουσία της
τα βράδια άπνοιας που μπορείς και κοιμάσαι.

Ο ωροδείκτης εξαφανίζεται απο το ρολόι του τοίχου,
ενώ τα φορτηγά συνεχίζουν το νωθρό παιχνίδισμα στην κρύα άσφαλτο.
Αύριο είναι μια άλλη μέρα και σαν την αυριανή δε θα υπάρξει άλλη.
Προσεκτικά επιλεγμένα, απρόσεκτα σμιλεμένα ως είθισται,
καταποντίζονται στο καζάνι της λήθης,
καντήλια που τρεμοσβήνουν, καντήλια άδεια.
Εσύ όμως συνεχίζεις να προσηλώνεσαι στο μουχλιασμένο τοίχο.

Το εκκρεμές σταμάτησε βγάζοντας ένα επιφώνημα Θλίψης.
Πρωτόγονες ακτές καλούνε μεσ’ από αόρατα χωνιά της θάλασσας,
αόρατες δίνες κι αδιάστατα κοχύλια,
που κοχύλια μπορεί να ‘ναι του βουνού, πλάι στο χείμαρρο.
Αντηχούν οι σπηλιές το κάλεσμα,
ενωμένο με το κλάμα του κορυδαλλού
που δε μπορεί να ξεδιψάσει και του απομένουν λίγες ώρες,
για να ψάλει ύμνο αρχαίο υπό λάμψεις τρεμουλιαστές
σ’ ένα ξωκλήσι γκρεμισμένο,
μέσα στο δάσος των νεκρών κορμών,
ορθωμένων σε δέηση, με ανύπαρκτο μέλλον,
σχεδιασμένο σε ωχρούς φθαρμένους χάρτες
από πληρεξουσίους εταιρειών ανωνύμων,
ανυπόστατων, ανεξήγητων.

Ο βυθός υποτάσσεται στον κοντινό βυθό,
η πέτρα κατρακυλά δίπλα στην άλλη,
κι όλες μαζί βουλιάζουν στη θάλασσα,
αφού μόνο ο λεπτοδείκτης δε μου αρκεί.
Μ’ ένα αστραφτερό σκίρτημα της καυτής άμμου,
βούτηξα πέρα απ’ τους πασσάλους, το απομεσήμερο,
ενώ έσχιζε ο πάλλευκος γλάρος, εκ της Τζοχόρ,
το εύκρατο αγέρι των ήχων που φέρνουν
το μακρινό σήμαντρο στο χειριστή της μπουλντόζας,
το κοντινό ψιθύρισμα του ζητιάνου στην επιτροπή των μετόχων.

Όλοι μαζί, σ’ ένα τραπέζι οβάλ ή ορθογώνιο
θα φλυαρούμε ξεκοκαλίζοντας ένα φτηνό ρόφημα (ακριβό ενίοτε),
καθώς θα πέφτουν λίγες στάλες στείρας βροχής.
Και δε θα κοιτάζουμε το ρολόι χειρός.
Σπάζοντας πλάκα, τραντάζονται οι εύθυμες κοιλιές μας,
όπως τραντάζει η αμμοθύελλα την άδεια κονσέρβα,
κάμποσες χιλιάδες μίλια νοτίως της μουντής ημών πόλεως.

Ο ξεθωριασμένος τοίχος δεν προμηνύει τίποτα.

Εντός της άνυδρης κοιλάδας,
ο ιδρώτας της γης εξατμίζεται σε αερικά δύσμορφα.
Λυσσαλέα ίπτανται υπέρ των κεφαλιών μας
αλύπητα καραδοκώντας έκαστο δευτερόλεπτο.
Οστά ζώων χαμογελούν στο θερμό διαβρωμένο άλσος,
αφού σύντομα κοντά τους θά ‘ρθουμε υπό γης,
κι ας παρατείνεις τρόμο θρυμματίζοντας τ’ ωρολόι,
καταπίνοντας ανόρεχτα γουλιές μιας ξεθυμασμένης μπύρας.

Η αύρα αδύναμη και στυφή,
λίγες ώρες πριν η βουβή άσφαλτος γίνει ξανά τροφή
για το ηχηρό τέρας με το άγριο κέρατο,
δαμασμένο από τον εργάτη που ρουφά το μεροκάματο δεκαώρου,
βασανιστικά αναμένων πότε θα σταματήσει ο χορός των κινητήρων,
εισβάλλων στο αρτοπωλείο και την υπεραγόρα λίγο πριν κλείσουν,
μετρώντας και ξαναμετρώντας, χάνοντας πρόσωπο σε αγωνία εξαντλητική.
Η δική σου Αγωνία χάθηκε ή αυξήθηκε κατά μία ανοιξιάτικη δύση,
καθώς οι στέγες υψώνονταν κι άνθιζε το γρασίδι,
καθώς τα σύννεφα δεν τρέπονταν στων πόθων σου την αγκάλη.
Πίστεψες πως η κατάληξη είναι η αφροδίτεια όαση,
μοναδική και ατόφια στην ολότητά της, αμετάκλητη.
Θεωρήσεις περί τροβαδούρων που αενάως τσιμπάνε μια κιθάρα
και περιπάτων αισθαντικών σ’ άγνωστες σημύδες.

Ώσπου διαπιστώνεις πως άρχισε η μέρα, ακούγοντας
τους πρώτους-πρώτους υπαλλήλους της δημόσιας καθαριότητος
κι αναδιπλώνεσαι ράθυμα επί κλίνης.

Την πόρτα ανοίγεις και χάνεσαι στον αγουροξυπνημένο δρόμο,
με μόνη παρέα έναν χαρτοφύλακα.

Munch, The Murderer in the Lane