Archive for the ‘History’ category

Οι κυβερνήσεις του Εμφυλίου

Οκτώβριος 6, 2013

Ένα νέο πολιτικό σύστημα διαμορφώνεται

Τα ελληνικά κόμματα, πλην του ΚΚΕ, παρέμεναν, την περίοδο που εξετάζουμε, κόμματα στελεχών. Οι οργανώσεις οπαδών τους που είχαν δημιουργηθεί στο Μεσοπόλεμο δεν συμμετείχαν με θεσμοθετημένο τρόπο στη λήψη των αποφάσεων: αυτές ήταν υπόθεση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος και των συνεργατών του αρχηγού. Επιπλέον, είχαν μεσολαβήσει η δικτατορία του Μεταξά και η Κατοχή, οκτώ χρόνια με διαλυτικές επιπτώσεις για το μηχανισμό και τη συνοχή των αστικών κομμάτων. Σε αυτό δεν είχε μείνει κανένα πεδίο δράσης πέρα από δολοπλοκίες στα παρασκήνια της Μέσης Ανατολής ή της Αθήνας.

Η ανασυγκρότηση τους μετά την Απελευθέρωση δεν ήταν χωρίς προβλήματα και, εν τω μεταξύ, οι πολιτικοί συσχετισμοί είχαν αλλάξει ριζικά: πρωταρχικό ζήτημα ήταν πλέον η αντιμετώπιση του κομμουνισμού. Ο στόχος ήταν κοινά αποδεκτός και οι διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο επίτευξης του γρήγορα θα υποχωρούσαν, καθώς οι κεντρώοι θα αναλάμβαναν τη διεξαγωγή του Εμφυλίου. Κατά δεύτερο λόγο, η δεκαετία του 1940 σημαδεύτηκε από την ανασύνθεση της άρχουσας τάξης. Η μεγάλη μαύρη αγορά και οι συναλλαγές με τον κατακτητή κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο έλεγχος της ξένης βοήθειας κατά την Απελευθέρωση δημιούργησαν νέους πλούσιους, οι οποίοι δεν θα έμεναν χωρίς πολιτική έκφραση.

Τα αστικά κόμματα

Οι παλιές διαχωριστικές γραμμές του Διχασμού δεν έσβησαν αυτόματα, αντίθετα συνέχισαν να αποτελούν σημείο αναφοράς. Αποδυναμώθηκαν όμως περαιτέρω, μετά το δημοψήφισμα και την πλήρη αποδοχή του μοναρχικού θεσμού από τους δημοκρατικούς. Το πεπαλαιωμένο των παραταξιακών ταυτίσεων που βασίζονταν στο Διχασμό υπογράμμιζε η περιορισμένη ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, παρά τις κατακλυσμιαίες αλλαγές της δεκαετίας που είχε περάσει από τις τελευταίες εκλογές· «βουλή γηρασμένων προκρίτων» αποκάλεσε ο Γρηγόρης Δάφνης τη βουλή του 1946.

Στη Δεξιά κυριαρχούσε το Λαϊκό Κόμμα, που με τους εθνικόφρονες συμμάχους του είχε την απόλυτη πλειοψηφία στη βουλή. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχε διασπαστεί σε διάφορες ομάδες, που ενοποιήθηκαν το 1945. Μετά από μια περίοδο συλλογικής ηγεσίας, αρχηγός του εκλέχθηκε ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, ανιψιός του μεσοπολεμικού ηγέτη των Λαϊκών και από τα λίγα στελέχη που στην Κατοχή είχαν μείνει πιστά στη βασιλεία.

Από τους συνδυασμούς του το κόμμα είχε αποκλείσει τα στελέχη της 4ης Αυγούστου, όμως προσέφερε στέγη σε αρκετούς από τους λιγότερο εκτεθειμένους δοσίλογους – τους οποίους άλλωστε φρόντισε να αμνηστεύσει. Οι Λαϊκοί, βασικότεροι υποστηρικτές της μοναρχίας και πρωταθλητές της εθνικοφροσύνης, κάλυπταν την τρομοκρατία που ασκούσαν οι δεξιές ομάδες στην ύπαιθρο. Οι πρακτικές των τελευταίων έγιναν νόμοι του κράτους, όταν οι Λαϊκοί έγιναν κυβέρνηση΄ αμβλύνθηκε έτσι η διαφορά κράτους και παρακράτους και δόθηκε μια αποφασιστική ώθηση προς τον Εμφύλιο.

Μικρότερες δεξιές κοινοβουλευτικές ομάδες, όπως το Κόμμα Εθνικοφρόνων του Τουρκοβασίλη, πλειοδοτούσαν σε μένος κατά των κομμουνιστών. Από το Λαϊκό Κόμμα, επίσης, προήλθε το Φεβρουάριο του 1947 το μικρό Νέο Κόμμα του Μαρκεζίνη- έχοντας στενές σχέσεις με το Παλάτι και τον ξένο παράγοντα, χρησιμοποιήθηκε ως μοχλός για την ανασύνθεση του πολιτικού χάρτη.
Ο βενιζελικός κοινωνικός συνασπισμός μετά το 1936 είχε τριχοτομηθεί. Ένα κομμάτι προσχώρησε στο ΕΑΜ, ένα άλλο προσχώρησε στο «δυναμικό» αντικομμουνιστικό μπλοκ και ένα τρίτο κατέλαβε τη θέση του κέντρου. Η διάσπαση αυτή, σε αντίθεση με αντίστοιχα ρήγματα στη λαϊκή βάση της αντιβενιζελικής παράταξης, αποκρυσταλλώθηκε σε διαφορετικά κόμματα.

Στα δεξιά του πολιτικού φάσματος εμφανίστηκαν το Εθνικόν Κόμμα Ελλάδος του Ζέρβα, το Κόμμα Εθνικών Φιλελευθέρων του Γόνατα και το μικρότερο Μεταρρυθμιστικό Κόμμα του Αλεξανδρή, όλα τοποθετημένα υπέρ της μοναρχίας. Τα δυο τελευταία συμμετείχαν στον εκλογικό συνασπισμό και στις πρώτες κυβερνήσεις της Δεξιάς απέρριπταν τη συμφιλίωση με την Αριστερά.

Στους εναπομείναντες υποστηρικτές της δημοκρατίας επήλθε νέα διάσπαση στις αρχές του 1946, όταν η πλειοψηφία τους κινήθηκε προς την εκλογικά συνεργασία με τη Δεξιά. Η συνεργασία τελικά δεν επετεύχθη και αποφάσισαν να κατεβούν στις εκλογές ως Εθνική Πολιτική Ένωσις (ΕΠΕ), δίνοντας προτεραιότητα στην ενότητα του αστικού πολιτικού κόσμου εναντίον του κομμουνισμού και υποβαθμίζοντας το πολιτειακό σε δευτερεύον ζήτημα. Στην κεντροδεξιά ΕΠΕ συμμετείχαν το Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου, το Εθνικό Ενωτικό Κόμμα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, αντιβενιζελικής προέλευσης, το Κόμμα Βενιζελικών Φιλελευθέρων, με όσους ακολούθησαν τον Σοφοκλή Ελ. Βενιζέλο, όταν διέσπασε τους Φιλελευθέρους, τον Ιανουάριο του 1946.

Ο Σοφούλης κράτησε τον τίτλο και ένα σημαντικό μέρος των πολιτευτών και της επιρροής του Κόμματος Φιλελευθέρων. Η επιμονή του στο πολιτειακό τον απέτρεψε από τη συνεργασία με τους μοναρχικούς. Οι Φιλελεύθεροι ήταν οι μόνοι που δεν ψήφισαν την κατασταλτική νομοθεσία του 1946, αντιπολιτεύθηκαν σκληρά τη δεξιά κυβέρνηση κατηγορώντας την ως συνυπεύθυνη για τη διολίσθηση της χώρας στον Εμφύλιο και διακήρυσσαν μέτρα ειρήνευσης. Μετά την αποτυχία, όμως, των τελευταίων προσπαθειών για πολιτική λύση, μπήκαν στην κυβέρνηση και ανέλαβαν να συντρίψουν την «ανταρσία».

Σε γενικές γραμμές, οι διαφορές κέντρου και δεξιάς ήταν δυσδιάκριτες στα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα ενώ από το φθινόπωρο του 1947 τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής ανέλαβε η αμερικάνικη οικονομική αποστολή. Στα προηγούμενα χρόνια, πάντως, στις έκτακτες συνθήκες της Απελευθέρωσης, οι Φιλελεύθεροι (ή μάλλον κάποια στελέχη τους) είχαν επιβεβαιώσει ότι ήταν πιο ανοιχτοί σε πειραματισμούς με την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία. Οι Λαϊκοί, αντίθετα, κατάργησαν πολλούς από τους ελέγχους στις τιμές και οι η βιομηχανική παραγωγή, μόλις πήραν την εξουσία (Αυγουστίδης, 1999, σσ.335-354). Κατ’ εξοχήν εκφραστές των στρωμάτων που ανέβηκαν κοινωνικά κατά τη διάρκεια της Κατοχής, περιόρισαν την ισχύ του φόρου «πλουτησάντων επί κατοχής» και προσπάθησαν να ανατρέψουν τη συντακτική πράξη 114 του 1945, που ακύρωνε τις αγοραπωλησίες ακινήτων κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όταν χιλιάδες σπίτια πουλήθηκαν για έναν τενεκέ λάδι.

Ο Βενιζέλος παραπονιόταν στους Αμερικανούς το 1947 ότι «όλον το κεφάλαιον εστήριζε το Λαϊκόν Κόμμα» στις εκλογές, μεταξύ άλλων επειδή εναντιώθηκε στους φόρους σε βιομηχανικές και εμπορικές δραστηριότητες που είχαν επιβληθεί το 1945. Οι φόροι και η κρατική παρέμβαση είχαν θορυβήσει και πολυάριθμα μικροαστικά στρώματα, που ήδη μετά τα Δεκεμβριανά είχαν μετατοπιστεί προς τα δεξιά (Χατζηιωσήφ, 1992, σ. 41). Το σκηνικό της συντριπτικής επικράτησης της Δεξιάς στις εκλογές του 1946 συμπλήρωνε βέβαια η ανοιχτή τρομοκρατία.

Μαζικές οργανώσεις της εθνικοφροσύνης

Πλάι στα κόμματα στελεχών, υπήρχαν και συγκροτημένες μαζικές συνιστώσες της Δεξιάς, και κατά δεύτερο λόγο της Κεντροδεξιάς. Ως τέτοιες μπορούμε να δούμε, καταρχάς, τις ένοπλες αντικομμουνιστικές ομάδες, που είχαν πλημμυρίσει την ελληνικά ύπαιθρο και αποτελούσαν βασικό στήριγμα της μοναρχικής Δεξιάς. Οι Άγγλοι υπολόγιζαν ότι η «Χ» το 1945 είχε φθάσει τα 50.000 μέλη (Richter. 1997, σ. 452). Σταδιακά, οι δεξιές «συμμορίες» αποδυναμώθηκαν, καθώς με την άνοδο των Λαϊκών στην εξουσία η «λευκή τρομοκρατία» πέρασε υπό τη διεύθυνση των ανώτερων στελεχών του Κράτους. Καθώς η χώρα διολίσθαινε στον Εμφύλιο, το κράτος διεκδίκησε και απέκτησε το μονοπώλιο στη χρήση βίας΄ τα μέλη των δεξιών ένοπλων ομάδων ενσωματώθηκαν σε κρατικά παραστρατιωτικά σώματα.

Η κυβέρνηση Κ. Τσαλδάρη

Πιο κλασικές μαζικές οργανώσεις ήταν οι διάφοροι Σύλλογοι Εθνικοφρόνων, που φαίνεται ότι αναπτύχθηκαν περισσότερο στη βόρεια Ελλάδα. Συσπείρωναν κυρίως μικροαστικά στρώματα (ο Φίλιππος Δραγούμης μιλούσε για «πτωχούς βιοπαλαιστάς, συνταξιούχους, επαγγελματίας»: Γούναρης, 2002. σ. 88), και στην ηγεσία τους βρίσκονταν πολιτικοί παράγοντες της Δεξιάς (αλλά και της Κεντροδεξιάς, σε μικρότερο βαθμό). Οργάνωναν συγκεντρώσεις, κινητοποιούνταν για την υποστήριξη συγκεκριμένων πολιτευτών και ανασυγκρότησαν το πλέγμα των πελατειακών σχέσεων.

Υπήρχαν επίσης οι εθνικόφρονες που δραστηριοποιούνταν συνδικαλιστικά στα εργατικά και βιοτεχνικά σωματεία και στους αγροτικούς συνεταιρισμούς. Διοικητικές μεθοδεύσεις και ο διαρκής διωγμός των κομμουνιστών τα παρέδωσαν στα χέρια των δεξιών συνδικαλιστών για τις επόμενες δεκαετίες. Στη ΓΣΕΕ δραστηριοποιήθηκαν στελέχη του Μεταξά, όπως ο Αριστείδης Δημητράτος, συνεργάτες των Γερμανών και συνδεδεμένοι με τον υπόκοσμο, όπως ο Δημήτρης Θεοχαρίδης, ή πρώην μέλη του εργατικού ΕΑΜ που είχαν επανενσωματωθεί πλήρως στη μοναρχική Δεξιά, όπως ο Φώτης Μακρής. Οι περισσότεροι συνδέονταν με το Λαϊκό Κόμμα. Η κυριαρχία τους βασίστηκε στη χρηματοδότηση τους από επιχειρηματίες και πολιτικούς και στη δημιουργία σωματείων σφραγίδων, στα οποία προσείλκυαν τους εργάτες μοιράζοντας τρόφιμα και ρούχα από την ξένη βοήθεια.

Παρ’ ότι αποτελούσαν οργανικό κομμάτι του καθεστώτος, κάποιοι «εργατοπατέρες» δεν δίσταζαν να καταγγέλλουν, ενίοτε, την «πλουτοκρατική ολιγαρχία» και να απειλούν με γενικές απεργίες, όπως το φθινόπωρο του 1947. Αφ΄ενός δεν ήθελαν να χάσουν εντελώς την επαφή τους με την εργατική βάση, η οποία έβλεπε τους πραγματικούς μισθούς να μειώνονται δραματικά΄ αφετέρου ο έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα τους τους ανάγκαζε να πλειοδοτούν σε αγωνιστικότητα – για να υποχωρούν αμέσως μόλις τους πίεζε η κυβέρνηση και οι Αμερικανοί.

Μια τελευταία, αλλά εξίσου σημαντική, μαζική συνιστώσα της εθνικοφροσύνης ήταν οι χριστιανικές οργανώσεις. Ανάμεσα τους ξεχώριζε η «Ζωή», που το 1948 έφθασε να διατηρεί 1.000 κατηχητικά, τα οποία παρακολουθούσαν 120.000 μαθητές σε όλη τη χώρα, και οργανώσεις για φοιτητές και νέους εργαζόμενους. Η «Ζωή» προωθούσε μια ελληνοχριστιανική σύνθεση που λειτουργούσε ως απάντηση στον κομμουνιστικό υλισμό. Τα σενάρια για δημιουργία χριστιανοδημοκρατικού κόμματος στο πρότυπο των δυτικοευρωπαϊκών (Καραγιάννης, 2001, σσ. 117-118) δεν ευοδώθηκαν, το όνομα όμως του στελέχους της «Ζωής» Αλέξανδρου Τσιριντάνη ακούστηκε κάποιες φορές μεταξύ των υποψηφίων πρωθυπουργών εξωκοινοβουλευτικών κυβερνήσεων.

Υπήρχαν ακόμη οι «Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί», οι οποίοι ήδη από το Μεσοπόλεμο είχαν συνδεθεί στενά με τους μοναρχικούς. Οι παλαιοημερολογίτες επεξέτειναν ραγδαία την επιρροή τους στη δεκαετία του ’40, τόσο λόγω της αποδιοργάνωσης της επίσημης Εκκλησίας κατά τη διάρκεια της Κατοχής όσο και χάρη σε μια ευρύτερη αναζωπύρωση του θρησκευτικού αισθήματος σε μια δεκαετία πολέμου, καταστροφών και ψυχικής οδύνης.

Γενικότερα, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου σημειώθηκε μια έξαρση του ανορθολογισμού, είτε αυτός ανταποκρινόταν στις ευαισθησίες και στην κουλτούρα του αγροτικού χώρου είτε ήταν πιο σύγχρονης προέλευσης. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα δεκάδες «θαύματα», τα οράματα που οδηγούσαν στην αποκάλυψη θαμμένων εκκλησιών, οι καθημερινές εμφανίσεις στα τζάμια αγίων και της Παναγίας, οι διάφοροι προφήτες που διαφωνούσαν για την ακριβή ημερομηνία λήξης του πολέμου. Στις 18 Απριλίου του 1948 η συγκοινωνία διακόπηκε σε πολλά σημεία της Αθήνας, λόγω της κοσμοσυρροής σε σπίτια και καταστήματα, στα τζάμια των οποίων λεγόταν ότι εμφανίζονταν μορφές αγίων. Το φαινόμενο είχε εμφανιστεί και τον προηγούμενο χρόνο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη: η Καθημερινή μιλούσε για «ομαδική παράκρουση», η σοσιαλιστική Μάχη όμως υποψιαζόταν ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο έξαρσης της θρησκοληψίας του λαού. Επίσης, τότε διαδόθηκαν και οι επιστολές θρησκευτικού περιεχομένου που, αν ο παραλήπτης δεν αντιγράψει και αποστείλει σε 12 πρόσωπα, κινδυνεύει να υποστεί την οργή του Θεού.

Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι μη θρησκευτικές μορφές ανορθολογισμού, τα μέντιουμ και οι υπνωτιστές, που επίσης πολλαπλασιάζονται. Στις υπηρεσίες τους προέτρεχαν, μεταξύ άλλων, κορυφαίοι πολιτικοί και επιχειρηματίες και τα επιτεύγματα τους γνώρισαν ευρεία προβολή στον Τύπο. Πέρα από την αναμετάδοση ενθαρρυντικών δηλώσεων του ‘Οθωνα και της Αμαλίας από το υπερπέραν προς τον ελληνικό λαό, οι πνευματιστές αναπροσάρμοσαν το ρεπερτόριο τους για να ανταποκριθούν στις ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής. Στη Θεσσαλονίκη του 1949, σε έναν κόσμο
ρημαγμένο και ανέστιο, ο πνευματιστής Άλεκ ισχυριζόταν ότι στα μάτια του μπορεί να δει κανείς «εξαφανισθέντα πρόσωπα, την ιδιαιτέραν του πατρίδα, το σπίτι του ή ό,τι άλλο θελήσει».

Η κυβέρνηση των Λαϊκών

Μετά τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Π. Πουλίτσα, πρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας, με τη συμμετοχή των δεξιών και των κεντροδεξιών κομμάτων. Επρόκειτο για προσωρινή λύση μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Οι Άγγλοι επιθυμούσαν ευρύ κυβερνητικό συνασπισμό και αναβολή ως το 1948 του δημοψηφίσματος για το πολίτευμα. Οι Λαϊκοί όμως δεν φάνηκαν διατεθειμένοι να πειθαρχήσουν και στις 18 Απριλίου σχηματίστηκε η κυβέρνηση Κ. Τσαλδάρη, με τη συμμετοχή των κομμάτων του Γονατά και του Αλεξανδρή.

Οι Άγγλοι έβλεπαν να χάνουν τον έλεγχο ενώ σιγά σιγά μεταστρέφονταν και οι ίδιοι για το χρόνο του δημοψηφίσματος. Τελικά δέχθηκαν να γίνει άμεσα και το Μάιο ανακοινώθηκε στη Βουλή η απόφαση διεξαγωγής του δημοψηφίσματος στις 1 Σεπτεμβρίου 1946.

Δεύτερη προτεραιότητα της κυβέρνησης Τσαλδάρη, μετά τη δρομολόγηση του δημοψηφίσματος, ήταν η καταστολή της Αριστεράς και η υιοθέτηση έκτακτων μέτρων. Η γενική απεργία που κήρυξε η Αριστερά για τις 18 Ιουνίου, την ημέρα που θα ψηφιζόταν το Γ Ψήφισμα, απέτυχε και αμέσως άρχισαν οι εκτελέσεις και οι εξορίες. Σύμφωνα με Άγγλους βουλευτές των Εργατικών, που περιόδευσαν στη χώρα αρχές Μαΐου, «η Ελλάδα μεταβάλλεται με ταχύ ρυθμό σε φασιστικό κράτος» (Richter, 1997, σ. 617). Οι συνθήκες, λοιπόν, κάθε άλλο παρά ήταν κατάλληλες για ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης στο δημοψήφισμα. Ο υπουργός Στρατιωτικών παραδεχόταν ανεπίσημα στα τέλη του Ιουλίου ότι σε Θεσσαλία, Μακεδονία και Θράκη ουσιαστικά ίσχυε στρατιωτικός νόμος ενώ ακόμη και ο Κανελλόπουλος διαμαρτυρόταν στην αγγλική πρεσβεία ότι δεν μπορούσε να διεξαγάγει εκστρατεία υπέρ της δημοκρατίας ούτε στην εκλογική του περιφέρεια. Έτσι κι αλλιώς, οι κεντρώοι ηγέτες δεν έδειξαν ιδιαίτερη προθυμία να προπαγανδίσουν τις θέσεις τους υπέρ της δημοκρατίας, αφήνοντας την προεκλογική εκστρατεία σε μεμονωμένους βουλευτές των Φιλελευθέρων, σε εξωκοινοβουλευτικές προσωπικότητες της Κεντροαριστεράς, όπως ο Πλαστήρας και στους αριστερούς Δημοκρατικούς Συλλόγους.

Ο Γεώργιος Β’ επέστρεψε στις 28 Σεπτεμβρίου και στο διάγγελμα του κάλεσε στην υπέρβαση της «παλιάς διενέξεως» του Διχασμού. Για την τρέχουσα διένεξη είχε δηλώσει στον Άγγλο υπουργό Εξωτερικών ότι θα ήταν ιδιαίτερα φειδωλός σε μέτρα κατευνασμού. Ακολούθησε τη συμβουλή των Άγγλων και επιδίωξε τη διεύρυνση της κυβέρνησης, όμως οι Λαϊκοί αρνήθηκαν να δώσουν στον Σοφούλη την πρωθυπουργία και στα τρία κόμματα της ΕΠΕ τα σημαντικά υπουργεία που ζήτησαν και η κυβέρνηση Τσαλδάρη απλώς ανασχηματίστηκε στις 2 Νοεμβρίου 1946.

Ένα ζήτημα στο οποίο η κυβέρνηση Τσαλδάρη έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα ήταν οι εδαφικές διεκδικήσεις. Οι εθνικόφρονες απέναντι στον πρόσφατα αποδεδειγμένο αριστερό πατριωτισμό αντέταξαν, παράλληλα με τις κατηγορίες για εθνική προδοσία του ΚΚΕ στο Μακεδονικό, το όραμα της «Μεγάλης Ελλάδας», ήδη από την Κατοχή. Η εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους προβαλλόταν ως διέξοδος από τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, στη δεκαετία του ’30, από όσους απέρριπταν μια πολιτική βιομηχανικής ανάπτυξης και κρατικού παρεμβατισμού (Χατζηιωσήφ. 1986)· οι απόψεις αυτές επανεμφανίστηκαν μετά την Απελευθέρωση, όταν ετίθετο επιτακτικά το ζήτημα της ανασυγκρότησης και του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης που θα ακολουθούσε η Ελλάδα. Το διεθνές περιβάλλον ήταν ευνοϊκό, καθώς μετά τον πόλεμο αναμενόταν η επαναχάραξη των συνόρων.

Οι ελληνικές διεκδικήσεις περιλάμβαναν τα Δωδεκάνησα από την Ιταλία, τη βόρεια Ήπειρο από την Αλβανία και μια μεγάλη έκταση της Βουλγαρίας, υποτίθεται για να είναι πιο εύκολη η άμυνα των ελληνικών συνόρων απέναντι σε νέα βουλγαρική επίθεση. Άλλοι φαντασίωναν αποικιακές αυτοκρατορίες: ο Γόνατος το 1945 ζητούσε να δοθεί στην Ελλάδα η Κυρηναϊκή. Στο χορό των διεκδικήσεων είχε μπει και η Αριστερά, προτιμούσε όμως να τις στρέφει ενάντια σε χώρες του δυτικού μπλοκ: το ΚΚΕ ζητούσε την Κύπρο από την Αγγλία και την ανατολική Θράκη από την Τουρκία.

Η Διάσκεψη της Ειρήνης έγινε στο Παρίσι από τις 29 Ιουλίου ως τις 11 Οκτωβρίου του 1946, οι διαπραγματεύσεις όμως των υπουργών Εξωτερικών των νικητών ξεκίνησαν από το Μάιο. Οι Δυνάμεις είχαν εγγυηθεί τα σύνορα της Αλβανίας από τον περασμένο Οκτώβριο, το Μάιο του 1946 συμφώνησαν ότι τα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα θα έμεναν ανέπαφα και στις 27 Ιουνίου αποφάσισαν να παραχωρηθούν στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα. Οι εξελίξεις δεν θεωρήθηκαν ικανοποιητικές από την κοινή γνώμη και ο Τσαλδάρης πήγε ο ίδιος στο Παρίσι για να υποστηρίξει τις ελληνικές διεκδικήσεις, χωρίς όμως να πετύχει τίποτε περισσότερο.

Η Ελλάδα δεν παραιτήθηκε οριστικά από τις βλέψεις της: το 1948 δήλωσε στους Άγγλους το ενδιαφέρον της για τη Μέση Ανατολή, την μόνη περιοχή που είχε απομείνει στη «φυλή» για να ξεδιπλώσει τη «ζωτικότητα» της, ενώ το 1949 πρότεινε στις ΗΠΑ την κατάληψη της Αλβανίας. Αναγκάστηκε όμως να περιοριστεί στα Δωδεκάνησα: τα παρέλαβε το Μάρτιο του 1947 και η πλήρης διοικητική ενσωμάτωσή τους έγινε τον Ιανουάριο του 1948.

Η αμερικανική επέμβαση

Η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα παρέμενε απελπιστική και η επιβίωση του πληθυσμού εξαρτιόταν οε μεγάλο βαθμό από τη βοήθεια της UNRRA. Όλα τα αστικά κόμματα, σε αντίθεση με την Αριστερά που εκπονούσε σχέδια αυτοδύναμης εκβιομηχάνισης, έβλεπαν την ανασυγκρότηση της χώρας συνδεδεμένη με την εισροή ξένων κεφαλαίων. Επιπλέον, καθώς οι διωκόμενοι αριστεροί στα βουνά άρχισαν να λειτουργούν όλο και περισσότερο ως αντάρτικες ομάδες, γινόταν επιτακτική η ανάγκη συγκρότησης αξιόμαχου στρατού. Όμως οι Άγγλοι, μπροστά στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν μεταπολεμικά, αποφάσισαν, τον Ιούνιο του 1946, την απεμπλοκή τους από την Ελλάδα. Ο Τσαλδάρης στα ταξίδια του στο εξωτερικό, το καλοκαίρι του 1946, ήλθε σε επαφές με Άγγλους και Αμερικανούς αξιωματούχους για σύναψη δανείου, οι προσπάθειες του όμως απέτυχαν.

Η στάση των Αμερικανών άρχισε να αλλάζει, όταν η ΕΣΣΔ απαίτησε τον Αύγουστο του 1946, την αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών. Στα τέλη Αυγούστου, οι ΗΠΑ έστειλαν ναυτική δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο και άρχισαν να επεξεργάζονται σχεδία για την Ελλάδα και την Τουρκία. Στις 18 Οκτωβρίου ο Τρούμαν ανακοίνωσε στο βασιλιά της Ελλάδας ότι οι ΗΠΑ δεν θα άφηναν τη χώρα του χωρίς οικονομική και στρατιωτικά βοήθεια στον αγώνα εναντία του κομμουνισμού.

Συγχρόνως άρχισαν να ασκούν πιέσεις προς τα ελληνικά κόμματα για διεύρυνση της κυβέρνησης. Πάγια επιδίωξη των Αμερικανών κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου (όπως και των Άγγλων νωρίτερα) θα είναι η συμμετοχή του Κέντρου στις κυβερνήσεις. Ζητούμενο ήταν η μέγιστη δυνατή συσπείρωση δυνάμεων στη διεξαγωγή του πολέμου και η πολιτική απομόνωση του ΚΚΕ. Επιπλέον, οι ΗΠΑ ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για το δημοκρατικό προφίλ των ελληνικών κυβερνήσεων: ο αγώνας κατά του κομμουνισμού παρουσιαζόταν ως αναμέτρηση της ελευθερίας και της δημοκρατίας με τη δικτατορία και η διεξαγωγή του στην Ελλάδα δεν μπορούσε να αφεθεί αποκλειστικά σε δυνάμεις συνδεδεμένες με τον αυταρχισμό, το παρακράτος και το δοσιλογισμό.

Τον Ιανουάριο του 1947 επίσης αναμενόταν στην Ελλάδα επιτροπή του ΟΗΕ για να εξετάσει, μετά από προσφυγή της ελληνικός κυβέρνησης, αν οι βόρειοι γείτονες επενέβαιναν στα εσωτερικά της ενισχύοντας τους αντάρτες. Για τις ΗΠΑ, ενόψει της έλευσης διεθνών παρατηρητών, ήταν σημαντικό να συγκαλυφθούν άμεσα οι χειρότερες πλευρές του καθεστώτος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έπαυαν να γίνονται ανεκτές: στον αγώνα κατά του κομμουνισμού οι ΗΠΑ ήθελαν τούς κεντρώους ως άλλοθι, όχι ως συμφιλιωτές.

Έτσι, ο Τρούμαν διαμήνυσε το Δεκέμβριο (1946) στον Τσαλδάρη ότι η κυβέρνηση του δεν θεωρούνταν αντιπροσωπευτική και ότι έπρεπε να τη διευρύνει, ο Τσαλδάρης πίστεψε ότι θα μπορούσε να διατηρήσει την πρωθυπουργία, ο Γόνατος και ο Αλεξάνδρής όμως δεν τον στήριξαν και στις 24 Ιανουαρίου ορκιζόταν νέα κυβέρνηση υπό τον Μάξιμο, παλαίμαχο αντιβενιζελικό οικονομολόγο, με τη συμμετοχή επτά κομμάτων: των τριών της κυβέρνησης Τσαλδάρη, των τριών της ΕΠΕ και του Ζέρβα. Όμως, χωρίς τους Φιλελευθέρους, η κυβέρνηση Μαξίμου στα μάτια του Αμερικανού απεσταλμένου Portet ήταν απλώς «ένας ανασχηματισμός των δεξιών ομάδων».

Ο Μαρκεζίνης τόνιζε στο βασιλιά ότι «και ως προς το πολίτευμα και ως προς το εξωτερικό ο Σοφούλης θα έδιδε το χρώμα το οποίον μας χρειάζεται σήμερον» (Μαρκεζίνης, 1994, σ. 277). Ο ηγέτης των Φιλελευθέρων όμως, επέμενε να γίνει αυτός πρωθυπουργός και να εφαρμόσει μια πολιτική κατευνασμού των παθών – αν και ο Μαρκεζίνης πίστευε ότι «το όλον ζήτημα δεν ήτο ο κατευνασμός, που αποτελούσε απλώς σύνθημα, αλλά η πρωθυπουργία» . Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1946, αμέσως μετά το δημοψήφισμα, ο Σοφούλης είχε πει στον Άγγλο πρέσβη ότι θα δεχόταν ακόμη και βασιλική δικτατορία, προκειμένου να σωθεί η Ελλάδα από το ΚΚΕ και τους Σλάβους. Τον Ιανουάριο του 1947, όμως, ο αρχηγός των Φιλελευθέρων κατηγορούσε την κυβέρνηση ότι στραγγάλιζε τις πολιτικές ελευθερίες ενώ ο Ριζοσπάστης άφηνε να εννοηθεί ότι μια κυβέρνηση Σοφούλη θα είχε την ανοχή του ΚΚΕ.

Ακόμη και χωρίς τους Φιλελευθέρους, η κυβέρνηση Μαξίμου ήταν ένα σημαντικό βήμα προς την ενσωμάτωση του Κέντρου στο συνασπισμό εξουσίας που διεξήγαγε τον Εμφύλιο. Ξεκίνησε αναστέλλοντας τις εκτοπίσεις γυναικών και αμνηστεύοντας όσους αντάρτες παρουσιάζονταν με τα όπλα τους αλλά συνέχισε με ένα κύμα καταστολής και εκτελέσεων το Μάρτιο, λίγο μετά την ανάληψη του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης από τον Ζέρβα.

Στις 12 Μαρτίου 1947 εξαγγέλθηκε επίσημα το δόγμα Τρούμαν: οι ΗΠΑ θα ενίσχυαν οικονομικά και στρατιωτικά την Ελλάδα και την Τουρκία, δύο χώρες που βρίσκονταν στην εμπροσθοφυλακή του αγώνα κατά του κομμουνισμού. Στην Ελλάδα, το υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό. Στο εξής, οι Έλληνες θα έτρωγαν με χρυσά κουτάλια, πανηγύριζε η Καθημερινή (Σφήκας, 1997, σ. 286).

Τον Απρίλιο, ξεκίνησαν οι πρώτες μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού. Το ΚΚΕ από την πλευρά του είχε πλέον προσανατολιστεί οριστικά προς τον ένοπλο αγώνα και στις 27 Ιουνίου 1947 το στέλεχός του Μιλτ. Πορφυρογένης προανήγγειλε από το Στρασβούργο ότι θα σχηματιζόταν κυβέρνηση της Δημοκρατικής Ελλάδας. Η απάντηση ήλθε στις 9 Ιουλίου με ένα πογκρόμ συλλήψεων στην Αθήνα και τις μεγάλες πόλεις.

Η κυβέρνηση Σοφούλη

Στα μέσα Ιουλίου, το State Department πρότεινε στον Τρούμαν την εγκατάσταση κεντρώας κυβέρνησης στην Ελλάδα. Οι στρατιωτικές συγκρούσεις γίνονταν πιο σκληρές, οι εκτελέσεις και οι εκτοπίσεις πλήθαιναν και χρειαζόταν ένας πρωθυπουργός με δημοκρατικό προφίλ και κύρος. Αποφασίστηκε λοιπόν να προωθηθεί κυβέρνηση συνεργασίας Λαϊκών και Φιλελευθέρων με επικεφαλής τον Σοφούλη.

Στις 23 Αυγούστου η κυβέρνηση Μαξίμου παραιτήθηκε, όταν ο Τσαλδάρης δεν δέχθηκε το αίτημα των Βενιζέλου, Παπανδρέου και Κανελλόπουλου να αποπεμφθούν από την κυβέρνηση οι «ακραίοι» και αντιπαθείς στους Αγγλο-αμερικανούς Ζέρβας και Στράτος. Ακολούθησαν πολυήμερες διαπραγματεύσεις Τσαλδάρη, Σοφούλη και Αμερικανών. Η ασφυκτική πίεση των τελευταίων, που απείλησαν τα δύο κόμματα με διακοπή της οικονομικής βοήθειας, έφερε αποτέλεσμα και στις 7 Σεπτεμβρίου 1947 ορκίστηκε η δικομματικά κυβέρνηση Σοφούλη, συγκεντρώνοντας την αποδοχή ολόκληρης σχεδόν της βουλής. Λίγο αργότερα, θα επιστρέψει στο Κόμμα Φιλελευθέρων και ο Βενιζέλος, αφού είχαν πάψει να ισχύουν οι λόγοι για τους οποίους απομακρύνθηκε.

Ο Σοφούλης παρέτεινε την προθεσμία της αμνηστίας που είχαν κηρύξει οι προκάτοχοι του, άφησε ελεύθερους χιλιάδες εξόριστους και ανέβαλε τις εκτελέσεις για ένα μήνα. Οι ενέργειες αυτές στόχο είχαν μάλλον να ενισχύσουν το δημοκρατικό προφίλ της νέας κυβέρνησης και να αποδυναμώσουν τον αντίπαλο παρά να συμβάλουν σε ένα συμβιβασμό. Άλλωστε, οι Αμερικανοί είχαν φροντίσει, πριν παραδώσουν την πρωθυπουργία στον Σοφούλη, να του αποσπάσουν τη διαβεβαίωση ότι θα προωθούσε τη στρατιωτική αναμέτρηση (Γουίτνερ. 1991, σ. 152).

Το ΚΚΕ γνώριζε ότι ο Σοφούλης, ακόμη και αν επιθυμούσε να κινηθεί σε μια κατεύθυνση ειρήνευσης, ήταν «αιχμάλωτος» των συσχετισμών στη βουλή και στην κυβέρνηση. Πέντε ημέρες μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης, η Τρίτη Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ επιβεβαίωσε την επιλογή του ένοπλου αγώνα. Πολύ γρήγορα ο Σοφούλης υιοθέτησε σκληρή γραμμή: στα μέσα του Οκτωβρίου έκλεισε το Ριζοσπάστη- η λειτουργία του ΚΚΕ απαγορεύτηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1947, μόλις ανακοινώθηκε η συγκρότηση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Οι εκτελέσεις και οι εξορίες ξανάρχισαν.

Στο εξής, το δίλημμα που έθετε ο Σοφούλης στο Δημοκρατικό Στρατό ήταν: παράδοση άνευ όρων ή συντριβή, και ο μόνος που θα συνεχίσει να μιλάει για ειρήνευση θα είναι ο Πλαστήρας- όταν εννέα κεντροαριστεροί πολιτικοί της επιρροής του τάχθηκαν, το Νοέμβριο του 1948, υπέρ της ειρηνευτικής πρωτοβουλίας του ‘Εβατ, Αυστραλού πρόεδρου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, συνάντησαν τη γενική κατακραυγή. Χαρακτηριστικά για την πορεία των φιλελεύθερων πολιτικών και διανοουμένων μετά την Απελευθέρωση ήταν τα πολιτικά άρθρα του Θεοτοκά: το 1946 αντιτάχθηκε στο Γ’ Ψήφισμα με το σκεπτικό ότι τα φιλελεύθερα ιδανικά αποτελούν οργανικό μέρος της εθνικής ιδέας· το 1948 όμως, η έμφαση δινόταν στην απειλή που συνιστούσαν για τον ελληνισμό οι υποταγμένοι στο σλαβισμό κομμουνιστές και αρθρογράφησε στην εφημερίδα που εκδιδόταν στη Μακρόνησο.

Θ. Σοφούλης

Η κυβέρνηση συνεργασίας Φιλελευθέρων και Λαϊκών χαρακτηριζόταν από αστάθεια και συνεχείς τριβές μεταξύ των δύο συμμάχων και χρειάστηκε να παρέμβουν πολλές φορές οι Αμερικανοί για να μη διαλυθεί. Οι Λαϊκοί μονοπωλούσαν τις κατώτερες θέσεις του κρατικού μηχανισμού, σταδιακά όμως εκχωρούσαν όλο και περισσότερα υπουργεία στους Φιλελευθέρους, μέχρι που το 1949 από τα βασικά υπουργεία τούς είχε μείνει μόνο το Εξωτερικών. Οι Φιλελεύθεροι προσπαθούσαν να προωθήσουν τους δικούς τους ανθρώπους: στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης ο Ρέντης διέταξε 800 μεταθέσεις τους 4 πρώτους μήνες.

Ο Γονατάς και ο Κανελλόπουλος στις αναμνήσεις τους μεταφέρουν τη γενική αίσθηση διάψευσης των προσδοκιών από τη νέα κυβέρνηση. Η χώρα μπήκε για τα καλά στον πόλεμο και οι πόλεις πλημμύρισαν με τους κατοίκους των ορεινών χωριών, που υποχρεώθηκαν από την κυβέρνηση να τα εκκενώσουν μια απότομη άνοδος του πληθωρισμού όξυνε την κοινωνική δυσαρέσκεια και η τελευταία οδήγησε σε μια κυβερνητική κρίση το Δεκέμβριο του 1947 και μια πρόταση μομφής από τον Παπανδρέου το Φεβρουάριο του 1948.

Οι μισθωτοί βέβαια, με πρωτοβουλία της αμερικανικής οικονομικής αποστολής, πήραν το φθινόπωρο του 1947 αυξήσεις, όχι επαρκείς αλλά τις μόνες για τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, όμως, θεσπίστηκε το Δεκέμβρη ένας δρακόντειος αντιαπεργιακός νόμος που προέβλεπε την ποινή του θανάτου. Οι απεργίες στα χρόνια του Εμφυλίου δεν έλειψαν · στην Αθήνα κυρίως, πέρα από κάποιες διάσπαρτες, υπήρξαν μικρά κύματα τα καλοκαίρια του 1947 και 1948 και την άνοιξη του 1949. Σε καμιά περίπτωση όμως, δεν έφθασαν το πλήθος και τη μαχητικότητα του 1945-46. Γενικότερα οι πόλεις έμειναν έξω από τη σύγκρουση. Οι παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ στην Αθήνα εξαρθρώθηκαν οριστικά μετά τη δολοφονία του υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά την πρωτομαγιά του 1948 και τη σύλληψη του εκτελεστή του.

Η κυβέρνηση επιβίωσε από μια νέα κρίση το Μάιο αλλά οι σχέσεις των δύο κομμάτων δεν βελτιώθηκαν. Τον Ιούλιο του 1948 ο Βενιζέλος ενημέρωσε τους Αμερικανούς ότι με δυσκολία συγκρατούσε τους Φιλελευθέρους βουλευτές, που δυσφορούσαν επειδή οι Λαϊκοί μονοπωλούσαν τη διοίκηση, από το να ρίξουν την κυβέρνηση. Τον επόμενο μήνα η βουλή έκλεισε για να εξασφαλιστεί ότι δεν θα έπεφτε η κυβέρνηση, όταν όμως ξανάνοιξε, εκδηλώθηκαν ανοιχτά οι διαφωνίες και μια ομάδα Λαϊκών αποσχίστηκε.

Η κρίση του φθινοπώρου του 1948

Στις 9 Οκτωβρίου, ο Βενιζέλος υπέβαλε στον Τσαλδάρη τους όρους του για τη διατήρηση του κυβερνητικού συνασπισμού και στις αρχές του Νοεμβρίου ανακοίνωσε δημόσια ότι 54 βουλευτές των Φιλελευθέρων θα έπαυαν να στηρίζουν την κυβέρνηση. Ο Σοφούλης αμέσως παραιτήθηκε και η νέα κυβέρνηση που σχημάτισε στις 18 Νοεμβρίου, πάλι με τη μορφή συνασπισμού των Λαϊκών με όσους Φιλελεύθερους ακολούθησαν τον Σοφούλη, διασώθηκε στη βουλή με μία μόλις ψήφο διαφορά. Την αστάθεια επέτεινε το οξύ πνευμονικό οίδημα που υπέστη ο γηραιός πρωθυπουργός μια εβδομάδα μετά, από το οποίο πολλοί πίστεψαν ότι δεν θα επιβίωνε.

Η πολιτική κρίση του φθινοπώρου του 1948 αναπτύχθηκε στο έδαφος της φθοράς της κυβέρνησης και ενός γενικότερου αισθήματος δυσπραγίας, πυροδοτήθηκε όμως από τις εξελίξεις στο μέτωπο. Μετά τη νίκη στο Γράμμο, όλοι είχαν πιστέψει ότι το τέλος του Εμφυλίου ήταν κοντά και η αποτυχία στο Βίτσι προκάλεσε γενική απογοήτευση. Έλληνας και Αμερικανοί εμφανίζονταν διατεθειμένοι για αλλαγές. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης πρότειναν μια οικουμενική κυβέρνηση παρόμοια με του Μαξίμου· κάποιοι προτιμούσαν μια δικτατορία· άλλοι την ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Παπάγο.

Ο Παπάγος, μέγας αυλάρχης του βασιλιά, φερόταν ως υποψήφιος αρχιστράτηγος ή πρωθυπουργός από το 1947. Ο Μαρκεζίνης αποκάλυψε αργότερα ότι υπήρχαν δύο «λύσεις Παπάγου»: η «ελάσσων» τον ήθελε αρχιστράτηγο με πρωθυπουργό τον Σοφούλη και με την είσοδο στην κυβέρνηση του Μαρκεζίνη, «πολιτικού κηδεμόνα» του στρατηγού ήδη από το 1945. Η «μείζων» ήταν ο σχηματισμός κυβέρνησης Παπάγου με ισχυρό άνδρα τον Μαρκεζίνη: αν δεν έπαιρνε ψήφο εμπιστοσύνης από τη βουλή θα κυβερνούσε δικτατορικά με τη στήριξη του βασιλιά. Προς την τελευταία κατεύθυνση πίεζε και ο στρατός: ο ΙΔΕΑ προωθούσε μια «δυναμική κυβέρνηση» ενώ η ανώτατη ηγεσία του στρατού υπέβαλε υπόμνημα, όπου ασκούσε αυστηρή κριτική στους πολιτικούς και ζητούσε μια ισχυρή κυβέρνηση, που δεν θα την περισπούσαν οι κομματικοί ανταγωνισμοί (Μαργαρίτης. 2000, τ. Β’ σσ. 143-148).

Στη βάση των κινήσεων για επιβολή δικτατορίας βρισκόταν η αλλαγή των συσχετισμών κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου ανάμεσα στα τρία κέντρα εξουσίας: το στρατό, το παλάτι και την κυβέρνηση. Στις πολεμικές συνθήκες το βάρος του στρατού ενισχύθηκε ενώ είχε αποκτήσει απευθείας επαφή με τους Αμερικανούς. Η πραγματική εξουσία συγκεντρωνόταν όλο και περισσότερο στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους, καθιστώντας τις κυβερνήσεις και τη βουλή σχεδόν διακοσμητικές. Το παλάτι, πάλι, αναβάθμιζε διαρκώς τη θέση του· ο Παύλος, που διαδέχθηκε τον Γεώργιο τον Απρίλιο του 1947 και η Φρειδερίκη αποδείχθηκαν πιο δυναμικοί από τον προκάτοχο τους. Με επισκέψεις σε περιοχές χτυπημένες από τον πόλεμο και με έντονη δραστηριότητα στο πεδίο της πρόνοιας (παιδουπόλεις, «συμμοριόπληκτους» κ.λπ.) κατάφεραν να γίνουν πιο δημοφιλείς από τους πολιτικούς αρχηγούς.

Στο πρόσωπα του Παπάγου ο στρατός και το Στέμμα ταυτίζονταν και ο βασιλιάς υπολόγιζε σε μια επανάληψη της δικτατορίας του Μεταξά. Τον απέτρεψαν οι Αμερικανοί και οι Άγγλοι, που επέμειναν στη διατήρηση της κοινοβουλευτικής πρόσοψης του καθεστώτος. Βεβαίως και οι ΗΠΑ είχαν εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο δικτατορίας και είχαν δηλώσει στο βασιλιά ότι την αποδέχονταν ως τελευταία λύση. Ορισμένοι Αμερικανοί παράγοντες, μάλιστα, είχαν ενθαρρύνει το βασιλιά στα σχέδια του και χρειάστηκε να παρέμβουν τελευταία στιγμή ο Άγγλος και ο Αμερικανός πρέσβης για να τα εμποδίσουν. Στους επόμενους μήνες ο βασιλιάς δεν θα πάψει να επανέρχεται με νέες προτάσεις στους ξένους συμμάχους για επιβολή δικτατορίας.

Διέξοδος δόθηκε με την «ελάσσονα λύση Παπάγου». Στις 20 Ιανουαρίου 1949 ορκίστηκε η νέα κυβέρνηση Σοφούλη με αντιπρόεδρο τον Αλέξανδρο Διομήδη, παλαίμαχο βενιζελικό τραπεζίτη, και τη συμμετοχή του Τσαλδάρη, του Βενιζέλου, του Κανελλόπουλου και του Μαρκεζίνη· ο τελευταίος θα αποπεμφθεί τον Απρίλιο του 1949, μετά από ένα σκάνδαλο λαθρεμπορίου. Πρώτη ενέργεια της νέας κυβέρνησης ήταν η ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Παπάγο, με εκτεταμένες εξουσίες, που αυτονομούσαν σε μεγάλο βαθμό το στρατό από τον κυβερνητικό έλεγχο. Η κυβέρνηση παρέμεινε στα πλαίσια του Συντάγματος, όμως η κοινοβουλευτικότητά της μειώθηκε κι άλλο. Οι σημαντικές αποφάσεις παίρνονταν από το «Πολεμικό Συμβούλιο», που απαρτιζόταν από τους αρχηγούς των κομμάτων που συμμετείχαν στην κυβέρνηση: ο καθένας τους είχε από μία ψήφο, ανεξάρτητα από την κοινοβουλευτική δύναμη του κόμματος του. Επιπλέον η βουλή έκλεισε για 4 μήνες, αμέσως μόλις έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης.

Η κυβέρνηση αυτή θα φέρει εις πέρας τον Εμφύλιο – αλλά ο Σοφούλης δεν πρόλαβε να δει το τέλος του: πέθανε στις 24 Ιουνίου 1949 και αντικαταστάθηκε από τον Διομήδη.

Η κυβέρνηση Α. Διομήδη

Οι επιτυχίες του στρατού στα μέτωπα του πολέμου είχαν ισχυρές παρενέργειες στην πολιτικά. Πολλοί, στα ανώτερα κλιμάκια της εξουσίας, ήσαν εκείνοι που πίστευαν ότι η νίκη ήλθε χάρη στη στιβαρή καθοδήγηση του στρατού – για την ακρίβεια του αρχιστρατήγου Αλέξανδρου Παπάγου – η οποία ερχόταν σε αντίθεση με την κυβερνητική υποτονικότητα ή και απραξία. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, η σταθεροποίηση του μεταπολεμικού καθεστώτος θα γινόταν ασφαλέστερα με ένα κάποιο είδος περιορισμού της ασυδοσίας των πολιτικών και μία σταθερή καθοδήγηση, ίσως και από τον ίδιο τον Παπάγο. Για την αποφυγή αυτής της προοπτικής έγιναν, το Δεκέμβριο του 1949, αποφασιστικές παρεμβάσεις, τόσο από τον πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Ελλάδα Χένρυ Γκραίηντυ όσο και από τον, επί σειρά ετών, πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Αθήνα και νυν υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μακ Γκυ. Οι τελευταίοι, αφού έσπευσαν να προκαθορίσουν την επικείμενη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών, τόνισαν σε όλους τους τόνους την προσήλωση της χώρας τους στην κοινοβουλευτική λειτουργία της ελληνικής πολιτικής ζωής.

Οι προαναγγελθείσες εκλογές έγιναν στις 5 Μαρτίου του 1950. Σε σχέση με το 1946, υπήρξε μία εντυπωσιακό μεταβολή των τάσεων. Το Κόμμα των Λαϊκών, που κυριάρχησε στις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές-τέσσερα χρόνια νωρίτερα – όπου κατέβηκε ως ΗΠΕ (Ηνωμένη Παράταξις Εθνικοφρόνων) και πήρε το 55.1 % των ψήφων, περιορίστηκε τώρα στο 18,8%. Αυτή η πτώση οφειλόταν στην παρουσία πολιτικών χώρων που δεν πήραν μέρος στις εκλογές του 1946-η Δημοκρατική Παράταξις που πήρε 9.7% των ψήφων και ίσως η ΕΠΕΚ που πήρε το 16,44% θα μπορούσαν να ενταχθούν σε αυτή την κατηγορία – αλλά και σε μία γενικότερη μεταστροφή του εκλογικού σώματος σε πολιτικούς χώρους που δεν ευθύνονταν για το παρακράτος και τις συμμορίες του, που βρίσκονταν στις απαρχές του Εμφυλίου Πολέμου.

[Αναδημοσίευση από τον τόμο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, τομ. 8ος, 2003, σελ. 221-230.]

Advertisements

H Xαμένη Επανάσταση (Γερμανία, 1918-1923)

Αύγουστος 22, 2013

Η ήττα της γερμανικής επανάστασης υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την πορεία του εργατικού κινήματος τον 20ό αιώνα. Σηματοδότησε το τέρμα της επαναστατικής πλημμυρίδας που σάρωσε την Ευρώπη και τον κόσμο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Έδωσε μια προσωρινή ανάσα στους καπιταλιστές και το αστικό πολιτικό σύστημα που είχαν βρεθεί στο χείλος της αβύσσου τα χρόνια που προηγήθηκαν. Κι έφερε τη Σοβιετική Ρωσία στα δυσάρεστα διλήμματα της απομόνωσης, παράγοντας σημαντικός για να εξηγήσει κανείς την ανάδυση της σταλινικής γραφειοκρατίας τη δεκαετία του ΄20.


Η ήττα ήταν άμεσα συνυφασμένη με το ζήτημα της ηγεσίας. Γιατί, αν και το SPD είχε ιδρυθεί με την επαγγελία της ανατροπής του καπιταλισμού και του χτισίματος μιας νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας, η ηγεσία του έπαιξε τους μήνες της επανάστασης τον κεντρικό πυροσβεστικό ρόλο. Χωρίς την ηγεσία του SPD, ο γερμανικός καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να επιβιώσει τα πολλαπλά χτυπήματα ενός συνεχιζόμενου πολέμου στο εξωτερικό, ενός στρατεύματος εξεγερμένου που δεν επιθυμούσε πια να πολεμήσει και μιας εργατικής εξέγερσης στα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα.

Το SPD ήταν ένα τεράστιο κόμμα: συγκέντρωνε στις γραμμές του εκατομμύρια συνδικαλισμένους εργάτες, είχε δεκάδες εφημερίδες κι έναν μηχανισμό που οργάνωνε τη ζωή των εργατών κυριολεκτικά από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο τους. Ήταν όμως ένα κόμμα που στην πορεία του χτισίματός του έχασε τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά, ανέπτυξε μια γραφειοκρατική ηγεσία που συμβιβάστηκε με τον καπιταλισμό, τη μισθωτή εργασία ? έστω με καλύτερους όρους για την εργατική τάξη ? και την κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Η πορεία αυτή δεν ήταν προδιαγεγραμμένη. Οι επαναστάτες της εποχής έδωσαν μάχες για να αντισταθούν στον ρεφορμισμό και για να οικοδομήσουν μια Αριστερά με επαναστατικό προσανατολισμό. Ανάμεσα σ΄ αυτούς τους επαναστάτες, η Ρόζα Λούξεμπουργκ ? «η φλόγα και το ξίφος της επανάστασης», όπως την χαρακτήρισε η Κλάρα Τσέτκιν ? έπαιξε τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ συγκρούστηκε από αρκετά νωρίς με το ρεύμα του ρεφορμισμού, που είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του στο ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κίνημα. Μια από τις αφορμές ήταν το 1899 η συμμετοχή του σοσιαλιστή Μιλλεράν στην αστική κυβέρνηση που προέκυψε στη Γαλλία μετά την υπόθεση Ντρέιφους. Η Λούξεμπουργκ αντιτάχτηκε σ΄ αυτή την εξέλιξη και στο επιχείρημα πως έτσι κερδίζονται φιλεργατικές μεταρρυθμίσεις:

«Ο χαρακτήρας μιας αστικής κυβέρνησης δεν καθορίζεται από τον προσωπικό χαρακτήρα των μελών της, αλλά από την οργανική της λειτουργία στην αστική κοινωνία. Η κυβέρνηση του σύγχρονου κράτους είναι στην πραγματικότητα μια οργάνωση ταξικής κυριαρχίας, η ομαλή λειτουργία της οποίας είναι μια από τις προϋποθέσεις για την ύπαρξη του αστικού κράτους? Στο κοινοβούλιο ή σε ένα δημοτικό συμβούλιο, κερδίζουμε χρήσιμες μεταρρυθμίσεις παλεύοντας ενάντια στην αστική κυβέρνηση ενώ, καταλαμβάνοντας ένα υπουργικό πόστο, φτάνουμε στις ίδιες μεταρρυθμίσεις υποστηρίζοντας το αστικό κράτος. Η είσοδος ενός σοσιαλιστή σε μια αστική κυβέρνηση δεν είναι όπως πιστεύεται, μια μερική κατάκτηση του αστικού κράτους από τους σοσιαλιστές, αλλά μια μερική κατάκτηση του σοσιαλιστικού κόμματος από το αστικό κράτος».

Ενάντια στον Μπερνστάιν

Η σημαντικότερη στιγμή της μάχης αυτής ήταν η δημοσίευση το 1900 του βιβλίου «Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση» (σειρά άρθρων των δύο προηγούμενων ετών), σε απάντηση της θεωρίας του Μπερνστάιν που για πρώτη φορά συστηματοποιούσε τη ρεφορμιστική πολιτική στους κόλπους του SPD.

Ο Μπερνστάιν έβλεπε τον καπιταλισμό να γίνεται ένα σύστημα όλο και πιο σταθερό και σχεδιασμένο με την οργάνωση των τραστ, με τους καπιταλιστές να παίζουν ολοένα και περισσότερο τον ρόλο των διαχειριστών. Γι΄ αυτό θεωρούσε πως σε κάποια στιγμή οι εργάτες θα μπορούσαν, χωρίς επανάσταση, να αναλάβουν οι ίδιοι τη διεύθυνση των επιχειρήσεων. Αυτό θα γινόταν με νομοθετικές παρεμβάσεις ενός κοινοβουλίου στο οποίο σταδιακά οι σοσιαλιστές θα αποκτούσαν την πλειοψηφία. Τα οδοφράγματα και οι επαναστάσεις των προηγούμενων δεκαετιών αποτελούσαν κατά κάποιο τρόπο την «προϊστορία» του σοσιαλιστικού κινήματος. Οι παλιές μαρξιστικές παραδοχές έπρεπε να «αναθεωρηθούν» (απ΄ όπου και ο τίτλος «αναθεωρητές», όπως ονομάστηκε η πτέρυγα Μπερνστάιν στο SPD).

Η Ρόζα κόντραρε τη θεωρία του Μπερνστάιν σε όλα της τα σημεία. Καταρχήν, στην εικόνα του σύγχρονου καπιταλισμού: τα τραστ δεν έφερναν την ισορροπία στο σύστημα, αλλά ανέβαζαν τις αντιθέσεις σε ψηλότερα, και γι΄ αυτό πιο επικίνδυνα, επίπεδα. Η Ρόζα, μαζί με τον Μπουχάριν, τον Λένιν, τον Τρότσκι, προέβλεπαν την ένταση των ανταγωνισμών και την μετατροπή των οικονομικών αντιθέσεων ανάμεσα στα τραστ σε διπλωματικές, κρατικές και γεωπολιτικές συγκρούσεις. Αυτή η νέα φάση του συστήματος, ο ιμπεριαλισμός, θα γεννούσε τον πόλεμο και όχι την διαρκή ειρήνη, όπως προδίκαζαν οι αναθεωρητές. Αυτό σήμαινε πως ούτε το κράτος μετατρεπόταν σε ένα «ουδέτερο εργαλείο», ούτε η στρατηγική της βίαιης επανάστασης ανήκε στο παρελθόν. Μεταρρυθμίσεις μπορούσαν να κερδηθούν κάτω από την πίεση του εργατικού κινήματος, αλλά το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό απαιτούσε σύγκρουση με τους καπιταλιστές και το κράτος τους:

«Γι΄ αυτό όποιος κηρύσσεται υπέρ της νομοθετικής μεταρρύθμισης σ΄ αντικατάσταση και σε αντίθεση προς την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και της κοινωνικής ανατροπής, στην πραγματικότητα δεν εκλέγει έναν πιο ήρεμο, πιο ασφαλή και βραδύ δρόμο προς τον ίδιο σκοπό, αλλά έναν άλλο σκοπό ? και συγκεκριμένα, όχι τη δημιουργία ενός νέου κοινωνικού καθεστώτος, αλλά απλούστατα επουσιώδεις μεταβολές στο παλιό». (Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση, εκδόσεις Κοροντζή, Αθήνα 1984, σελ. 105)

Συνδικαλιστική γραφειοκρατία

Στην αντιπαράθεση με τους αναθεωρητές, η ηγεσία του κόμματος (Κάουτσκυ, Β. Λήμπκνεχτ, κλπ) πήρε θέση ενάντια στον Μπερνστάιν. Όμως, η Ρόζα θα επέκτεινε την αντιπαράθεσή της με τον ρεφορμισμό πέρα από την ανοιχτά αναθεωρητική πτέρυγα του SPD. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ήταν τώρα αυτή που θα δεχόταν τα πυρά της. Η αφορμή δόθηκε αρχικά από το Βέλγιο: το 1903, η ηγεσία του εκεί Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος σταμάτησε την γενική απεργία που είχε ξεκινήσει αυθόρμητα από τους εργάτες για το καθολικό δικαίωμα ψήφου, με το πρόσχημα ότι η απεργία φόβιζε τους Φιλελεύθερους συμμάχους της Αριστεράς. Η Ρόζα αναγνώρισε στη συμβιβαστικότητα των Βέλγων ηγετών «τον ίδιο καυτό κι εκνευριστικό άνεμο του οπορτουνισμού που φυσάει εδώ και κάμποσα χρόνια».

Στη διαμάχη μέσω του σοσιαλδημοκρατικού τύπου που είχε με τον Βέλγο ηγέτη Βαντερβέλντε, η Ρόζα μαστίγωσε «τους ερασιτέχνες του ρεαλισμού που δεν κουράζονται να φωνάζουν για τις «θετικές επιτυχίες» της κοινοβουλευτικής δράσης της σοσιαλδημοκρατίας για να τις χρησιμοποιήσουν ως όπλα κατά της αναγκαιότητας και σκοπιμότητας της βίας στον εργατικό αγώνα». Οι συνδικαλιστικές μάχες και η πολιτική οργάνωση δεν ήταν για την Ρόζα παρά οι απαραίτητοι ενδιάμεσοι σταθμοί για την τελική σύγκρουση με τους καπιταλιστές και το κράτος, για την κατάληψη της εξουσίας: «?η βία είναι και μένει το ύστατο μέσο της εργατικής τάξης, ο υπέρτατος νόμος της πάλης των τάξεων, άλλοτε λανθάνων άλλοτε εμφανής. Αν με την κοινοβουλευτική δράση και με όλη μας την εργασία «επαναστατούμε» τα μυαλά, αυτό το κάνουμε για να κατέβει, όταν χρειαστεί, η επανάσταση από τα κεφάλια στις γροθιές» (τα αποσπάσματα στο: Ρόζα Λούξεμπουργκ, Φράνζ Μέριγκ, «Απεργία και αυθορμητισμός των μαζών», Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1999).

Σταθμός στην πολεμική της με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία στάθηκε η δημοσίευση του βιβλίου «Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα». Το βιβλίο συνόψιζε τα πολιτικά συμπεράσματα της Λούξεμπουργκ από το κύμα εργατικών απεργιών που συγκλόνισε τη Ρωσία κατά την επανάσταση του 1905, γεγονότα στα οποία η Ρόζα υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας.

Κόντρα στον βολικό για τις γραφειοκρατικές ηγεσίες διαχωρισμό του πολιτικού από τον οικονομικό αγώνα, η Ρόζα εξηγεί πώς οι εργατικές μάζες μπορούν να κάνουν πολιτική μέσα από την απεργιακή πάλη, έστω κι αν αυτή ξεκινάει από οικονομικά αιτήματα. Μια γενική οικονομική απεργία μπορεί έτσι να εξελιχθεί σε μια πρώτου μεγέθους πολιτική μάχη, πολύ πιο μαχητική και αποτελεσματική ακόμα και από την καλύτερη αριστερή κοινοβουλευτική ομάδα ενάντια σε μια αντεργατική κυβέρνηση. Οι ρεφορμιστικές ηγεσίες τόσο των συνδικάτων όσο και του SPD έτρεμαν τη διατύπωση της Ρόζας που τάραζε τον κατεστημένο καταμερισμό εργασίας: «Κάθε αφρισμένο κύμα πολιτικής δράσης αφήνει πίσω του ένα γόνιμο λιβάδι από όπου ξεπετιούνται χιλιάδες νέοι οικονομικοί αγώνες. Κι αντίστροφα: οι ασταμάτητοι οικονομικοί αγώνες που οι εργάτες είναι αναγκασμένοι να δίνουν με τους καπιταλιστές κρατάνε ζωντανή τη μαχητική τους διάθεση και στα μεσοδιαστήματα πολιτικής ηρεμίας».

Η μέθοδος αυτή απαιτούσε μια αποφασιστική αλλαγή στις μορφές δράσης του γερμανικού εργατικού κινήματος. Ως τότε η γραμμική, ειρηνική και οργανωμένη ανάπτυξη των συνδικάτων ήταν το παν, έτσι που οι ηγεσίες να κρίνουν την δυνατότητα της εργατικής κίνησης κοιτώντας περισσότερο τους καταλόγους των μελών τους και λιγότερο την πραγματική διάθεση της εργατικής τάξης να παλέψει. Η Ρόζα από την πλευρά της τόνιζε τη σημασία της μαζικής πάλης στην αλλαγή των συνειδήσεων των εργατών και στο χτίσιμο δυνατών συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων: «μέσα από τον άνεμο και την καταιγίδα, από τη λάμψη της μαζικής απεργίας και της σύγκρουσης στους δρόμους», έλεγε ποιητικά η Ρόζα, είναι που αποκτά το προλεταριάτο την ταξική του συνείδηση και «ο προλετάριος μεταμορφώνεται από έναν πάτερ-φαμίλια που το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το πώς θα εξοφλήσει το δάνειο, σ΄ έναν «ρομαντικό επαναστάτη»?» (τα αποσπάσματα στο: Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1997).

Διαστρεβλώσεις

Κι όμως, παρά τις πολιτικές μάχες που έδωσε η Ρόζα για να ηγεμονεύσει η επαναστατική στρατηγική στην Αριστερά της εποχής, η Επανάσταση του 1918 τη βρήκε απροετοίμαστη: ενώ ξετυλίχτηκε ένα σενάριο όμοιο με αυτό της Ρωσίας του 1917, οι υποκειμενικές αδυναμίες της Αριστεράς ήταν καθοριστικές. Η ηγεσία της σοσιαλδημοκρατίας έκανε το παν για να παλινορθώσει την καπιταλιστική τάξη. Και το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της εργατικής τάξης και των στρατιωτών έμεινε ακαθοδήγητο.

Η αδυναμία της Ρόζας να χτίσει μια οργανωμένη δύναμη, ικανή να δώσει στην επανάσταση νικηφόρα κατάληξη, έχει αφήσει περιθώρια για να την «διεκδικήσουν» και άλλες πολιτικές παραδόσεις. Κι εδώ αρχίζουν οι κάθε είδους διαστρεβλώσεις.

Από τη μια πλευρά, έρχεται το επιχείρημα πως η Ρόζα δεν έχτισε επαναστατικό κόμμα με τον τρόπο που το έκανε ο Λένιν γιατί ήταν σοσιαλδημοκράτισσα. Το ? αδημοσίευτο από την ίδια ? κείμενο για τη Ρωσική Επανάσταση στο οποίο ασκεί κριτική στους μπολσεβίκους, η παλιά αντιπαράθεσή της με τον Λένιν για το κόμμα το 1903, η παραμονή της στο SPD μέχρι και το 1917 την εντάσσουν, λέει αυτό το επιχείρημα, περισσότερο στην αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας παρά στον μπολσεβικισμό και την Γ΄ Διεθνή. Είναι μια επιλεκτική ανάγνωση της Ρόζας, για να την χωρέσει στον σοσιαλδημοκρατικό κορσέ, χωρίς όμως επιτυχία.

Καταρχήν, το να χρησιμοποιεί κανείς τις αντιπαραθέσεις της Ρόζας, του Λένιν, του Τρότσκι ή του Γκράμσι και τις φραστικές τους διατυπώσεις θέλει προσοχή. Η παράδοση του σταλινισμού που ηγεμόνευσε στην Αριστερά από τη δεκαετία του ΄30 έριξε στη λήθη μια ολόκληρη περίοδο του κινήματος, όταν οι διαφορετικές απόψεις για τη στρατηγική και την τακτική συζητιόντουσαν ανοιχτά και δεν συνιστούσαν έγκλημα καθοσιώσεως. Οι διαφωνίες ήταν πολλές και έντονες, όμως χρειάζεται κάτι παραπάνω από αυτό για να αποδειχτεί διαφορετική στρατηγική, στην περίπτωσή μας της Ρόζας από αυτή του Λένιν.

Κι εδώ αν πάμε στις πραγματικές πολιτικές μάχες, η Ρόζα υπήρξε ο πρώτος και ο σκληρότερος πολέμιος της ρεφορμιστικής στρατηγικής της σοσιαλδημοκρατίας, πολύ πριν ο Λένιν αντιληφθεί τον εκφυλισμό της. Τα κείμενα της Ρόζας, από την κριτική της συμμετοχής Μιλλεράν στην αστική κυβέρνηση μέχρι τη σύγκρουση με τον Μπερνστάιν και την «εθνική ενότητα» σε καιρό πολέμου, αποτελούν τα ιδρυτικά κείμενα της επαναστατικής Αριστεράς στον 20ό αιώνα.

Γι΄ αυτό και όταν η ίδια αναμετρήθηκε με τα συγκεκριμένα ζητήματα που έθεσε η Γερμανική Επανάσταση το 1918, έδωσε τις ίδιες απαντήσεις με αυτές των μπολσεβίκων: στο πρώτο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, η Ρόζα επιχειρηματολόγησε υπέρ της εξουσίας των Σοβιέτ, ενάντια στην Εθνοσυνέλευση και την κεντρίστικη στάση του USPD «και Σοβιέτ και Συνέλευση», για την βίαιη συντριβή του αστικού κράτους και των κατασταλτικών μηχανισμών, για το άνευ όρων τέλος του πολέμου και την διεθνιστική ενότητα με τη Σοβιετική Ρωσία. Αυτή είναι η πραγματική κληρονομιά της Λούξεμπουργκ και τίποτα δεν μπορεί να τη διαστρεβλώσει.

Αυθορμητισμός;

Αν από τη μια πλευρά έρχεται το επιχείρημα περί σοσιαλδημοκρατίας, από την άλλη η Ρόζα έχει πολλές φορές βαφτιστεί θεωρητικός του αυθορμητισμού και του αναρχοσυνδικαλισμού. Είναι ένα επιχείρημα που αρχικά εξαπολύθηκε ως κατηγορία από την ηγεσία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας του SPD απέναντι στην πολεμική της Ρόζας για τα συνδικάτα και τη γενική απεργία, ενώ μετέπειτα αγκαλιάστηκε και από τη σταλινική σχολή που φρόντισε να θάψει όλους τους επαναστάτες (αφού πρώτα έκανε μούμια τον Λένιν). Στη συνέχεια ωστόσο, ο «αυθορμητισμός» της Ρόζας αγκαλιάστηκε από κομμάτια του κινήματος (ειδικά τη δεκαετία του ΄60), που πίστεψαν πως έβρισκαν εκεί το αντίδοτο στην κομματική αρτηριοσκλήρωση των ορθόδοξων ΚΚ.

Μια ματιά στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου «Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα» θα αρκούσε για να καταλάβει κανείς πόσο ξένα ήταν όλα αυτά στη σκέψη της Ρόζας. Αντίθετα με την άποψη των αναρχικών της εποχής για τη γενική απεργία, η Λούξεμπουργκ δεν έβλεπε την επανάσταση ως αποτέλεσμα του βολονταρισμού των επαναστατών ή μιας «νύχτας των οδοφραγμάτων». Γι΄αυτό και αφιέρωνε τόσο κόπο και προσπάθεια για να αναλύσει τις τάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού, τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα δημιουργούσε τις συνθήκες της ανατροπής του και τον ιστορικό του νεκροθάφτη. Από ΄κει πηγάζουν και οι συνεχείς της αναφορές στην εργατική επανάσταση ως «αναγκαίο» και «αναπότρεπτο» αποτέλεσμα της ίδιας της λειτουργίας και των κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος.

Αυτή η ανάλυση την διαχώριζε με σαφήνεια από το αναρχοσυνδικαλιστικό ρεύμα και τους οπαδούς του αυθόρμητου. Δεν την έκανε όμως να ξεχνάει πως η τελική ανατροπή του καπιταλισμού δεν θα έρθει από τις «αντικειμενικές» εξελίξεις, αλλά από τη συνειδητή δράση. Και ο συνειδητός παράγοντας ήταν για τη Ρόζα το κόμμα: το ανοργάνωτο και το αυθόρμητο είχε αξία, στο βαθμό που ερχόταν να βοηθήσει, να αναζωογονήσει και (ακόμα περισσότερο για την Ρόζα) να διορθώσει τις γραφειοκρατικές παραμορφώσεις του οργανωμένου και του συνειδητού.

Στην Ρόζα χρωστάμε την νέα έμφαση και την αναδιατύπωση του ερωτήματος που πρώτοι οι Μαρξ και Ένγκελς είχανε θέσει: «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Μπροστά στην καπιταλιστική κρίση, ξετυλίγονται δύο ιστορικές δυνατότητες, προχώρημα στον σοσιαλισμό ή πισωγύρισμα του πολιτισμού και αμοιβαία κατάρρευση των αντιμαχόμενων τάξεων. Ο υποκειμενικός παράγοντας, η συνειδητή παρέμβαση του εργατικού κινήματος και των σοσιαλιστών μέσα σ΄ αυτό είναι το κλειδί για να δώσουμε τη σωστή απάντηση μπροστά σ΄ αυτή τη διχάλα.

Οργάνωση

Αν κάτι πρέπει να διδαχτούμε από την αδυναμία στην οποία βρέθηκαν οι επαναστάτες στη Γερμανία το 1918 είναι πως η μάχη με τον ρεφορμισμό πρέπει να δοθεί και να κερδηθεί μέσα στο εργατικό κίνημα όχι μόνο στο πεδίο των ιδεών, αλλά και στο κρίσιμο πεδίο της οργάνωσης. Στην περίπτωση της Ρόζας και των συντρόφων της, οι ιδεολογικές και πολιτικές μάχες με την γραφειοκρατική πλέον ηγεσία του SPD θα έπρεπε να βρουν και την οργανωτική τους έκφραση, με το χτίσιμο ενός επαναστατικού κόμματος ανεξάρτητου από το SPD. Γιατί η πορεία των γεγονότων απέδειξε πως μόνο η οικοδόμηση ενός επαναστατικού δικτύου ανεξάρτητου από τον ρεφορμισμό πριν την επαναστατική κατάσταση μπορεί να της δώσει νικηφόρα κατάληξη.

Ήταν βέβαια δύσκολο να σπάσει κανείς από το κόμμα που είχε ιδρύσει ο Ένγκελς, όχι και τόσα πολλά χρόνια πριν. Αν και κατανοούσε βαθιά τον εκφυλισμό αυτού του «απολιθώματος των αυθεντιών» (όπως έγραφε σε ένα γράμμα της ήδη το 1907), η Ρόζα φοβόταν ότι η ρήξη με το SPD θα συνεπαγόταν την απομόνωση των επαναστατικών ιδεών. Γι΄ αυτό και πάντα έλπιζε πως οι μάχες που δίνονταν μέσα στο κόμμα, παράλληλα με την όξυνση της ταξικής πάλης έξω από αυτό, θα ξέβραζαν τελικά τη ρεφορμιστική πολιτική: «Εάν οι ηγεσίες των συνδικάτων έμεναν στο πλάι ή έβαζαν εμπόδιο στο κίνημα, το αποτέλεσμα μιας τέτοιας συμπεριφοράς δεν μπορούσε να είναι παρά μόνο αυτό: οι ηγεσίες των συνδικάτων και των κομμάτων θα έμπαιναν στην άκρη από τη δυναμική των γεγονότων και οι οικονομικοί και πολιτικοί αγώνες θα συνέχιζαν και χωρίς αυτές».

Αγώνες σίγουρα μπορούσαν να γίνουν και χωρίς την ηγεσία του SPD. Όμως οι αγώνες αυτοί από μόνοι τους δεν μπορούσαν να αλλάξουν το γεγονός της προσχώρησης της ηγεσίας της σοσιαλδημοκρατίας στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης. Και αυτός ήταν ένας κρίσιμος παράγοντας. Γιατί, για τους εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες που ανακάλυπταν την προδοσία του SPD το 1918, υπήρχαν εκατομμύρια ακόμα που μόλις έμπαιναν στο στίβο της πολιτικής και έστρεφαν τις ελπίδες τους προς αυτό το κόμμα. Η επανάσταση δεν σημαίνει ποτέ την άμεση αποδυνάμωση του ρεφορμισμού. Τουναντίον, είναι στις στιγμές της επανάστασης που τα διαφορετικά επίπεδα συνείδησης κομματιών της εργατικής τάξης είναι πιο ορατά από ποτέ. Το τι οργάνωση θα έχουν οι πιο πρωτοπόροι και μαχητικοί εργάτες, για να τραβήξουν και όχι να τραβηχτούν από τη μεγάλα μάζα των συναδέλφων τους, είναι που κάνει τη διαφορά ανάμεσα στην νίκη ή την ήττα της επανάστασης.

Ο Σπάρτακος, η οργάνωση της Ρόζας και του Λήμπκνεχτ, δεν είχε ούτε το μέγεθος ούτε τα χαρακτηριστικά για να κερδίσει αυτή τη μάχη. Μια ομάδα τριών χιλιάδων επαναστατών, όσο αφοσιωμένοι και ξεκάθαροι και αν είναι αυτοί, δεν μπορεί να καθοδηγήσει μια επανάσταση εκατομμυρίων εργατών και στρατιωτών σε βιομηχανικά κέντρα όπως το Βερολίνο, το Αμβούργο, το Μόναχο, την Έσση, το Κίελο και αλλού. Ιδιαίτερα όταν αυτή η οργάνωση είναι περισσότερο μια χαλαρή ομοσπονδία ομάδων, όπως ήταν ο Σπάρτακος, χωρίς κοινές εμπειρίες οργανωμένων μαχών, χωρίς κοινό κώδικα επικοινωνίας των μελών της, χωρίς συγκεντρωτισμό και πανεθνική οργάνωση.

Η επιμονή του Λένιν το 1903 για πανεθνική οργάνωση, εφημερίδα, πυρήνες και επαγγελματίες επαναστάτες μπορεί να έμοιαζε δογματική. Όμως ήταν αυτού του τύπου την οργάνωση που χρειάζονταν οι επαναστατημένοι εργάτες και στρατιώτες του Βερολίνου το 1919. Ο Λένιν την είχε οικοδομήσει υπομονετικά, γι΄ αυτό μπορούσε να είναι δυσάρεστος απέναντι στους πρωτοπόρους, αλλά ανυπόμονους εργάτες της Πετρούπολης τον Ιούλη του 1917 και τολμηρός τις μέρες της κατάληψης της εξουσίας τον Οκτώβρη. Η Ρόζα δεν είχε αυτή την οργάνωση και πλήρωσε ακριβά το τίμημα, ακόμα και με την ίδια της τη ζωή.

Εργατικές εξεγέρσεις και επαναστάσεις ξέσπασαν πολλές στην πορεία του 20ού αιώνα. Αυτό που έκανε τη διαφορά για την τελική τους κατάληξη ήταν η ύπαρξη μέσα σ΄ αυτές μιας Αριστεράς επαναστατικής και ριζωμένης: επαναστατικής, ώστε να αξιοποιεί τις ευκαιρίες για την ανατροπή του καπιταλισμού και όχι για μια καλύτερη διαχείρισή του. Και ριζωμένης, ώστε να μπορεί να κάνει την επαναστατική θεωρία κτήμα και εργαλείο των πραγματικών ανθρώπων που δίνανε τις μάχες, να απαντάει δηλαδή στο ζήτημα της καθοδήγησης της επανάστασης στην πράξη κι όχι απλά στη θεωρία. Κωδικοποιώντας, αυτό που έκανε τη διαφορά ήταν η συνάντηση των ιδεών της Ρόζας με την οργάνωση του Λένιν. Είναι ένα δίδαγμα όχι μόνο για την ιστορία του εργατικού κινήματος του παρελθόντος, αλλά και για την Αριστερά που χτίζουμε σήμερα, για τον Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα.

-Γερμανία 1919-1923
Οι κρίσιμες καμπές της επανάστασης

Κανένα μεγάλο μαζικό κίνημα δεν περιορίζεται μοναχά σε μια «μεγάλη νύχτα των οδοφραγμάτων». Αυτό ισχύει στον υπερθετικό βαθμό για τις επαναστάσεις.

Η Γερμανική Επανάσταση ξέσπασε το 1918 και για πέντε ολόκληρα χρόνια η κυρίαρχη τάξη της Γερμανίας έζησε με τον τρόμο της ανατροπής της. Η Γερμανία ήταν, στις παραμονές του πολέμου, μια από τις πιο «προλεταριοποιημένες» κοινωνίες του κόσμου: περίπου 8,64 εκατομμύρια βιομηχανικοί εργάτες, 1,7 εκατομμύρια εργαζόμενοι στις μεταφορές και το εμπόριο, 2,3 μισθωτοί υπάλληλοι, δηλαδή 12,5 εκατομμύρια το σύνολο. Όταν μπήκε σε κίνηση αυτή η τεράστια κοινωνική δύναμη ήταν πολύ δύσκολο να σταματήσει ακόμα και αν στην πορεία έχανε μάχες με μεγάλο κόστος.

Η επανάσταση δεν ήταν μονόπρακτο έργο λοιπόν. Τον Γενάρη του 1919 στις «μέρες του Σπάρτακου», οι επαναστάτες εργάτες του Βερολίνου και το νεοϊδρυμένο Κομμουνιστικό Κόμμα δέχτηκαν ένα σκληρό πλήγμα από την κυρίαρχη τάξη. Ένα χρόνο μετά, το πραξικόπημα του Καπ, που οργάνωσαν στρατηγοί με την υποστήριξη της κυρίαρχης τάξης, ήταν η απόπειρα να ολοκληρωθεί το έργο της αντεπανάστασης.

Κι όμως, αυτή η απόπειρα κατέρρευσε μετά από μια γιγάντια Γενική Απεργία που σε ορισμένες περιοχές μετατράπηκε σε ένοπλη εξέγερση των εργατών. Μια από τις συνέπειες αυτής της αναμέτρησης ήταν η επιτάχυνση των διαδικασιών στην αριστερά, με τη συγκρότηση του «ενωμένου» Κομμουνιστικού Κόμματος, ενός μαζικού κόμματος μισού εκατομμυρίου μελών προς το τέλος της χρονιάς.

Το 1923 η εργατική τάξη έφτασε κυριολεκτικά στο παρά πέντε του «γερμανικού Οκτώβρη». Η κατάληψη του Ρουρ από τα γαλλικά στρατεύματα προκάλεσε μια τεράστια πολιτική κρίση, που μαζί με τον πληθωρισμό που ξέφυγε από κάθε έλεγχο έσπρωξε την εργατική τάξη να περάσει στην επαναστατική δράση. Τη κρίσιμη στιγμή η ηγεσία του επαναστατικού κόμματος έκανε πίσω, χάνοντας μια πραγματικά ιστορική ευκαιρία.

Οι «μέρες του Σπάρτακου»

«Δεν πρέπει να καλλιεργούμε και να επαναλαμβάνουμε την αυταπάτη της πρώτης φάσης της επανάστασης, αυτής της 9 Νοέμβρη, ότι αρκεί η ανατροπή της καπιταλιστικής κυβέρνησης από μια άλλη για να έρθει η σοσιαλιστική επανάσταση.

Η ουσία της επανάστασης είναι ότι οι απεργίες γίνονται όλο και περισσότερο το κέντρο της, το κύριο χαρακτηριστικό της επανάστασης. Τότε μετατρέπεται σε μια οικονομική επανάσταση και γι΄ αυτό το λόγο, σε μια σοσιαλιστική επανάσταση. Η πάλη για το σοσιαλισμό μπορεί να διεξαχθεί από τις μάζες και μόνο από τις μάζες, χέρι-χέρι ενάντια στον καπιταλισμό, σε κάθε εργοστάσιο, από τον κάθε προλετάριο ενάντια στον κάθε καπιταλιστή. Μόνο τότε θα πρόκειται για μια σοσιαλιστική επανάσταση?

Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να δημιουργηθεί με διατάγματα ούτε πρόκειται να δημιουργηθεί με διατάγματα. Ούτε μπορεί να τον καθιερώσει μια κυβέρνηση, όσο σοσιαλιστική κι αν είναι αυτή. Ο σοσιαλισμός πρέπει να πραγματωθεί από τις μάζες, από κάθε προλετάριο. Εκεί που σφυρηλατούνται τα καπιταλιστικά δεσμά, εκεί πρέπει να σπάσουν?.» (1)

Μ΄ αυτά τα λόγια η Ρόζα Λούξεμπουργκ ξεκίνησε την εισήγησή της την τρίτη μέρα του ιδρυτικού συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD) Πρωτοχρονιά του 1919.

Τον Νοέμβρη η επανάσταση είχε απλωθεί σαν τη φωτιά από τους ναύτες του Κίελου σε όλες τις πόλεις της Γερμανίας, στα στρατεύματα του μετώπου και κατόπιν στο Βερολίνο, τη πρωτεύουσα. Η «παλιά τάξη πραγμάτων» είχε ανατραπεί. Όμως η καινούργια δεν είχε επικρατήσει. Τα συμβούλια των εργατών και των στρατιωτών είχαν τεράστια δύναμη στα χέρια τους. Όμως, παρέμενε κατακερματισμένη. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, τη πλειοψηφία σε αυτά την είχαν πολιτικές δυνάμεις που κήρυτταν ότι η επανάσταση έφτασε στο τέλος της με την ανατροπή του Κάιζερ, την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας και το σχηματισμό μιας «καθαρά» σοσιαλιστικής κυβέρνησης από τα δυο σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ?το SPD και το USPD. Όταν συνήλθε το Πρώτο Συνέδριο των Συμβουλίων στα μέσα του Δεκέμβρη, από τους 499 αντιπροσώπους μόλις 21 στήριζαν την επαναστατική αριστερά (90 ακόμα στήριξαν το USPD στο οποίο διαμορφώνονταν ραγδαία μια αριστερή και μια δεξιά πτέρυγα). Αυτό το συνέδριο ψήφισε να περάσει η εξουσία στην Εθνοσυνέλευση μετά από εκλογές και για την απαγόρευση απεργιών «σε ζωτικούς τομείς».

Σε μια παρόμοια κατάσταση είχαν βρεθεί και τα σοβιέτ στη Ρωσία τους πρώτους μήνες μετά την Επανάσταση του Φλεβάρη 1917. Οι εργάτες και οι στρατιώτες θα χρειάζονταν να μάθουν από την ίδια τους τη πείρα. Ο Λένιν με τις «Θέσεις του Απρίλη» προκάλεσε σεισμό στο κόμμα των μπολσεβίκων διακηρύσσοντας ότι τα παλιά συνθήματα για «αστική επανάσταση» είναι ξεπερασμένα και ότι τώρα το σύνθημα πρέπει να είναι η σοσιαλιστική επανάσταση, το «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ». Στο άλλο, όμως, που επέμενε ο Λένιν επιχειρηματολογώντας στο κόμμα των μπολσεβίκων, είναι ότι «πρέπει να εξηγούμε υπομονετικά» αυτή τη προοπτική.

Η υπομονή, όμως, ήταν κάτι που έλειπε σχεδόν ολοκληρωτικά από το μόλις ιδρυμένο κόμμα στη Γερμανία. Η μεγάλη πλειοψηφία των αγωνιστών του είχαν την αντίληψη που προσπαθούσε να καταπολεμήσει η Ρόζα στην εισήγησή της: ένα ακόμα σπρώξιμο, μια ακόμα «μεγάλη νύχτα των οδοφραγμάτων», μια επίδειξη επαναστατικής θέλησης και οι «μάζες» θα ακολουθούσαν: στο κάτω-κάτω η δυσαρέσκεια για τη κυβέρνηση φούντωνε ιδιαίτερα στο Βερολίνο. «Δεν χρειαζόμαστε άλλα βήματα» όπως τα συνδικάτα ή οι εκλογές δήλωνε ένας αντιπρόσωπος στο συνέδριο, ο Οτο Ρίλε, «Ο δρόμος είναι το βήμα μας και δεν πρόκειται να τον εγκαταλείψουμε ακόμα και αν μας πυροβολήσουν». (2)

Τον Γενάρη του 1919 η κυβέρνηση του SPD με τη συνεργασία των Frei Korps, προβοκάρισε τους επαναστατημένους εργάτες του Βερολίνου: απέλυσε από τη θέση του τον Εμιλ Αϊχορν, διοικητή της αστυνομικής δύναμης που είχε συγκροτηθεί με την επανάσταση. Η συνέχεια ήταν οι ματωμένες «Μέρες του Σπάρτακου». Για ένα τμήμα των επαναστατημένων εργατών και στρατιωτών, η απάντηση στη πρόκληση ήταν η ένοπλη κατάληψη κτιρίων και το κάλεσμα για την ανατροπή της κυβέρνησης των Εμπερτ και Σάϊντεμαν. Χιλιάδες επαναστάτες ρίχτηκαν σε μια άνιση αναμέτρηση αποκομμένοι από τα εργοστάσια και τις άλλες πόλεις. Το αποτέλεσμα ήταν ένα λουτρό αίματος, η δολοφονία της Ρόζας, του Καρλ Λήμπνεχκτ και αργότερα ?τον Μάρτη- του Λέο Γιόγκισες του οργανωτικού υπεύθυνου του κόμματος. Οι επαναστάτες στη Γερμανία αποκεφαλίστηκαν πολιτικά.

Το ίδιο πάνω κάτω σενάριο επαναλήφθηκε τους υπόλοιπους μήνες εκείνης της χρονιάς σε όλη τη Γερμανία, από το Ρουρ μέχρι τη «Δημοκρατία των Συμβουλίων» του Μονάχου στη Βαυαρία. Στο τέλος του 1919 πράγματι έμοιαζε ότι η «τάξη επικρατεί» όχι μόνο στο Βερολίνο αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα. Τα εργατικά συμβούλια είχαν εξουδετερωθεί σαν ανεξάρτητη δύναμη.

Όμως, η επανάσταση δεν είχε τελειώσει. Δυο δυνάμεις τροφοδοτούσαν τις φλόγες της. Από τη μια μεριά ήταν η κυρίαρχη τάξη. Είχε «ειρηνεύσει» με τη φωτιά και το σίδερο ?και με τη βοήθεια της σοσιαλδημοκρατίας- τη Γερμανία, όμως, η νίκη αυτή δεν της ήταν αρκετή. Έπρεπε να φορτώσει τα σπασμένα της οικονομικής κρίσης που είχε προκαλέσει ο πόλεμος στην εργατική τάξη. Όμως, απέναντί της είχε μια εργατική τάξη που μόλις είχε κάνει μια επανάσταση και η ριζοσπαστικοποίησή της προχωρούσε πολιτικά.

Το 1919 ξεσπάνε 4.970 απεργίες και την επόμενη χρονιά διπλασιάζονται φτάνοντας τις 8.800. Πολιτικά, η ριζοσπαστικοποίηση βρήκε προσωρινή διέξοδο στο USPD και συγκεκριμένα στην αριστερή του πτέρυγα. Το KPD περνούσε μια έντονη εσωτερική κρίση. Η νέα ηγεσία που διαμορφώνονταν γύρω από τον Πάουλ Λέβι, προσπαθούσε να προσανατολίσει το κόμμα μακριά από τις περιπέτειες των οδομαχιών και των ένοπλων αναμετρήσεων μιας «δυναμικής μειοψηφίας» και προς τη συστηματική παρέμβαση στα εργοστάσια και τα συνδικάτα. Δεν ήταν εύκολο. Τον Οκτώβρη του 1919 σε ένα έκτακτο συνέδριο στη Χαϊδελβέργη το κόμμα ουσιαστικά διασπάστηκε: περίπου τα μισά μέλη αποχώρησαν. Το κόμμα έμεινε με 50.000 περίπου μέλη.

Το πραξικόπημα του Καπ και οι συνέπειές του

Στις 13 Μάρτη 1920 η ταξιαρχία Ερχαρντ κατέλαβε το Βερολίνο και εγκατέστησε ως καγκελάριο ένα συντηρητικό γραφειοκράτη τον Καπ. Μονάδες πραξικοπηματιών κινήθηκαν σε διάφορες περιοχές της Γερμανίας. Το πραξικόπημα είχε την στήριξη της κυρίαρχης τάξης και την ευμενή ουδετερότητα των υπόλοιπών στρατηγών: ο διοικητής της Ράϊχσβερ, ο στρατηγός φον Ζέεκτ δήλωσε με νόημα ότι η «Ράϊχσβερ δεν ανοίγει πυρ στην Ράϊχσβερ». Η κυβέρνηση το βάλε στα πόδια.

Όμως, μετά από λίγες μέρες το πραξικόπημα θα καταρρεύσει μετά από μια γιγάντια κινητοποίηση της εργατικής τάξης. Η σπίθα για αυτή την έκρηξη ήρθε από μια ανεπάντεχη κατεύθυνση. Ο Λίγκεν, πρόεδρος της ADGB της σοσιαλδημοκρατικής συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας, κάλεσε σε γενική απεργία ενάντια στο πραξικόπημα. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ?και ο Λιέγκεν προσωπικά- ήταν για χρόνια το προπύργιο της ταξικής συνεργασίας και οι αμείλικτοι διώκτες της αριστεράς μέσα στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Όμως, τώρα, αναγκάστηκαν να βγάλουν το κάλεσμα στη μάχη, γιατί η ίδια τους η υπόσταση βρισκόταν σε κίνδυνο.

Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό. Η Γενική Απεργία καθήλωσε τα πάντα. Όμως πήγε ακόμα παραπέρα: «Στο ένα σημείο της χώρας μετά το άλλο, οι εργάτες μετέτρεπαν την απεργία σε ένοπλη έφοδο στην εξουσία που βρίσκονταν πίσω από το πραξικόπημα… Η οπλισμένη εργατική τάξη πήρε την εξουσία στα χέρια της σε τρεις περιοχές της Γερμανίας: στη βιομηχανική ?καρδιά΄ του Ρουρ, στις περιοχές των ανθρακωρυχείων και των εργοστασίων στη Κεντρική Γερμανία και στο βορρά ανάμεσα στο Λίμπεκ και το Βίσμαρ». (3)

Όταν το πραξικόπημα έπνεε τα λοίσθια ο Λίγκεν έκανε μια πρόταση που προκάλεσε μεγάλο «πονοκέφαλο» τόσο στη σοσιαλδημοκρατική ηγεσία όσο και στην επαναστατική αριστερά ιδιαίτερα στο νεαρό KPD. Πρότεινε τη συγκρότηση μιας «εργατικής κυβέρνησης» αποτελούμενης από τα τρία κόμματα της αριστεράς και με τη στήριξη των συνδικάτων. Για εκατομμύρια σοσιαλδημοκράτες εργάτες η πολιτική της συγκυβέρνησης με τα αστικά κόμματα και το Γενικό Επιτελείο ήταν η μήτρα του πραξικοπήματος. Ο Λίγκεν έριξε την πρόταση για να κρατήσει την επαφή με τη βάση του.

Το KPD είχε ταλαντευτεί τις πρώτες μέρες του πραξικοπήματος. Η αρχική στάση της ηγεσίας του στο Βερολίνο ήταν απογοητευτική: επρόκειτο για μια σύγκρουση ανάμεσα σε «δυο αντεπαναστατικές μερίδες» διακήρυττε και δήλωνε ότι το προλεταριάτο «δεν θα σήκωνε ούτε το δαχτυλάκι του» για την υπεράσπιση της «κυβέρνησης των δολοφόνων της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λήμπνεχκτ».

Ο Πάουλ Λέβι, που βρισκόταν στη φυλακή, και οι πιο ισχυρές κομματικές οργανώσεις όπως αυτή στο Κέμνιτζ με επικεφαλής τον Χάινριχ Μπράντλερ, αντέδρασαν σε αυτό τον καταστροφικό σεχταρισμό και σύντομα η θέση του κόμματος άλλαξε. Η θέση που υιοθέτησε το KPD ήταν η εξής: α) δεν συμμετέχουμε σε κυβερνήσεις διαχείρισης του καπιταλισμού όποιο όνομα και αν έχουν β) παρόλα αυτά, μια κυβέρνηση που σχηματιζόταν χωρίς τη συμμετοχή των αστικών κομμάτων θα δημιουργούσε «ιδιαίτερα πρόσφορες συνθήκες για την ενεργητική δράση των μαζών» γ) απέναντί της το κομμουνιστικό κόμμα ήταν έτοιμο να κρατήσει θέση «νόμιμης αντιπολίτευσης» όσο αυτή εκπλήρωνε τις υποσχέσεις της για εξουδετέρωση της άκρας δεξιάς και «δεν εμπόδιζε την κοινωνική οργάνωση της εργατικής τάξης».

Η ηγεσία του KPD ταλαντεύτηκε για άλλη μια φορά έντονα για να καταλήξει στη συγκεκριμένη στάση. Τη μια μέρα δήλωνε ότι μια τέτοια κυβέρνηση θα ήταν απλή συνέχεια της προηγούμενης και την επόμενη άλλαζε γνώμη. Όταν κατέληξε, στις 26 Μάρτη, οι διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό μιας νέας κυβέρνησης του SPD με τα αστικά δημοκρατικά κόμματα είχαν μπει στη τελευταία φάση τους. Αυτή η φόρμουλα προκάλεσε βαριές καταγγελίες στο εσωτερικό του κόμματος για εγκατάλειψη των επαναστατικών αρχών. Για ένα μεγάλο τμήμα ακόμα και της ηγεσίας της Κομιντέρν, το κόμμα κινδύνευε να βαδίσει στα χνάρια της προπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας.

Κι όμως, παρόλο που η ηγεσία δεν κινήθηκε με συνέπεια, η στάση απέναντι στην πρόταση της «εργατικής κυβέρνησης» ήταν ένα τεράστιο μάθημα για το πώς ένα επαναστατικό κόμμα μπορεί να αποφύγει τους κινδύνους και του οπορτουνισμού και του συμβιβασμού με το αστικό καθεστώς αλλά και τον κίνδυνο του σεχταρισμού.

Στις εκλογές που έγιναν τον Ιούνη του 1920 αποκαλύφτηκε η τεράστια μετατόπιση προς τα αριστερά της εργατικής τάξης. Τo SPD πήρε 5.500.000 ψήφους, χάνοντας τη μισή εκλογική του δύναμη. Οι κύριες απώλειες ήταν προς τα αριστερά. Όχι προς το κομμουνιστικό κόμμα που πλήρωνε τις αδυναμίες και τα λάθη των προηγούμενων μηνών, αλλά προς το USPD το οποίο πήρε 4.900.000 ψήφους.

Η γέννηση ενός μαζικού επαναστατικού κόμματος

Ο Λένιν και ο Τρότσκι είχαν δώσει μια ονομασία σε κόμματα όπως το USPD: τα αποκαλούσαν «κεντριστικά», κόμματα που στέκονταν ανάμεσα στη στρατηγική της μεταρρύθμισης του καπιταλισμού και την επαναστατική ανατροπή του και είναι σαν γέφυρες διπλής κατεύθυνσης: προς το ρεφορμισμό η μια και προς την επανάσταση η άλλη. Για παράδειγμα, το κόμμα αυτό το 1918-19 μπορούσε να δηλώνει ότι είναι και με τα εργατικά συμβούλια και με την αστική δημοκρατία: «εργατικά συμβούλια ?αγκυροβολημένα΄ [δηλαδή θεσμοθετημένα] στο Σύνταγμα» ήταν η επίσημη θέση του το 1919.

Στα μέσα του 1920 το USPD ήταν ένα τεράστιο κόμμα: διέθετε 893.000 μέλη, εκατοντάδες εφημερίδες και περιοδικά και μια τεράστια επιρροή στα συνδικάτα. Και η αριστερή πτέρυγα δυνάμωνε με άλματα. Έλπιζε ότι θα οδηγούσε τους «δεξιούς» σε αποχώρηση. Το ζήτημα κλειδί ήταν η στάση απέναντι στη Κομιντέρν, την Κομμουνιστική Διεθνή, που είχε ιδρυθεί μόλις ένα χρόνο πριν.

Το μπολσεβίκικο κόμμα έριξε όλη του τη δύναμη στο κέρδισμα της αριστεράς του USPD. Δεν το έκαναν απλά με το να επισημαίνουν την ασυνέπεια και τις ανεπάρκειες του κόμματος και με εκκλήσεις για προσχώρηση στο Kομμουνιστικό Kόμμα της Γερμανίας. Αντίθετα, μπήκαν σε μια διαδικασία διαλόγου και στο τεστ της πράξης. Οι «21 όροι» που ψήφισε το Δεύτερο Συνέδριο της Κομιντέρν τον Ιούλη του 1920 για την εισδοχή νέων κομμάτων-μελών ήταν η κωδικοποίηση αυτής της προσπάθειας. Στο έκτακτο συνέδριο της Χάλης τον Οκτώβρη του 1920 οι δυο πτέρυγες κονταροχτυπήθηκαν άγρια. Την πλάστιγγα την έγειρε ένας απρόσμενος επισκέπτης, ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, ο πρόεδρος της Κομιντέρν. Ύστερα από μια εντυπωσιακή ομιλία τεσσάρων (!) ωρών, έγινε η ψηφοφορία: 237 ψήφοι υπέρ των 21 όρων και 156 κατά. Κατόπιν προχώρησαν γρήγορα οι διαδικασίες για τη συγκρότηση του «Ενωμένου Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας» (VKPD). Ηταν το μεγαλύτερο επαναστατικό κόμμα εκτός Ρωσίας με περίπου μισό εκατομμύριο μέλη.

Από τη «τρέλα του Μάρτη» στο ενιαίο μέτωπο

Ηταν πράγματι ένα μαζικό κόμμα, και μάλιστα αν αναλογιστούμε ότι πριν την ενοποίηση το ΚPD διέθετε το πολύ 80.000 μέλη. Όμως αυτό δεν έλυνε αυτομάτως το πρόβλημα που κατάτρυχε την επαναστατική αριστερά στη Γερμανία από καιρό: τη συγκρότηση μέσα από τις κοινές εμπειρίες της πολιτικής παρέμβασης και της αποσαφήνισης ιδεών για τη στρατηγική και τη τακτική, ενός συνεκτικού πολιτικού οργανισμού που θα μπορούσε να εκτιμάει σωστά κάθε φορά τη κατάσταση και να αναλαμβάνει τις ανάλογες πρωτοβουλίες. Το νέο ενωμένο κόμμα ήταν η απόδειξη πόσο μπροστά είχε προχωρήσει το πιο πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης. Ταυτόχρονα, όμως, όξυνε όλες τις παραπάνω ανεπάρκειες.

Η ανυπομονησία που είχε τόσο καταστροφικά αποτελέσματα το Γενάρη του 1919 και σε άλλες περιπτώσεις έγινε ακόμα πιο έντονη. Θεωρητικά αυτή η πίεση βρήκε έκφραση στη λεγόμενη «Θεωρία της επίθεσης» -την οποία καλλιεργούσε και ένα τμήμα της ηγεσίας της Κομιντέρν. Σε μια επαναστατική εποχή, έλεγε η «θεωρία», το καθήκον των επαναστατών είναι να βρίσκονται συνέχεια στην επίθεση, έτσι θα ξυπνήσουν τις «μάζες» διαφορετικά θα κυλούσαν ξανά στη στάση της προπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας που μιλούσε «μαρξιστικά» ενώ συμβιβαζόταν στη πράξη.

Το πρακτικό προϊόν αυτής της «θεωρίας» ήταν η λεγόμενη «Δράση του Μάρτη» του 1921 (πάλι με την παρακίνηση ενός ανώτερου στελέχους της Κομιντέρν, του Μπέλα Κουν). Οι εργάτες μιας περιοχής στην Κεντρική Γερμανία κατέβηκαν σε απεργίες ενάντια στην κρατική καταστολή. Ηταν μια αμυντική μάχη, που δεν απλώθηκε καν σε όλη τη συγκεκριμένη περιφέρεια. Όμως, η προοπτική για την οποία έπεισε ο Μπέλα Κουν την ηγεσία του KPD ήταν κυριολεκτικά απογειωμένη: ούτε λίγο ούτε πολύ, το KPD με το παράδειγμά του έπρεπε να «εκβιάσει την εξέλιξη της Επανάστασης». Η ηγεσία του προσπάθησε με μια διαταγή να μετατρέψει μια αποσπασματική αμυντική δράση σε γενικευμένη επίθεση. Στις 20 Μάρτη η καθημερινή εφημερίδα του κόμματος, η Rote Fahne (Κόκκινη Σημαία) δήλωνε ότι όποιος δεν ανταποκρινόταν στα καλέσματα για γενική απεργία και εξοπλισμό ήταν προδότης: «Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» κραύγαζε ο πρωτοσέλιδος τίτλος!

Το αποτέλεσμα ήταν ένα καταστροφικό φιάσκο. Σε κάποια μέρη, τα μέλη του κόμματος οδήγησαν διαδηλώσεις ανέργων σε απόπειρες κατάληψης εργοστασίων για να επιβάλλουν στους εργάτες να απεργήσουν. Το SPD έτριβε τα χέρια του: να ποιοι είναι οι κομμουνιστές, έλεγε, τυχοδιώκτες και πραξικοπηματίες.

Το ίδιο το κόμμα εκτός από τη σκληρή καταστολή αντιμετώπισε μια μεγάλη κρίση: εκατοντάδες χιλιάδες μέλη του το εγκατέλειψαν. Η κρίση έφτασε στην ηγεσία: ο Πάουλ Λέβι όχι μόνο διαφώνησε με την «Δράση του Μάρτη» αλλά δημοσίευσε μια μπροσούρα που κατήγγειλε το κόμμα ως δράστη του «μεγαλύτερου μπακουνινικού πραξικοπήματος στην ιστορία». Η κριτική ήταν σωστή, αλλά ο τόνος της, η φρασεολογία και ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο Λέβι δεν έκανε το κόπο να δώσει αυτή τη μάχη μέσα στο κόμμα, για να πείσει για τις θέσεις του, προκάλεσαν τη διαγραφή του.

Το KPD ανάρρωσε από αυτή την ήττα αν και χρειάστηκαν μήνες και περισσότερες απώλειες πριν ξεκινήσει να το κάνει. Η δημοκρατική και έντονη συζήτηση στη Κομιντέρν έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτό. Στο Τρίτο Συνέδριο που έγινε τον Ιούλη του 1921, ο Λένιν και ο Τρότσκι δεν τσιγκουνεύτηκαν τις σαρωτικές κριτικές στη «θεωρία της επίθεσης» ?και στη διάρκειά τους πάλεψαν για την υιοθέτηση από τη Κομιντέρν της πολιτικής του «ενιαίου μετώπου». Οι επαναστάτες έλεγαν οι αποφάσεις του συνεδρίου πρέπει «να πάνε στις μάζες» και να τις κερδίσουν, μέσα από τη κοινή δράση ακόμα και με τις ηγεσίες των ρεφορμιστικών κομμάτων και συνδικάτων, για οικονομικά και πολιτικά αιτήματα. Δεν ήταν μια συζήτηση ?με πολλές αντιπαραθέσεις- που τέλειωσε τότε, αντίθετα συνεχίστηκε. Oι αποφάσεις του Τέταρτου Συνεδρίου της Κομιντέρν το Νοέμβρη 1922 είχαν πάλι στο κέντρο τους ακόμα πιο έντονα το «Ενιαίο Μέτωπο» ?με την ενεργητική συμβολή της ηγεσίας του KPD.

Στα τέλη του 1922, το κόμμα είχε φτάσει τα περίπου 220.000 μέλη(4). Για ένα επαναστατικό κόμμα τα μέλη δεν είναι απλοί αριθμοί ή ψήφοι στις εκλογές. Είναι αγωνιστές και αγωνίστριες που παλεύουν μαζί με τη τάξη τους και κερδίζουν τη πολιτική εμπιστοσύνη των πιο πρωτοπόρων τμημάτων της. Από αυτή την άποψη το KPD στα τέλη εκείνης της χρονιάς μπορούσε να περηφανεύεται για πολλές επιτυχίες.

Την επιρροή του στα εργοστασιακά συμβούλια για παράδειγμα: Πάλευαν να τα μετατρέψουν από ανώδυνα παραρτήματα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας σε μαχητικές οργανώσεις βάσης: «Φθάνοντας το φθινόπωρο του 1922 οι κομμουνιστές είχαν κερδίσει τόση επιρροή σε χιλιάδες εργοστασιακά συμβούλια ώστε να κυριαρχήσουν στο πανεθνικό τους συνέδριο που έγινε το Νοέμβρη»(5). Οι «επιτροπές ελέγχου» που γεννήθηκαν στις εργατικές συνοικίες πολλών πόλεων κινητοποιούσαν εργάτες και ?κυρίως- εργάτριες ενάντια στη κερδοσκοπία και το πληθωρισμό που κατέτρωγε τα μεροκάματα ήταν ένα άλλο πεδίο δράσης του KPD. Προσπαθούσε να τις συντονίσει, να τις συνδέσει με τα εργοστασιακά συμβούλια και τις απεργίες. Οι «Προλεταριακές Εκατονταρχίες», ήταν η μορφή που πήρε το «ενιαίο μέτωπο» ενάντια στην απειλή της ακροδεξιάς και των φασιστών.

1923: απότομη στροφή

Ένα από τα βασικά κριτήρια για την αποτελεσματικότητα ?και τη χρησιμότητα εν τέλει- μιας επαναστατικής οργάνωσης, πολύ περισσότερο ενός κόμματος, είναι η ικανότητα να αντιλαμβάνεται, να ερμηνεύει και να ανταποκρίνεται σε ξαφνικές αλλαγές στη πολιτική κατάσταση και στη πορεία της ταξικής πάλης. Έρχονται στιγμές που ο ίδιος ο καπιταλισμός παράγει τόσο εκρηκτικές καταστάσεις που «κάθε τι σταθερό διαλύεται στον αέρα». Η γερμανική κοινωνία κάθε άλλο παρά «σταθερή» ήταν στα τέλη του 1922, όμως το σοκ του 1923 ήταν πράγματι συγκλονιστικό. Την έφερε στα πρόθυρα της επανάστασης, ενός γερμανικού «Οκτώβρη».

Τον Γενάρη του 1923 γαλλικά και βελγικά στρατεύματα κατέλαβαν το Ρουρ. Ο σκοπός ήταν να αρπάξουν τη παραγωγή του άνθρακα επειδή η γερμανική κυβέρνηση καθυστερούσε στη πληρωμή των «πολεμικών αποζημιώσεων» που είχε επιβάλει η Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919. Η γερμανική κυβέρνηση του καγκελάριου Κούνο απάντησε με μια υστερική εκστρατεία εθνικισμού και την οργάνωση της «παθητικής αντίστασης» στις κατεχόμενες περιοχές (και της ένοπλης, από τις ακροδεξιές συμμορίες της «μαύρης Ράιχσβερ» που εκπαίδευε ο τακτικός στρατός).

Το SPD και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία για άλλη μια φορά έδωσαν πρόθυμη στήριξη στη κυρίαρχη τάξη και έτσι το κλίμα της «εθνικής ενότητας» επηρέασε τους εργάτες. Όμως, παράλληλα, οι ίδιοι έβλεπαν δυο πράγματα: οι καπιταλιστές πλούτιζαν ενώ οι ίδιοι πεινούσαν. Ο πληθωρισμός που πριν κατέτρωγε τους μισθούς και τα εισοδήματα τώρα κυριολεκτικά τα εξανέμιζε. Το μάρκο κατέρρεε, φτάνοντας η άνοιξη θα χρειάζονταν δισεκατομμύρια από το «χρήμα-κομφετί» για να αγοράσει κάποιος ένα?αυγό. Η εξαθλίωση δεν απειλούσε μόνο τους εργάτες αλλά και τα μεσαία στρώματα.

Το KPD κράτησε μια περήφανη, διεθνιστική στάση. Όταν η γερμανική βουλή συζήτησε στις 13 Γενάρη τη πρόταση ψήφου εμπιστοσύνης στη κυβέρνηση, ο Πάουλ Φρέλιχ, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του KPD ανέβηκε στο βήμα για να δηλώσει: «Ο Κούνο και ο Πουανκαρέ [ο πρόεδρος της Γαλλίας] είναι δίδυμα αδέλφια. Είμαστε σε πόλεμο και ο Καρλ Λήμπνεχκτ μας δίδαξε την πολιτική της εργατικής τάξης σε καιρό πολέμου, ταξική πάλη ενάντια στον πόλεμο! Αυτό θα είναι το σύνθημά μας: όχι κοινωνική ειρήνη αλλά εμφύλιος πόλεμος!».(6)

Το εργατικό κίνημα άρχισε να περνάει στην αντεπίθεση και οι μορφές του ενιαίου μετώπου που είχαν χτιστεί το προηγούμενο διάστημα έπαιζαν κεντρικό ρόλο σε αυτή την αντεπίθεση. Οι «Προλεταριακές Εκατονταρχίες» ιδιαίτερα, άρχιζαν να συνδυάζουν και τη πάλη ενάντια στη φασιστική δεξιά και την ενεργητική οργάνωση των εργατικών αγώνων δίπλα στα εργοστασιακά συμβούλια.

Για μια ολόκληρη πτέρυγα του KPD ?με ισχυρή επιρροή τόσο στην ηγεσία όσο και στη βάση ιδιαίτερα στη περιφέρεια το Βερολίνου- με επικεφαλής τη Ρουθ Φίσερ και τον Αρκάντι Μάσλοφ, αυτές οι προσπάθειες ήταν «σοσιαλδημοκρατική παρέκκλιση». Δεν ήταν δύσκολο για την ηγεσία του κόμματος γύρω από τον Μπράντλερ και τον Αουγκουστ Ταλχάϊμερ, να αποκρούσει αυτές τις κατηγορίες. Η ενιαιομετωπική τακτική κέρδιζε στρατιές εργατών στις γραμμές και το πλευρό του επαναστατικού κόμματος.

Ο «γερμανικός Οκτώβρης»

Από τον Ιούνη και μετά οι εξελίξεις επιταχύνονταν. Η οικονομική κατάσταση χειροτέρευε, η κυρίαρχη τάξη βυθιζόταν στις έριδες και έχανε το τιμόνι, η ριζοσπαστικοποίηση προχωρούσε και το πιο σημαντικό ?οι απεργίες αποκτούσαν όχι μόνο ευρύτητα αλλά και πολιτικό χαρακτήρα. Τον Αύγουστο, μια απεργία που ξεκίνησε από το Βερολίνο με πρωτοβουλία της Εκτελεστικής Επιτροπής των Εργοστασιακών Συμβουλίων, μετεξελίχτηκε σε μια Γενική Απεργία που έριξε τη κυβέρνηση του Κούνο.

Για την ηγεσία της Κομιντέρν και των ρώσων μπολσεβίκων, όπως και για την ηγεσία του KPD αυτή η εξέλιξη χτύπησε τις καμπάνες. Μια επαναστατική κατάσταση ωρίμαζε στη Γερμανία. Τα ερωτήματα αποκτούσαν πια πιεστικό χαρακτήρα: η ανατροπή της κυβέρνησης σημαίνει το τέλος του κινήματος ή το πέρασμά του σε μια νέα, ανώτερη φάση; η κατάληψη της εξουσία είναι όντως προ των πυλών;

Με την ενεργητική υποστήριξη της Κομιντέρν και του μπολσεβίκικου κόμματος προχωρούσαν οι προετοιμασίες για την ένοπλη εξέγερση. Τα πάντα μπήκαν στην υπηρεσία της επερχόμενης γερμανικής επανάστασης. Στη Ρωσία, ο Κόκκινος Στρατός καλούσε εθελοντές που μιλούσαν γερμανικά, σιτάρι ?που δεν περίσσευε- συγκεντρωνόταν για να πάει στη Κόκκινη Γερμανία. Στρατιωτικοί σύμβουλοι, χρήματα και κάμποσα όπλα έβρισκαν το δρόμο τους στις παγωμένες από τη πείνα και το κρύο γερμανικές πόλεις. Εκεί, οι τεχνικές προετοιμασίες προχωρούσαν με μυστικότητα και χαρακτηριστική μεθοδικότητα από τον παράνομο μηχανισμό του KPD. Ο Βίκτορ Σερζ, στην αυτοβιογραφία του «Αναμνήσεις ενός Επαναστάτη» ζωγραφίζει με έντονα χρώματα τις προετοιμασίες και την απίστευτη ένταση, τις ελπίδες και τους φόβους εκείνων των ημερών.

Το σήμα για την έναρξη της δράσης, σύμφωνα με το σχεδιασμό, θα το έδινε η απόπειρα της κεντρικής κυβέρνησης να ανατρέψει με βία τις τοπικές κυβερνήσεις της Σαξονίας και της Θουριγγίας στις οποίες κυριαρχούσε η αριστερά πτέρυγα του SPD (στα τέλη Σεπτέμβρη κομμουνιστές υπουργοί μπήκαν σ΄ αυτές, ανάμεσά τους και ο Μπράντλερ, ύστερα από εντολή της Κομιντέρν).

Η πρόκληση ήρθε στις 20 Οκτώβρη. Ύστερα από ένα τελεσίγραφο, τμήματα της Ράϊχσβερ, του γερμανικού στρατού, μπήκαν στη Σαξονία με σκοπό να ανατρέψουν τη κυβέρνηση του κρατιδίου και να «αποκαταστήσει τη τάξη». Όμως, όταν την επόμενη μέρα ο Μπράντλερ ανέβηκε στο βήμα της συνδιάσκεψης των εργατικών οργανώσεων και κομμάτων στο Κέμνιτζ για να προτείνει τη κήρυξη πανεθνικής γενικής απεργίας και τον εξοπλισμό των εργατών, συνάντησε την άρνηση της ηγεσίας των αριστερών σοσιαλδημοκρατών.

Εκείνη τη στιγμή, η ηγεσία του KPD έπρεπε να πάρει μια απόφαση: να προχωρήσει ή ματαιώσει τα σχέδια; Όλοι οι φόβοι ότι θα επαναλάμβαναν λανθασμένες κρίσεις όπως η «Δράση του Μάρτη» βάρυναν στο νου της ηγεσίας.

Στις 22 Οκτώβρη πάρθηκε η οριστική απόφαση για τη ματαίωση της εξέγερσης. Απεσταλμένοι στάλθηκαν σε όλες τις πόλεις για να μεταφέρουν την εντολή. Σε μια δεν έφτασε, στο Αμβούργο. Ετσι το πρωί της 24 Οκτώβρη, μερικοί εκατοντάδες επαναστάτες εφόρμησαν στα αστυνομικά τμήματα. Οι συγκρούσεις κράτησαν λιγότερο από ένα 24ωρο αφού έγινε σύντομα γνωστό ότι πουθενά αλλού δεν υπήρχαν τέτοιες κινήσεις. Αντί για το «γερμανικό Οκτώβρη» η κατάληξη ήταν ένα φιάσκο.

Η νίκη της γερμανικής επανάστασης θα άλλαζε το ρου της ιστορίας. Η ήττα της, εκείνο τον Οκτώβρη, οδήγησε στην απομόνωση της ρώσικης επανάστασης στρώνοντας το δρόμο για την επικράτηση του σταλινισμού. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ναζιστική σβάστικα εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως έμβλημα στις στολές της ταξιαρχίας του Ερχαρντ στη διάρκεια του πραξικοπήματος Καπ το Μάρτη του 1920?

Στον Λ. Τρότσκι χρωστάμε την πιο δουλεμένη και διεισδυτική ανάλυση αυτής της ήττας, στη μπροσούρα τα «Διδάγματα του Οκτώβρη». Εξηγεί τι ήταν αυτό που έσπρωξε τη γερμανική ηγεσία να κάνει πίσω:

«Η εργατική τάξη παλεύει και ωριμάζει έχοντας πάντα συνείδηση του γεγονότος ότι οι μεγαλύτερες δυνάμεις βρίσκονται με το μέρος του εχθρού. Αυτό φαίνεται σε κάθε βήμα της καθημερινής ζωής: ο εχθρός διαθέτει πλούτη και κρατική εξουσία, όλα τα μέσα ιδεολογικής πίεσης και όλους τους μηχανισμούς καταπίεσης. Συνηθίζουμε στην ιδέα ότι ο εχθρός υπερτερεί σε δυνάμεις. Κι αυτή η συνήθεια αποτελεί βασικό μέρος της ζωής και της δραστηριότητας του επαναστατικού κόμματος, στην εποχή της προετοιμασίας. Οι συνέπειες της μιας ή της άλλης απρόσεχτης ή ανώριμης πράξης υπενθυμίζουν σκληρά τη δύναμη του εχθρού. Αλλά έρχεται μια στιγμή που η συνήθεια να θεωρούμε τον εχθρό σαν δυνατότερο γίνεται το κύριο εμπόδιο στο δρόμο για τη νίκη. Η σημερινή αδυναμία της αστικής τάξης φαίνεται ντυμένη με τη σκιά της χθεσινής της δύναμης».

Ο Τρότσκι κάνει και μια άλλη διαπίστωση: «Χωρίς κόμμα, ξέχωρα από το κόμμα, πάνω από το κόμμα ή μ΄ ένα υποκατάστατο του κόμματος, η προλεταριακή επανάσταση δεν μπορεί να νικήσει». Η Γερμανία του 1918-23 είναι μια ακόμα απόδειξη ότι ένα τέτοιο κόμμα πρέπει να χτιστεί πριν τις επαναστατικές ευκαιρίες.

[Αποσπάσματα από το βιβλίο του Chris Harman, Η Χαμένη Επανάσταση, Γερμανία 1918-1923]

Τώρα όμως το ζήτημα είναι πώς θα ξεσκλαβωθούμε

Μαΐου 16, 2010

Επειδή η ιστορία επαναλαμβάνεται με έντονα γράμματα σημαδεύουμε όσα θα μπορούσαν να ειπωθούν και σήμερα…

ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ (ΕΑΜ) – 28/10/1941

Σόλον τον Ελληνικόν Λαό, σ’ όλους τους Έλληνες που η καρδιά τους χτυπάει για το ξεσκλάβωμα της Πατρίδας μας.

Έλληνες, Ελληνίδες, Νέα Γενεά

Από τις 24 Απριλίου, η χώρα μας, ο ένδοξος και ηρωικός λαός μας ζουν σκλάβοι. Οι Γερμανοί και Ιταλοί και οι Βούλγαροι φασίστες καταχτητές ληστεύουν το βιό μας, ατιμάζουν τις γυναίκες μας και τα κορίτσια μας, δολοφονούν κατά εκατοντάδες τους άντρες. […]

Η σημερινή σκλαβιά είναι, χωρίς άλλο, η πιο βαρειά, η πιο αφόρητη στην ιστορία του Λαού μας. Κι άλλοτε όμως η φυλή μας πέρασε χρόνια σκλαβιάς, χρόνια μαύρης δουλείας. Κι αν ως τα σήμερα έζησε και θα ζήσει είναι γιατί ποτέ δεν δέχθηκε παθητικά τον ξένο ζυγό, γιατί κάθε φορά, ύστερα από κάθε σκλάβωμα, ένωνε τις δυνάμεις της και κατακτούσε ξανά τη λευτεριά της.

Κι αυτό είναι σήμερα το καθήκον μας!

Υποδουλωθήκαμε στον ξένο κατακτητή όχι γιατί μας έλειψε το θάρρος κι ο ηρωισμός, μα γιατί προδόθηκε ο αγώνας μας, γιατί κρατηθήκαμε διασπασμένοι και σκλάβοι εσωτερικά, γιατί ο λαός μας καταληστεύθηκε αντί να προετοιμαστεί για την εθνική άμυνα, γιατί γαλουχήθηκαν στις γραμμές μιας καταστάσεως η διαφθορά κι η προδοσία, γιατί οι Τσολακογλου και Σία, αυτοί που αποσύνθεσαν το μέτωπο και χτύπησαν πισώπλατα τον φαντάρο, τον τσολιά, τον Κύπριο και Δωδεκανήσιο εθελοντή, τον ήρωα της Κρήτης, παίζαν ηγετικό ρόλο τότε.

Τώρα όμως το ζήτημα είναι πώς θα ξεσκλαβωθούμε. Και σ’ αυτό μια είναι η απάντηση. Η Ένωση όλων στον Εθνικό Απελευθερωτικό Αγώνα. Η οργανωμένη καθοδήγησή του.

Κι αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός του ΕΑΜ (του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου) που ιδρύεται.

Γιώργος Σιάντος

Θανάσης Κλάρας (Άρης Βελουχιώτης)

Το Α και το Ω της μεταπολίτευσης

Μαΐου 16, 2010

Αιθεροβάμων: μπήκε στο πολιτικό λεξικό από τον Α. Παπανδρέου. Αφορούσε εσωκομματικούς αντιφρονούντες και σημαίνει αυτόν που περπατά στα σύννεφα…

ακουμπάμε τους τρομοκράτες: η φράση του τότε υπουργού Α. Δροσογιάννη (1985) έμεινε στην ιστορία όχι γιατί ήταν αλήθεια, αλλά ως ανεπιτυχής άσκηση τόνωσης ηθικού. Κάτι άλλο ακουμπούσαν προφανώς…

αλλαγή: κεντρικό πολιτικό σύνθημα που σηματοδότησε τον βαθύτερο κοινωνικό μετασχηματισμό της μεταπολίτευσης. Ταυτίστηκε με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.

αναδόμηση: την καθιέρωσε ο Α. Παπανδρέου ως πιο εύηχη και πολιτικώς ορθή εκδοχή του ανασχηματισμού.

ανήκομεν εις την Δύσιν: φράση εθνικού ετεροπροσδιορισμού από τον αείμνηστο Κ. Καραμανλή. Ο Α. Παπανδρέου απάντησε με τη φράση-σύνθημα «Η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες».

αντάρτης: δημοσιογραφικός όρος για τους διαφωνούντες βουλευτές κυβερνώσας (συνήθως) παράταξης.

ανφέρ: πράξη πολιτικώς ανήθικη. Τη χρησιμοποίησε ο Κ. Μητσοτάκης για να περιγράψει τη συμπεριφορά των ελληνικών κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης απέναντι στον Κ. Γλίξμπουργκ!

απέραντο φρενοκομείο: η εικόνα της Ελλάδας κατά τον αείμνηστο Κ. Καραμανλή, στα τέλη της δεκαετίας του ’80

αρχάγγελος της κάθαρσης (κατ’ άλλους της αποστασίας): αφορά το ίδιο πρόσωπο (Κ. Μητσοτάκης), ανάλογα την οπτική γωνία του καθενός.

αρχιερέας της διαπλοκής: φράση που ο Κώστας Καραμανλής απέδωσε, ως φιλοφρόνηση, στον προκάτοχό του Κ. Σημίτη

αυθαίρετο, αν το δηλώσεις μπορείς να το σώσεις: πολιτική νομιμοποίησης των αυθαιρέτων επί Τρίτση (1983) τα οποία, χωρίς να δηλώνονται, ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια.

Βαρόνος: τίτλος κομματικής ευγένειας για παλαίμαχα και συνήθως ισχυρά, ακόμα, πολιτικά τζάκια.

βυθίσατε το «Χόρα»: φράση του Α. Παπανδρέου για το τουρκικό πλοίο θαλασσίων ερευνών. Ταυτόσημο εν πολλοίς με την εξωτερική πολιτική της χώρας.

Δεν δικαιούσθε διά να ομιλείτε: άποψη που διατύπωσε το 1985 ο Μένιος Κουτσόγιωργας, για να δικαιολογήσει την προεκλογική πολιτική της σύγκρουσης των «δύο κόσμων» (δηλαδή του φωτός, που εκπροσωπούσε το ΠΑΣΟΚ, και του σκότους, όπου ανήκε η Ν.Δ).

δεν θέλω ου: φράση πολιτικής ευπρέπειας του Γ. Ράλλη το 1981. Οι συγκεντρωμένοι πάντως εξακολουθούν να αποδοκιμάζουν τους πολιτικούς αντιπάλους.

δημιουργική λογιστική: χρησιμοποιήθηκε για να συκοφαντήσει τα οικονομικά αποτελέσματα των κυβερνήσεων Σημίτη, ως προϊόντα λογιστικών μαγειρεμάτων. Είχε προηγηθεί ωστόσο η δημιουργική αριθμητική του Κ. Μητσοτάκη για τις αυξήσεις στους μισθούς: 1+1=14%.

διαπλοκή: να έχεις τηλεόραση, εφημερίδες και εταιρείες με δουλειές του Δημοσίου και κανείς να μην τολμά να σε αγγίξει (βλ. και τον όρο «νταβατζήδες»).

δωράκι: συνώνυμο της μίζας. Προέρχεται από τη φράση «είπαμε να κάνει ένα δωράκι στον εαυτό του, αλλά όχι και 500 εκατ. δρχ.», που φέρεται (ατεκμηρίωτα λένε πολλοί) να είπε ο Α. Παπανδρέου για στέλεχος ΔΕΚΟ.

Εδώ και τώρα: έκφραση του Α. Παπανδρέου, δηλωτική (κατά τον ίδιο) της ανυπομονησίας των μαζών για δράση και αλλαγή.

έθεσεν εαυτόν εκτός κόμματος: ο κομψός τρόπος του Α. Παπανδρέου να αναγγέλλει τις διαγραφές, καθιερώθηκε έκτοτε ως πολιτικά ορθός απ’ όλο το πολιτικό σύστημα.

είμαστε έθνος ανάδελφον: η αγωνία της εθνικής μοναξιάς από τον Χρ. Σαρτζετάκη.

είστε το κράτος: διαβεβαίωση του Κ. Μητσοτάκη προς τους αστυνομικούς, οι οποίοι προφανώς την πήραν σοβαρά.

εισαγγελέας: εμφανίζεται συνήθως στη φράση «να πάτε ό,τι στοιχεία έχετε για σκάνδαλα στον εισαγγελέα». Την επέβαλε η κυβέρνηση Σημίτη και την υιοθέτησε πλήρως η Ν.Δ. Για τους αδαείς, συνοδεύεται από γενικόλογες εκφράσεις του τύπου «όλα στο φως», «το μαχαίρι στο κόκαλο».

εκσυγχρονισμός: η πολιτική προμετωπίδα των κυβερνήσεων Σημίτη. Ταυτίστηκε με δεξιά, σοσιαλδημοκρατική στροφή. Σήμερα σπάνια χρησιμοποιείται.

εμπιστοσύνη: λεκτική αυτοεπιβεβαίωση της πολιτικής αξιοπιστίας των κομμάτων (π.χ. ΠΑΣΟΚ, δύναμη εμπιστοσύνης). Απαντά επίσης κατά κόρον στη φράση «έχω εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη», την οποία επαναλαμβάνουν ως Ευαγγέλιο όσα πολιτικά στελέχη βρεθούν κατηγορούμενα (αφού όλα υποστηρίζουν ότι είναι θύματα πολιτικής σκευωρίας βεβαίως…).

έξω πάμε καλά: φράση δηλωτική της φανερής δυσαρμονίας μεταξύ κακής εσωτερικής κατάστασης και καλής εξωτερικής εικόνας της χώρας (Κ. Καραμανλής ο πρεσβύτερος). Χρησιμοποιείται ωστόσο και ευρύτερα.

ετεροχρονισμένος: ουδέτερος όρος που παραπέμπει σε άγρια λιτότητα, όταν σχετίζεται με την (μη) καταβολή της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής (κυβερνητική πολιτική ΠΑΣΟΚ, 1985). Σύγχρονη κυνική εκδοχή του, το «πάγωμα μισθών» της κυβέρνησης Καραμανλή.

Ζαρντινιέρα: συνώνυμο του μεμονωμένου περιστατικού αστυνομικής βίας. Χαρακτηριστικό «δείγμα» της πάγιας αστυνομικής πρακτικής. Συνοδεύεται πολύ συχνά από εποστρακισμούς σφαιρών, θανάτους ανύποπτων πολιτών και ατιμωρησία των δραστών-αστυνομικών.

ζιβάγκο: ενδυματολογική πρόταση πολιτικού ριζοσπαστισμού της δεκαετίας του ’70. Την εισήγαγε ο Α. Παπανδρέου αλλά κράτησε λίγο.

Ηθικό και νόμιμο: ο Γ. Βουλγαράκης ταύτισε τις δύο έννοιες, δίνοντας νέο νόημα στις αξίες της πολιτικής.

Θα μας πάρουν με τις πέτρες: πρόβλεψη του Γιώργου Παπανδρέου μετά τις αποκαλύψεις του σκανδάλου Ζίμενς, που επιβεβαιώθηκε εν μέρει τον περασμένο Δεκέμβριο με την εξέγερση των νέων.

θεσμός είναι μόνο ο κυρίαρχος λαός: η πρωτότυπη απάντηση του Α. Παπανδρέου στους διώκτες του, το 1989.

θυρωρός: σύμβολο κοινωνικής αναγνώρισης και καταξίωσης τη δεκαετία του ’80. Εμεινε στην ιστορία από την παροιμιώδη φράση του Γ. Κατσιφάρα: «Αν δεν ήταν ο Α. Παπανδρέου, δεν θα μας ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας μας».

Κάθαρση: προσδιόρισε τη περίοδο του σκανδάλου Κοσκωτά και των ειδικών δικαστηρίων που ακολούθησαν. Κατ’ άλλους, ταυτίζεται απολύτως με το «βρώμικο ’89».

κάθετα: ΠΑΣΟΚ νεολογισμός για την απόλυτη διαφωνία.

καμένη γη: τα άδεια ταμεία που άφησε πίσω της η Ν.Δ. το 1981 για να πλήξει την «αλλαγή».

Καραμανλής ή τανκς: η φράση-δίλημμα του Μ. Θεοδωράκη το 1974 θεωρήθηκε από πολλούς τότε εκβιαστική. Τελευταία ο Ευ. Στυλιανίδης επανέλαβε ως φάρσα μάλλον το εκσυγχρονισμένο δίλημμα Καραμανλής ή χάος, για να εισπράξει από την Αννα Διαμαντοπούλου την απάντηση Καραμανλής ίσον χάος. Η εξίσωση του χάους…

κασέτα: Εξωθεσμική απειλή για κάθε επίορκο δημόσιο λειτουργό. Γνωστές έχουν μείνει οι «κασέτες της ΚΥΠ» και του Μ. Τριανταφυλλόπουλου, ενώ τελευταία κάνουν θραύση και τα ροζ dvd.

κοινωνικός αυτοματισμός: εισήχθη από το ΠΑΣΟΚ (Δ. Ρέππας) για να επεξηγήσει και να παρακινήσει φαινόμενα εμφύλιας αντίδρασης κοινωνικών ομάδων απέναντι σε άλλες. Εκτοτε τον επικαλούνται, ως λύση ή απειλή, όλες οι στριμωγμένες εξουσίες.

κοριός: βασικό εργαλείο άσκησης πολιτικής. Από την εποχή του Τόμπρα και των ΚΑΦΑΟ, ώς τον άρχικοριό Χ. Μαυρίκη, τον στρατηγό Γρυλλάκη και τη Vodafone, οι υποκλοπές στην Ελλάδα ζουν και βασιλεύουν.

κουμπάροι: πραγματικοί κουμπάροι που παίζουν τους κομματικούς και κρατικούς «μεγαλοπαράγοντες» για ίδιον όφελος (;). Εγιναν γνωστοί πρόσφατα στην υπόθεση ΜΕΒΓΑΛ-Επιτροπής Ανταγωνισμού.

κωλόσπιτο: η ροζ βίλα του Ανδρέα Παπανδρέου και της Δ. Λιάνη στην Εκάλη, διά στόματος Ε. Γιαννόπουλου: «Ε, δεν θα μας ρίξουν για ένα κωλόσπιτο».

Λοχαγός: άτυπο κομματικό αξίωμα που προσδιορίζει μεσαία σε θέση και ηλικία στελέχη. Απαντά και στα δύο μεγάλα κόμματα. Το κίνημα των «λοχαγών» στήριξε τον Κ. Σημίτη αλλά και τον Κώστα Καραμανλή στην αρχηγία.

Μαζί: λέξη κλειδί της μεταπολίτευσης για τον προσδιορισμό αλλά και την υφαρπαγή της λαϊκής συναίνεσης (π.χ. «μαζί θα προχωρήσουμε»). Συνηθίζεται ώς τις μέρες μας.

μεσάζοντες: από βδέλλες των αγροτών του κάμπου μεταπήδησαν σε πιο κυριλέ δουλειές (π.χ. εξοπλιστικά, προμήθειες του Δημοσίου κ.ά).

mea culpa: μεγαλόψυχη επίδειξη αυτοκριτικής από τον Α. Παπανδρέου μετά το Νταβός. Σημαίνει «λάθος μου» στα λατινικά. Πρόσφατα ο Κ. Καραμανλής, κάνοντας σκληρή αυτοκριτική, έφτασε στο σημείο να παραδεχθεί ότι υποτίμησε το Βατοπέδι!

μηδενική ανοχή (εννοείται κατά της διαφθοράς): θα μπορούσε να είναι το πιο σύντομο ανέκδοτο της κυβέρνησης Καραμανλή.

μη προνομιούχοι: η ευρεία κοινωνική συμμαχία που ανέδειξε το 1981 σε πλειοψηφικό ρεύμα το ΠΑΣΟΚ.

μπάνια του λαού: ο Α. Παπανδρέου τα χαρακτήρισε ιερά, για να αποφύγει εκλογές καλοκαιριάτικα. Εκτοτε η ρήση απέκτησε διαχρονική αξία και καθολικό σεβασμό.

Νέο: επιθετικός προσδιορισμός του απόλυτου κενού. Χρησιμοποιείται κυρίως όταν δεν έχει κανείς τίποτα ουσιαστικό να πει: π.χ. Νέα Ελλάδα, νέα αρχή, νέα διακυβέρνηση, νέο ξεκίνημα.

νταβατζήδες: ήρθε στην επιφάνεια από τη φράση «δεν θα ανεχθούμε να κυβερνούν αυτό τον τόπο 5 νταβατζήδες και 6 συντεχνίες», την οποία φέρεται να είπε το 2004 ο Κ. Καραμανλής σε βουλευτές του, τρώγοντας σουβλάκια στου Μπαϊρακτάρη. Θα μπορούσε να είναι η απάντηση στο all time classic ερώτημα του θείου του: «Μα επιτέλους, ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο;». Στιγματίζει τα γνωστά φαινόμενα διαπλοκής, αν και 6 χρόνια μετά δεν έχει διευκρινιστεί ακόμη πόσοι και ποιοι είναι τελικά οι νταβατζήδες…

ντολμαδάκια της Μαρίκας: γαστρονομικό συνώνυμο της συγκυβέρνησης Τζαννετάκη (Ν.Δ. – ΣΥΝ).

Ξεπούλημα: Η εκποίηση δημόσιας περιουσίας από το αντίπαλο κόμμα.

Οικοσκευή: έχει δύο ερμηνείες. Προσδιορίζει την κινητή περιουσία του Γλίξμπουργκ που βγήκε κρυφά από το Τατόι επί Μητσοτάκη, αλλά και τις οικοσκευές-δώρα της Ζίμενς σε πολιτικά πρόσωπα.

Παραπλανηθείς υπουργός (ενίοτε και πρωθυπουργός): νέα μορφή ιδιότυπης πολιτικής και ποινικής ανευθυνότητας των πολιτικών προσώπων. Ο όρος ανήκει στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Σανιδά.

πολιτική ευθύνη: άγνωστης ετυμολογίας και περιεχομένου φράση για το ελληνικό πολιτικό σύστημα, όπου υπουργοί και πρωθυπουργός θεωρούνται περίπου αδαείς και παντελώς ανεύθυνοι άνθρωποι.

πράσινη ανάπτυξη: οικονομική πολιτική νέου, οικολογικού τύπου. Λανσάρεται τα τελευταία χρόνια από τον Γ. Παπανδρέου.

πρωθυπουργός: απαντά κυρίως στο σύνθημα «είσαι και θα είσαι ο πρωθυπουργός» και στη φράση «έναν πρωθυπουργό τον στέλνεις σπίτι του, όχι στο ειδικό δικαστήριο», η οποία αποδίδεται στον Κων. Καραμανλή (θείο), την περίοδο των παραπομπών του Α. Παπανδρέου.

Ρετιρέ: συμβολική περιγραφή προνομιούχων στρωμάτων του Δημοσίου (Α. Παπανδρέου).

Σκληρό ροκ: μεγάλη σε ένταση πολιτική αντιπαράθεση. Χρησιμοποιήθηκε από τον Κ. Λαλιώτη.

σε δέκα χρόνια θα το έχουμε ξεχάσει: φράση του Κ. Μητσοτάκη το 1991 για το όνομα Μακεδονία. Δηλωτικό της γενικότερης αμηχανίας του πολιτικού συστήματος να λύσει εδώ και 20 χρόνια το ζήτημα.

σεμνά και ταπεινά: κλασικό μότο των δύο τελευταίων κυβερνήσεων Καραμανλή σε θέματα ηθικής τάξεως και συμπεριφοράς. Πώς λέμε «καμία σχέση»!

σκάνδαλο-σκανδαλολογία: αφορά υποθέσεις κλοπής δημόσιας περιουσίας και παραβατικής συμπεριφοράς από πολιτικά πρόσωπα. Η σημασία της εξαρτάται ωστόσο από την οπτική και την πολιτική ένταξη του καθενός. Τελευταία ο Κώστας Καραμανλής, μετά το Βατοπέδι, εισήγαγε την ηπιότερη παραλλαγή «σκανδαλώδη πράγματα».

Τα δικά μας παιδιά: οι ημέτεροι που προσλαμβάνονται σε Δημόσιο και ΔΕΚΟ. Μετά το ΑΣΕΠ ονομάζονται και «συμβασιούχοι».

τεμαχισμός-τιμάριο: αφορά το ΠΑΣΟΚ, που κατά τον ιδρυτή του «δεν τεμαχίζεται, δεν τιμαριοποιείται».

τρένο: ταυτίστηκε σημειολογικά με το ΠΑΣΟΚ. Εξού και η φράση «όποιος διαφωνεί, να κατέβει από το τρένο». Στη Ν.Δ χρησιμοποιούν συνήθως το βουκολικότερο παράδειγμα του μαντριού («Οποιος μείνει έξω από το μαντρί τον τρώει ο λύκος»).

Τσοβόλα δώσ’ τα όλα: φράση του Α. Παπανδρέου σε προεκλογική συγκέντρωση του 1989 στο Περιστέρι. Αποτέλεσε το σήμα κατατεθέν της ακατάσχετης προεκλογικής παροχολογίας, αν και στην πράξη δεν δόθηκαν πολλά…

Υπευθυνότητα-σοβαρότητα: την επικαλούνται οι πολιτικοί, μόνο όταν βρεθούν σε δύσκολη θέση.

Φούσκα: συνώνυμο της απάτης του Χρηματιστηρίου, για την οποία ουδείς πλήρωσε. Ταυτίσθηκε επίσης με τις λέξεις λαμόγια, αεριτζήδες, παπαγαλάκια.

φως στο τούνελ (ή και έξοδος από το τούνελ): αγαπημένη φράση όλων των υπουργών Οικονομίας, σε περιόδους επιβολής άγριας λιτότητας.

Χρονοδιάγραμμα: εγκαθιδρύθηκε στο πολιτικό λεξιλόγιο ως χρονικό πλαίσιο απομάκρυνσης των αμερικανικών βάσεων, που τελικώς παρέμειναν. Εκτοτε χρησιμοποιείται για κάτι που σίγουρα δεν πρόκειται να συμβεί…

χρονοντούλαπο (της ιστορίας): ευρηματική έκφραση του Α. Παπανδρέου για τον σκουπιδοντενεκέ…

[Πηγή: tvxs.gr]

ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΛΕΜΟ

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ

Οι πρόδρομοι του φασισμού στην Ελλάδα

Μαΐου 9, 2010

[συνέχεια από την καταχώρηση «Η γένεση του ελληνικού φασισμού»]

Οι εγχώριοι ιδεολογικοί πρόδρομοι του φασισμού διαμόρφωσαν τις ιδέες τους, κατά κανόνα σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, στην καμπή του 19ου προς τον 20ο αιώνα. Ανάμεσά τους ξεχώρισαν δύο λογοτέχνες που συνδέονταν μεταξύ τους: ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Ίωνας Δραγούμης. Η δημόσια απήχησή τους ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα – αρκετά πρώιμος για την ανάπτυξη του φασισμού χρόνος- υπήρξε σημαντική. Μολονότι τα γραπτά τους δεν οδηγούν απευθείας στην ιδεολογία των μεσοπολεμικών φασιστών, αρκετές γενεαλογίες τα συνδέουν με αυτήν.

Συνολικά, ο Γιαννόπουλος και ο Δραγούμης επηρέασαν τη διαμόρφωση των αντιλήψεων ενός ευρύτερου κοινωνικού και διανοητικού χώρου σχετικά με το έθνος, τη φυλή και το κράτος, με τρόπους τέτοιους που διευκόλυναν τη στροφή προς τον φασισμό. ΟΙ ιδέες τους δεν ήταν διόλου «αυτόχθονες». Και οι δύο δέχτηκαν σημαντικές επιρροές από το εξωτερικό, ιδιαίτερα από τις αντιλήψεις της γαλλικής ριζοσπαστικής δεξιάς εκείνης της εποχής, με τις οποίες ήρθαν άμεσα σε επαφή. Η Δεξιά αυτή έδωσε πρώτη το «αντικομφορμιστικό, πρωτοποριακό και επαναστατικό» εννοιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο φασισμός. Εμβληματικές της μορφές ήταν δυο γνωστοί λογοτέχνες, ο Σαρλ Μωρράς και ο Μωρίς Μπαρρές, πολιτικά στρατευμένοι και πρωτεργάτες της ακροδεξιάς οργάνωσης Action Francaise (Γαλλική Δράση). Στην Ελλάδα, ο πρώτος γνωστός διανοούμενος που στις αρχές του 20ου αιώνα παρουσίασε μια συνολική θεώρηση στηριγμένη στα ίδια μοτίβα ήταν ο Περικλής Γιαννόπουλος (1870-1910). Γόνος εξέχουσας οικογένειας, με ανολοκλήρωτες σπουδές στο Παρίσι και στην Αθηνά, ο Γιαννόπουλος βίωσε μια τραυματική κοινωνική υποβάθμιση με αποτελέσματα αποσταθεροποιητικά για τον ψυχισμό του. Η αρχική του εξέγερση κατά των κοινωνικών συμβάσεων τον οδήγησε στον αισθητισμό και σε ένα είδος νιτσεϊσμού, απ’ όπου άντλησε υλικά για να συγκροτήσει μια νέα ιδεολογική σύνθεση διατυπωμένη με παραληρηματικούς όρους.

Το 1906 ο Γιαννόπουλος, που έχει ήδη γίνει γνωστός αρθρογραφώντας σε αθηναϊκές εφημερίδες και επιθεωρήσεις, εκδίδει το δοκίμιο Νέον πνεύμα και τον επόμενο χρόνο τη στομφώδη Έκκλησιν προς το πανελλήνιον κοινόν. Δεν συνάντησαν τότε ευνοϊκή απήχηση, παρά τους διθυράμβους που αφιέρωσε ο Ξενόπουλος, αλλά μεταξύ των φίλων και των πρώτων θαυμαστών του συγκαταλέγονταν πρόσωπα που έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην ελληνική ιδεολογία. Στον Μεσοπόλεμο τα γραπτά του Γιαννόπουλου προσέφεραν πνευματική παραμυθία σε αρκετούς συντηρητικούς διανοουμένους, και ακόμη περισσότερο χρήσιμα φάνηκαν μετά τον Β` Παγκόσμιο πόλεμο στη Δεξιά που αναζητούσε απεγνωσμένα διανοητικές δικαιολογήσεις του εθνικισμού. Τότε ο συγγραφέας τους χαιρετίστηκε ως προφήτης που «απέδειξε ότι μόνο ο Εθνικισμός των Ελλήνων είναι σωστός, αφού αποβλέπει στο Πανανθρώπινο καλό».

Η σκέψη του Γιαννόπουλου (…) εστιαζόταν στην αισθητική μάλλον παρά στην πολιτική, και άλλωστε δεν ήταν συστηματική, ούτε καν συγκροτημένη, και οι παραληρηματικές της εξάρσεις προκαλούν θυμηδία μάλλον παρά ενδιαφέρον στη δική μας εποχή. Διακρίνουμε σε αυτήν πολλές μέριμνες της ριζοσπαστικής Δεξιάς και μοτίβα που έγιναν αργότερα χαρακτηριστικά του φασισμού: τη λατρεία της νεότητας, την αντίσταση στη νεωτερικοτητα που μεταφράζεται σε αντιευρωπαϊσμό, τον ολοκληρωτικό και παλιγγενετικό εθνικισμό που εκβάλλει στον ιμπεριαλισμό, τον ρατσισμό και τον αντισημιτισμό, καθώς και κηρύγματα επανάστασης συνδυασμένα με καταγγελίες της πολιτικής, του «όχλου» και του χρήματος. Καθώς ο Γιαννόπουλος δεν ανέπτυξε πολιτική δράση, δεν συνδέεται απευθείας με τα φασιστικά κινήματα του Μεσοπολέμου. Το αντίθετο ισχύει όμως για τον Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος συγκαταλεγόταν στους φίλους και θαυμαστές του.

Ο Ιών Δραγούμης (1878-1920) μπορεί από πολλές απόψεις να χαρακτηριστεί ως ο πιο συγκροτημένος πολιτικός και διανοούμενος του «φασισμού πριν από τον φασισμό» στην Ελλάδα. Από μικρός θαύμαζε τον Μωρρίς Μπαρρές, τον οποίο και γνώριζε προσωπικά – σύντομα αφομοίωσε τις ιδέες του κοινωνικού δαρβινισμού και διακρίθηκε στους λογοτεχνικούς κύκλους της πρωτεύουσας ως ικανός αισθητιστής και στρατευμένος δημοτικιστής. Οι ιδέες του αποτυπώθηκαν στα πολιτικά και λογοτεχνικά του έργα, που κυκλοφορήσαν ευρύτατα εκείνη την εποχή και παραμένουν δημοφιλή έως σημερα˙ επίσης καταγράφονται με αφοπλιστική σαφήνεια στα ημερολόγιά του, που δημοσιεύτηκαν πιο πρόσφατα. […]

Στη ζωή του ο Δραγούμης πλησίαζε μάλλον το μοντέλο του προσανατολισμένου στη δράση αστού διανοουμένου, παρά εκείνο του αποστασιοποιημένου θεωρητικού. Γόνος μιας από τις επιφανέστερες οικογένειες της χώρας, γρήγορα προωθήθηκε στο διπλωματικό σώμα και αξιοποίησε αυτή την επιτυχία για να οργανώσει αντιβουλγαρικά τρομοκρατικά δίκτυα στη Μακεδονία. Στη διάρκεια του Διχασμού αναδείχθηκε στην ηγεσία της αντιβενιζελικής παράταξης, εξορίστηκε όταν οι Φιλελεύθεροι ξαναπήραν την εξουσία και τελικά δολοφονήθηκε από αυτούς το 1920, εποχή που ο ίδιος είχε αναδειχθεί στην ηγεσία της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης. Η γοητευτική του προσωπικότητα, η πολιτική του ακτινοβολία και η ωμή δολοφονία του από τον άλλο «μακεδονομάχο» Παύλο Γύπαρη (που μάλλον έδρασε με την έγκριση της ηγεσίας των Φιλελευθέρων) του χάρισαν ένα φωτοστέφανο ηρωισμού και μαρτυρίου που τον έκανε ελκυστικό ακόμη και σε μέρος της Αριστεράς. […]

Νέος, ο Ίωνας Δραγούμης αποδείχθηκε ευαίσθητος δέκτης των πολιτικών συναισθημάτων της πρώιμης ριζοσπαστικής Δεξιάς, κυρίως μέσω του Μπαρρές, αλλά όχι μόνο αυτού. Μια άλλη πηγή ήταν ο Νίτσε. Ο Δραγούμης φανταζόταν τον εαυτό του ως νιτσεϊκό υπεράνθρωπο, απελευθερωμένο από κάθε ηθικό φραγμό: «θα γεινόμουν ανθρωποφάγος αν πεινούσα πολύ. Φθάνει να είξερα τι έκανα όταν θα έτρωγα ανθρώπους. Μπορεί κανείς να κάνη ό,τι θέλη φθάνει να έχη συνείδησι του καμωμένου πράγματος, των αιτίων, των μέσων, των αποτελεσμάτων». Ο απόλυτος ατομικισμός του καταργούσε κάθε έννοια ηθικής: «Η διαφορά μεταξύ των κακών και των καλών [πραγμάτων] δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχε κοινωνία, είνε διαφορά χωρίς ουσία, ασήμαντη».

Σε αντιδιαστολή με άλλες τάσεις της ριζοσπαστικής Δεξιάς, όπως ήταν για παράδειγμα ορισμένες που εμφανίστηκαν στη Γαλλία και στην Αυστρία, αλλά θυμίζοντας την αντιθρησκευτικότητα που συναντούμε στα ιταλικά και γερμανικά υποδείγματα του φασισμού, για τον Δραγούμη ο χριστιανισμός δεν έπαιζε ρόλο υπερβατικού φραγμού. Στην πραγματικότητα, οι θρησκείες γεννιόνταν και πέθαιναν όπως και οι πολιτισμοί και όλα τα αλλά στη ζωή και στη φύση, επομένως, δεν έπρεπε να απασχολούν τον ανώτερο άνθρωπο που αναλάμβανε πλέον θεϊκό ρόλο. Παρακολουθώντας πάντως το αντιορθολογιστικό πνεύμα του πρώιμου 20ου αιώνα, ο Δραγούμης δεν προχώρησε στην πλήρη ρήξη με τη θρησκεία: αισθανόταν την ανάγκη της, αλλά την ήθελε φτιαγμένη από τον ίδιο. Βασική παράμετρος της σκέψης του ήταν η λατρεία του εξαιρετικού ατόμου, για χάρη του οποίου υπήρχε ολόκληρη η κοινωνία. Η πορεία των ιδεών του στην πιο καθαρή τους μορφή καταγράφεται στο ημερολόγιό του: «Μ’ αρέση να ξέρω τις κοινωνίες, γι’ αυτό τις μελετώ. Είνε το μαγειριό όπου μαγειρεύει τον άνθρωπο. Αλλά προτιμώ τον άνθρωπο, μ’ ενδιαφέρει περισσότερο, όταν είνε καλά μαγειρεμένος. Η κοινωνίαις πρέπει να υπάρχουν μόνον γι’ αυτό, να μαγειρεύουν ανθρώπους, δυο, τρεις ή τέσσερεις η κάθε μια. Αυτοί οι λίγοι θέλουν να γίνουν καλλίτεροι γιατί δε συλλογίζονται τη ζωή, πώς να ζήσουν. Ενώ η κοινωνίαις όπως και οι πολλοί, η σαβούρα μόνον αυτό συλλογίζονται, πώς να ζήσουν.

[…] Είμαι επαναστατικός, ίσως, στις πράξες μου, αλλά δεν κάνω την επανάσταση θεωρία. Όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα. Εγώ παίρνω τα δικαιώματα εκείνα που μ’ αρέσουν, αλλά δε μ’ αρέσει να δίνω τα ίδια αυτά δικαιώματα και στους άλλους γιατί ξέρω πως όλοι δεν είναι άξιοι να έχουν τα ίδια δικαιώματα με μένα. […] Ο καθένας έχει δικαιώματα τέτοια και τόσα όσα και οποία του αξίζουν. Αν δεν έχει την αξιοσύνη να πάρει περισσότερα ή μεγαλύτερα, θα πει πως και αν του τα έδινα δε θα ήταν άξιος να τα μεταχειριστεί και θα τον έκαμα ίσως μάλιστα και δυστυχισμένο, και λοιπόν τι ανάγκη να του τα δώσω ; Ο καθένας ας παίρνει ο,τι δικαιώματα μπορεί να μεταχειριστεί, όχι περισσότερα, ούτε μεγαλύτερα. Γι’ αυτό και τις πράξες τις δικές μου τις κάνω μονάχα θεωρίες δικές μου και όχι όλου του κόσμου. Η επανάσταση είναι πράξη δική μου και θεωρία δική μου. Δεν την κάνω θεωρία γενική για να ξεσηκώσω τους ανάξιους ή τους σκλάβους».

Δίπλα σε αυτά τα πολιτικά αισθήματα και αντιλήψεις συναντούμε την ιδέα του ολοκληρωτικού εθνικισμού, που θέλει όλο το έθνος να δονείται από μια πνοή και να διακατέχεται από ένα κοινό αίσθημα. Ο Δραγούμης, μάλιστα, αναφέρεται ρητά στη δημιουργία μιας νέας ανώτερης ράτσας, στην οποία θα άρχει μια νέα αριστοκρατία. Σύμφωνα με τη θεωρία του, η πτώση της Ελλάδας άρχισε ήδη από την αρχαιότητα και συνεχίστηκε έως τον 19ο αιώνα, με μόνη τη γλώσσα να θυμίζει πλέον το αρχαίο κλέος. Οι σημερινοί Έλληνες άξιζαν να είναι μόνο απλά όργανα για την πραγμάτωση των ιδανικών του ολοκληρωτικού εθνικισμού: «Δεν αγαπώ τους νέους Έλληνες εκτός όταν με θυμίζουν τους άλλους. Έχουν λείψανα ομοιότητος, έχουν μερικές παραδόσεις, και μερικές συνήθειες, και έχουν τη γλώσσα. […] Αγαπώ την Ελλάδα δηλαδή πρώτα τη χώρα, έπειτα τους αρχαίους της κατοίκους. Πρώτα τη χώρα, έπειτα τα έργα των αρχαίων κατοίκων της». Στην πραγματικότητα, ο σωστός ρόλος του ελληνικού λαού ήταν αυτό που η Αριστερά ονόμαζε «κρέας για τα κανόνια»: «Και οι πόλεμοι είνε καμμιά φορά αναγκαίοι και όχι μόνον δεν εμποδίζουν την πρόοδο αλλά και συντελούν εις αυτήν, και επομένως ωφελούν. Άλλως τε τα αδύνατα στοιχεία και του έθνους ειδικώς και γενικώς της ανθρωπότητος πρέπει αναγκαίως να εξαφανίζονται, να υποκύπτουν στα δυνατά. Το αδύνατο έθνος, η αδύνατη μερίς της κοινωνίας και χωρίς πόλεμο θα υποκύψη, θα χαθή, αλλ’ αν ο πόλεμος συντελή εις το να χαθούν πιο γρηγορα δεν είνε κακός».

Έχουμε εδώ λοιπόν μια εύγλωττη παρουσίαση της κεντρικής ιδέας του κοινωνικού δαρβινισμού, που έχει άλλωστε προταθεί και ως πεμπτουσία του ίδιου του φασισμού. Ο πόλεμος, όπως υποστήριζαν και οι φασίστες, δεν χρειαζόταν να έχει άλλο στόχο εκτός από τον εαυτό του. Σύμφωνα με τον Δραγούμη, «ο πόλεμος είναι εξυγιαντικός. Κάνει καλά ανθρώπους αρρώστους, γι’ αυτό μου αρέσει εμένα. […] Έτσι λοιπόν είναι και ο πόλεμος, όπως για κείνον που παίζει για να παίξει, για κείνον που κυνηγά για να κυνηγήσει. Πολεμά κανείς για να πολεμήσει, επειδή του αρέσει ο πόλεμος, επειδή είναι πολεμικός, επειδή δεν είναι κουρασμένος, επειδή βαρυέται την ειρήνη και την ησυχία και τη μούχλα. Πολεμά κανείς για να νικήσει, και είναι αδιάφορο αν το λάφυρο του πολέμου θα είναι ένα κομματάκι γης ή μια ωραία γυναίκα. Ό,τι και να ‘ναι το λάφυρο, το χαίρεται έπειτα, αφού νικήσει, μα αυτό είναι άλλο ζήτημα».

Επομένως ο σοσιαλισμός, που ήθελε να προστατεύσει τους αδυνάτους, δεν αντιμετώπιζε το πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή την κοινωνική παρακμή, αλλά απλώς ψιμυθίωνε τη γερασμένη κοινωνία: «οι σοσιαλισταί και πολιτικολόγοι και όχλος όλος που θέλει ν’ αλλάξη τα πάντα για να γείνη πιο ευτυχής, νέος χωρίς κόμην πόσο μ’ ενθυμίζει εκείνους που για να γείνουν νέοι βάφουν τα μαλλιά τους. Το βάψιμο ίσως Γέλα μερικούς, αλλά δεν εμποδίζει το ξαναμώραμα, ούτε το γενικόν ξετέντωμα του σώματος». Αιτία των κοινωνικών δεινών δεν είναι λοιπόν η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά η γήρανση του κοινωνικού οργανισμού. […]

Αν ο Ίδας επιβίωνε στον Μεσοπόλεμο, ενδεχομένως θα έδινε, με τη συγγραφική του ευχέρεια και την πολιτική του ευστροφία, εκείνο τον αξιόλογο ιδεολόγο και ηγέτη που αναζητούσε χωρίς να τον βρίσκει ο ελληνικός φασισμός. Μετά τη δολοφονία του έγινε σύμβολο του αντιβενιζελισμού, ο οποίος καλλιέργησε συστηματικά τη μνήμη και τις ιδέες του. Μια παρενέργεια αυτής της προβολής των τελευταίων ήταν ότι κατέληξαν να γίνουν αντιπαθείς σε ένα μέρος της αντίπαλης βενιζελικης παράταξης, και επομένως σε μια σημαντική μερίδα αστών και μικροαστών, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Ωστόσο ο Δραγούμης έδωσε την πρώτη – στην πραγματικότητα, τη μόνη – ολοκληρωμένη θεωρητική και πρακτική πολιτική πρόταση στην κατεύθυνση του φασισμού, που διατυπώθηκε έως τη δεκαετία του 1930.

[του Σπύρου Μαρκέτου, λέκτορα στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο]

Ο Μπελογιάννης ζει…

Μαΐου 8, 2010

Ο Μπελογιάννης
βροχή μέσα στους κάμπους
στην πέτρα στο στάχυ
στου σπιτιού μας τη σκεπή

Στο χώμα μας βαθιά η αγκαλιά σου
κρατάει η πέτρα τη λευτεριά
κόκκινη γαρουφαλλιά
του ήλιου φωτιά

[Μίκης Θεοδωράκης, απο την ταινία «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο»]


«Για άλλη μια χρονιά βρισκόμαστε εδώ δηλώνοντας ότι δεν ξεχνάμε: Νίκο Μπελογιάννη, ζεις και θα ζεις στην καρδιά και τη συνείδησή μας. Χωράς εσύ και οι χιλιάδες άλλοι και άλλες, επώνυμοι και ανώνυμοι, που δε δίστασαν να προσφέρουν και τη ζωή τους για το λαό, για τους εκμεταλλευόμενους και καταπιεζόμενους.

Ας αναρωτηθούμε με την ευκαιρία, τι ήταν αυτό που έκανε το Νίκο Μπελογιάννη, ήρωα, παράδειγμα;

Τι έκανε ο Μπελογιάννης, ώστε ακόμα και σήμερα νέοι άνθρωποι, που γεννήθηκαν πολλά χρόνια μετά το θάνατό του, να αισθάνονται ένα ρίγος συγκίνησης στο άκουσμα του ονόματός του ή μπροστά στο σκίτσο του, που φιλοτέχνησε με την καρδιά και το πενάκι του ο κορυφαίος Πάμπλο Πικάσο;

Δε θα απαντήσω με υψηλούς τόνους, ούτε με περίτεχνο τρόπο, αν και θα ταίριαζε, γιατί εκτός των άλλων ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν ο άνθρωπος με πολιτιστικές, καλλιτεχνικές ευαισθησίες, φαινόμενο όχι σπάνιο, ούτε όμως και συνηθισμένο εκείνο τον καιρό, της μεγάλης λαϊκής τραγωδίας.

Επιτρέψατέ μου να πω απλά και λιτά: Ο Μπελογιάννης έγινε ήρωας, γιατί έκανε το καθήκον του έως το τέλος. Ηταν συνειδητή, προμελετημένη η απόφασή του να πεθάνει. Ηξερε τι τον περίμενε, ήξερε ότι μπορούσε αν ήθελε να κερδίσει τη ζωή του, όμως δεν το ρίσκαρε, γιατί τον ενδιέφερε να κρατήσει τη συνείδηση και την αξιοπρέπειά του έως το τέλος, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Προτιμώ να μην αναφερθώ αναλυτικά κάτω από ποιες συνθήκες δολοφονήθηκε ο Μπελογιάννης και οι άλλοι σύντροφοί του. Δε θα σταθώ στους πρωτεργάτες της εν ψυχρώ δολοφονίας του, που έδειξαν ωμή περιφρόνηση στο παγκόσμιο κίνημα αλληλεγγύης που ξεσηκώθηκε για τη διάσωσή του. Δε θα σταθώ ούτε στους σκοπούς της δολοφονίας του. Οχι γιατί είναι όλα γνωστά και βαθιά συνειδητοποιημένα, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες, αλλά γιατί πιστεύω ότι και ο ίδιος ο Μπελογιάννης, όταν στάθηκε παλικαρίσια μπροστά στο θάνατο, σκεπτόταν το μέλλον, δηλαδή το σήμερα. Αυτή η πλευρά πρέπει να μας ελκύσει περισσότερο.

Βεβαίως, έχει αξία η νέα γενιά να ξέρει ότι δολοφονήθηκε για τις ιδέες του, γιατί δεν έκανε αυτό που έκαναν τα πιο διαλεχτά παιδιά της αστικής τάξης, να προδώσουν ή να κρυφτούν στα πιο κρίσιμα χρόνια της γερμανοϊταλικής κατοχής. Δολοφονήθηκε γιατί πίστευε, όπως είπε και στο τακτικό στρατοδικείο, «στην πιο σωστή θεωρία που διανοήθηκαν τα πιο προοδευτικά μυαλά της ανθρωπότητας». Γιατί δεν έμεινε στα λόγια, αλλά προχώρησε στα έργα, να γίνει πραγματικότητα αυτή η θεωρία, για την Ελλάδα και τον κόσμο ολόκληρο. Γιατί απέδειξε ότι ο ίδιος και όλοι οι σύντροφοί του στον αγώνα αγάπησαν την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους τους. Εχει αξία η νέα γενιά να ξέρει ότι οι δολοφόνοι του Μπελογιάννη δεν ήταν μόνο οι στρατοδίκες και πολύ περισσότερο οι εκτελεστές, αλλά πριν απ’ όλα η πλουτοκρατία του τόπου, το Παλάτι, οι ΗΠΑ, η κυβέρνηση Πλαστήρα. Να ξέρει ότι ο Πλαστήρας μπορούσε να απαιτήσει την απονομή χάρης και δεν το έκανε […]

Σήμερα αισθάνομαι την ανάγκη να μιλήσω για αυτό που ο ίδιος ο Νίκος αντιπροσωπεύει, έναν κομμουνιστή αγωνιστή που κάνει έως το τέλος το καθήκον του. Εναν κομμουνιστή που συνδυάζει κατά τον καλύτερο τρόπο, σε δύσκολες μέρες, τον πρακτικό αγωνιστή και τον διανοητή αγωνιστή. Στο ένα χέρι του το όπλο και στο άλλο χέρι του η πένα. Αυτά τα δύο, κατά τη γνώμη μου, συνθέτουν το ολοκόκκινο γαρίφαλο του Νίκου Μπελογιάννη.

Απόλυτη είναι η συγκίνησή μας όταν προσπαθούμε να φανταστούμε τι έκφραση είχε το πρόσωπο του Μπελογιάννη στο εκτελεστικό απόσπασμα, το ύφος και το βλέμμα του, την τελευταία σκέψη του. Απόλυτη όμως είναι και η συγκίνηση όταν παίρνεις στα χέρια σου τα «ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ», που ξεκίνησε να τα γράφει μέσα στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, στους ατελείωτους μήνες της απομόνωσης, από τη σύλληψή του ως την πρώτη του δίκη. Το γράψιμο ολοκληρώθηκε στη φυλακή της Κέρκυρας, όπου είχε μεταφερθεί μετά την πρώτη δίκη έως τη μεταφορά του και πάλι στην απομόνωση της Ασφάλειας, το Γενάρη του 1952, για τη δεύτερη δίκη.

Συγκλονιστικά γίνονται τα αισθήματα όταν ξέρουμε ότι αυτά τα κείμενα γράφτηκαν με την καύτρα των σπίρτων, που καίγονταν με το αναμμένο τσιγάρο. Οτι μαζί με τη συγκρατούμενη του Ελλη Παππά μάζευαν βρώμικα χαρτιά από τα απορρίμματα για να επικοινωνούν και να ανταλλάσσουν τις σκέψεις που γέννησαν τα κείμενα του Μπελογιάννη.

Μα πιότερη συγκίνηση προκαλεί το θέμα των κειμένων που έγραψε και που τελικά εκδόθηκαν ως βιβλίο από τη «Σύγχρονη Εποχή» μεταγενέστερα.

Το θέμα αφορούσε τις ρίζες της ελληνικής λογοτεχνίας, την ιστορία της ελληνικής σκέψης. Πότε; Στους μήνες που προηγήθηκαν πριν από την εκτέλεσή του.

Η Ελλη Παππά στην εισαγωγή της έκδοσης της «Σύγχρονης Εποχής» γράφει: «Δε θα ήθελα να σταθώ στο τι μπορεί να πει ή να μην πει η φιλολογική και η ιστορική έρευνα για τη δουλιά αυτή του Νίκου Μπελογιάννη, για την αξιοπιστία και την επάρκεια των σπουδών του, για την επιστημοσύνη της μεθοδολογίας του. Σίγουρα είναι πολύ διαφορετικό να δουλεύεις μέσα στις «ιδεώδεις» συνθήκες ενός σπουδαστηρίου, από τη δουλιά που μπορείς να κάνεις μέσα στα μπουντρούμια της απομόνωσης και στις φυλακές, όταν μάλιστα ο θάνατος είναι ο μόνιμος φρουρός του κελιού σου. Κι όμως αυτό δε μειώνει την αξία των συμπερασμάτων και τοποθετήσεών του». Συμφωνούμε μαζί της πέρα για πέρα.

Να, γιατί ο Μπελογιάννης ζει στις καρδιές μας. Γιατί στο μέτρο των δυνατοτήτων που είχε, και αυτές ήταν περιορισμένες λόγω συνθηκών, έδωσε το παράδειγμα της προσφοράς της ζωής του, αλλά και το παράδειγμα έως πού μπορεί να φθάσει ένας κομμουνιστής, με όλη τη σημασία της λέξης, να είναι κάθε στιγμή, σε κάθε φάση και μαχητής, και άνθρωπος, και διανοούμενος. Ο ίδιος έγραψε στα σημειώματά του ότι με τη δουλιά του αυτή ήθελε να δείξει ότι οι κομμουνιστές είμαστε και γραμματιζούμενοι άνθρωποι. Θαρραλέοι και σκεπτόμενοι αγωνιστές, άνθρωποι. […]

Μπροστά στο μνημείο του Μπελογιάννη μια κουβέντα μπορούμε να πούμε: Σε σκεπτόμαστε σήμερα ακόμα πιο πολύ, όπως και τους αγωνιστές που τα έδωσαν όλα για το λαό, για την πρόοδο, το σοσιαλισμό. Η θυσία του, η πολυσύνθετη προσωπικότητά του, μας δίνει φτερά, συνεχίζουμε ακούραστοι και απτόητοι. Μελετάμε την πείρα του χτες, δουλεύουμε για να είμαστε ικανοί και αδάμαστοι στα προβλήματα του σήμερα, κοιτώντας το μέλλον που θα ‘ρθει, το μέλλον του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού.»

Αλέκα Παπαρήγα, ομιλία στην εκδήλωση για τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του Ν. Μπελογιάννη στην Αμαλιάδα

ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΛΕΜΟ

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ

Στους χρόνους της καταστροφής

Μαΐου 6, 2010


(1922)

Στους χρόνους της καταστροφής
εικοσιδυό και πέρα
φονιάδες παραμόνευαν
το γέρο μου πατέρα.

Οι τοίχοι γέμιζαν αυτιά
οι νύχτες κρύα μάτια
οι πόρτες κρύβανε φωνές
σκιές τα σκαλοπάτια.

Πικροί καιροί σημαδιακοί
με δάκρυα κι αλάτι
με του δασκάλου τη φωνή
το χέρι του εργάτη.

Μαζί με κείνους στο σταυρό
παρά να προσκυνήσω
παρά να πάω μπρός σκυφτός
ορθός να πολεμήσω.

Τα χέρια νά ‘ναι σίδερα
και θα γυρίσει η σφαίρα
θα φέρει κάτω το φονιά
και πάνω τον πατέρα.


Στίχοι: Κ. Χ. Μύρης (Κ. Γεωργουσόπουλος)

Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος (από το δίσκο Χρονικό (1970))

[…το «Χρονικό» έδωσε δύναμη στους φοιτητές και γενικότερα στους νεους ανθρώπους, για να αγωνισθουν εναντια στη δικτατορια. Ηταν, εκτός από μουσικο, ένα πολιτικοκοινωνικό έργο. (Μαρκόπουλος για το Χρονικό)]

ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΛΕΜΟ

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΩΡΑ