Archive for the ‘Politics’ category

Οι κυβερνήσεις του Εμφυλίου

Οκτώβριος 6, 2013

Ένα νέο πολιτικό σύστημα διαμορφώνεται

Τα ελληνικά κόμματα, πλην του ΚΚΕ, παρέμεναν, την περίοδο που εξετάζουμε, κόμματα στελεχών. Οι οργανώσεις οπαδών τους που είχαν δημιουργηθεί στο Μεσοπόλεμο δεν συμμετείχαν με θεσμοθετημένο τρόπο στη λήψη των αποφάσεων: αυτές ήταν υπόθεση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος και των συνεργατών του αρχηγού. Επιπλέον, είχαν μεσολαβήσει η δικτατορία του Μεταξά και η Κατοχή, οκτώ χρόνια με διαλυτικές επιπτώσεις για το μηχανισμό και τη συνοχή των αστικών κομμάτων. Σε αυτό δεν είχε μείνει κανένα πεδίο δράσης πέρα από δολοπλοκίες στα παρασκήνια της Μέσης Ανατολής ή της Αθήνας.

Η ανασυγκρότηση τους μετά την Απελευθέρωση δεν ήταν χωρίς προβλήματα και, εν τω μεταξύ, οι πολιτικοί συσχετισμοί είχαν αλλάξει ριζικά: πρωταρχικό ζήτημα ήταν πλέον η αντιμετώπιση του κομμουνισμού. Ο στόχος ήταν κοινά αποδεκτός και οι διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο επίτευξης του γρήγορα θα υποχωρούσαν, καθώς οι κεντρώοι θα αναλάμβαναν τη διεξαγωγή του Εμφυλίου. Κατά δεύτερο λόγο, η δεκαετία του 1940 σημαδεύτηκε από την ανασύνθεση της άρχουσας τάξης. Η μεγάλη μαύρη αγορά και οι συναλλαγές με τον κατακτητή κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο έλεγχος της ξένης βοήθειας κατά την Απελευθέρωση δημιούργησαν νέους πλούσιους, οι οποίοι δεν θα έμεναν χωρίς πολιτική έκφραση.

Τα αστικά κόμματα

Οι παλιές διαχωριστικές γραμμές του Διχασμού δεν έσβησαν αυτόματα, αντίθετα συνέχισαν να αποτελούν σημείο αναφοράς. Αποδυναμώθηκαν όμως περαιτέρω, μετά το δημοψήφισμα και την πλήρη αποδοχή του μοναρχικού θεσμού από τους δημοκρατικούς. Το πεπαλαιωμένο των παραταξιακών ταυτίσεων που βασίζονταν στο Διχασμό υπογράμμιζε η περιορισμένη ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, παρά τις κατακλυσμιαίες αλλαγές της δεκαετίας που είχε περάσει από τις τελευταίες εκλογές· «βουλή γηρασμένων προκρίτων» αποκάλεσε ο Γρηγόρης Δάφνης τη βουλή του 1946.

Στη Δεξιά κυριαρχούσε το Λαϊκό Κόμμα, που με τους εθνικόφρονες συμμάχους του είχε την απόλυτη πλειοψηφία στη βουλή. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχε διασπαστεί σε διάφορες ομάδες, που ενοποιήθηκαν το 1945. Μετά από μια περίοδο συλλογικής ηγεσίας, αρχηγός του εκλέχθηκε ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, ανιψιός του μεσοπολεμικού ηγέτη των Λαϊκών και από τα λίγα στελέχη που στην Κατοχή είχαν μείνει πιστά στη βασιλεία.

Από τους συνδυασμούς του το κόμμα είχε αποκλείσει τα στελέχη της 4ης Αυγούστου, όμως προσέφερε στέγη σε αρκετούς από τους λιγότερο εκτεθειμένους δοσίλογους – τους οποίους άλλωστε φρόντισε να αμνηστεύσει. Οι Λαϊκοί, βασικότεροι υποστηρικτές της μοναρχίας και πρωταθλητές της εθνικοφροσύνης, κάλυπταν την τρομοκρατία που ασκούσαν οι δεξιές ομάδες στην ύπαιθρο. Οι πρακτικές των τελευταίων έγιναν νόμοι του κράτους, όταν οι Λαϊκοί έγιναν κυβέρνηση΄ αμβλύνθηκε έτσι η διαφορά κράτους και παρακράτους και δόθηκε μια αποφασιστική ώθηση προς τον Εμφύλιο.

Μικρότερες δεξιές κοινοβουλευτικές ομάδες, όπως το Κόμμα Εθνικοφρόνων του Τουρκοβασίλη, πλειοδοτούσαν σε μένος κατά των κομμουνιστών. Από το Λαϊκό Κόμμα, επίσης, προήλθε το Φεβρουάριο του 1947 το μικρό Νέο Κόμμα του Μαρκεζίνη- έχοντας στενές σχέσεις με το Παλάτι και τον ξένο παράγοντα, χρησιμοποιήθηκε ως μοχλός για την ανασύνθεση του πολιτικού χάρτη.
Ο βενιζελικός κοινωνικός συνασπισμός μετά το 1936 είχε τριχοτομηθεί. Ένα κομμάτι προσχώρησε στο ΕΑΜ, ένα άλλο προσχώρησε στο «δυναμικό» αντικομμουνιστικό μπλοκ και ένα τρίτο κατέλαβε τη θέση του κέντρου. Η διάσπαση αυτή, σε αντίθεση με αντίστοιχα ρήγματα στη λαϊκή βάση της αντιβενιζελικής παράταξης, αποκρυσταλλώθηκε σε διαφορετικά κόμματα.

Στα δεξιά του πολιτικού φάσματος εμφανίστηκαν το Εθνικόν Κόμμα Ελλάδος του Ζέρβα, το Κόμμα Εθνικών Φιλελευθέρων του Γόνατα και το μικρότερο Μεταρρυθμιστικό Κόμμα του Αλεξανδρή, όλα τοποθετημένα υπέρ της μοναρχίας. Τα δυο τελευταία συμμετείχαν στον εκλογικό συνασπισμό και στις πρώτες κυβερνήσεις της Δεξιάς απέρριπταν τη συμφιλίωση με την Αριστερά.

Στους εναπομείναντες υποστηρικτές της δημοκρατίας επήλθε νέα διάσπαση στις αρχές του 1946, όταν η πλειοψηφία τους κινήθηκε προς την εκλογικά συνεργασία με τη Δεξιά. Η συνεργασία τελικά δεν επετεύχθη και αποφάσισαν να κατεβούν στις εκλογές ως Εθνική Πολιτική Ένωσις (ΕΠΕ), δίνοντας προτεραιότητα στην ενότητα του αστικού πολιτικού κόσμου εναντίον του κομμουνισμού και υποβαθμίζοντας το πολιτειακό σε δευτερεύον ζήτημα. Στην κεντροδεξιά ΕΠΕ συμμετείχαν το Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου, το Εθνικό Ενωτικό Κόμμα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, αντιβενιζελικής προέλευσης, το Κόμμα Βενιζελικών Φιλελευθέρων, με όσους ακολούθησαν τον Σοφοκλή Ελ. Βενιζέλο, όταν διέσπασε τους Φιλελευθέρους, τον Ιανουάριο του 1946.

Ο Σοφούλης κράτησε τον τίτλο και ένα σημαντικό μέρος των πολιτευτών και της επιρροής του Κόμματος Φιλελευθέρων. Η επιμονή του στο πολιτειακό τον απέτρεψε από τη συνεργασία με τους μοναρχικούς. Οι Φιλελεύθεροι ήταν οι μόνοι που δεν ψήφισαν την κατασταλτική νομοθεσία του 1946, αντιπολιτεύθηκαν σκληρά τη δεξιά κυβέρνηση κατηγορώντας την ως συνυπεύθυνη για τη διολίσθηση της χώρας στον Εμφύλιο και διακήρυσσαν μέτρα ειρήνευσης. Μετά την αποτυχία, όμως, των τελευταίων προσπαθειών για πολιτική λύση, μπήκαν στην κυβέρνηση και ανέλαβαν να συντρίψουν την «ανταρσία».

Σε γενικές γραμμές, οι διαφορές κέντρου και δεξιάς ήταν δυσδιάκριτες στα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα ενώ από το φθινόπωρο του 1947 τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής ανέλαβε η αμερικάνικη οικονομική αποστολή. Στα προηγούμενα χρόνια, πάντως, στις έκτακτες συνθήκες της Απελευθέρωσης, οι Φιλελεύθεροι (ή μάλλον κάποια στελέχη τους) είχαν επιβεβαιώσει ότι ήταν πιο ανοιχτοί σε πειραματισμούς με την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία. Οι Λαϊκοί, αντίθετα, κατάργησαν πολλούς από τους ελέγχους στις τιμές και οι η βιομηχανική παραγωγή, μόλις πήραν την εξουσία (Αυγουστίδης, 1999, σσ.335-354). Κατ’ εξοχήν εκφραστές των στρωμάτων που ανέβηκαν κοινωνικά κατά τη διάρκεια της Κατοχής, περιόρισαν την ισχύ του φόρου «πλουτησάντων επί κατοχής» και προσπάθησαν να ανατρέψουν τη συντακτική πράξη 114 του 1945, που ακύρωνε τις αγοραπωλησίες ακινήτων κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όταν χιλιάδες σπίτια πουλήθηκαν για έναν τενεκέ λάδι.

Ο Βενιζέλος παραπονιόταν στους Αμερικανούς το 1947 ότι «όλον το κεφάλαιον εστήριζε το Λαϊκόν Κόμμα» στις εκλογές, μεταξύ άλλων επειδή εναντιώθηκε στους φόρους σε βιομηχανικές και εμπορικές δραστηριότητες που είχαν επιβληθεί το 1945. Οι φόροι και η κρατική παρέμβαση είχαν θορυβήσει και πολυάριθμα μικροαστικά στρώματα, που ήδη μετά τα Δεκεμβριανά είχαν μετατοπιστεί προς τα δεξιά (Χατζηιωσήφ, 1992, σ. 41). Το σκηνικό της συντριπτικής επικράτησης της Δεξιάς στις εκλογές του 1946 συμπλήρωνε βέβαια η ανοιχτή τρομοκρατία.

Μαζικές οργανώσεις της εθνικοφροσύνης

Πλάι στα κόμματα στελεχών, υπήρχαν και συγκροτημένες μαζικές συνιστώσες της Δεξιάς, και κατά δεύτερο λόγο της Κεντροδεξιάς. Ως τέτοιες μπορούμε να δούμε, καταρχάς, τις ένοπλες αντικομμουνιστικές ομάδες, που είχαν πλημμυρίσει την ελληνικά ύπαιθρο και αποτελούσαν βασικό στήριγμα της μοναρχικής Δεξιάς. Οι Άγγλοι υπολόγιζαν ότι η «Χ» το 1945 είχε φθάσει τα 50.000 μέλη (Richter. 1997, σ. 452). Σταδιακά, οι δεξιές «συμμορίες» αποδυναμώθηκαν, καθώς με την άνοδο των Λαϊκών στην εξουσία η «λευκή τρομοκρατία» πέρασε υπό τη διεύθυνση των ανώτερων στελεχών του Κράτους. Καθώς η χώρα διολίσθαινε στον Εμφύλιο, το κράτος διεκδίκησε και απέκτησε το μονοπώλιο στη χρήση βίας΄ τα μέλη των δεξιών ένοπλων ομάδων ενσωματώθηκαν σε κρατικά παραστρατιωτικά σώματα.

Η κυβέρνηση Κ. Τσαλδάρη

Πιο κλασικές μαζικές οργανώσεις ήταν οι διάφοροι Σύλλογοι Εθνικοφρόνων, που φαίνεται ότι αναπτύχθηκαν περισσότερο στη βόρεια Ελλάδα. Συσπείρωναν κυρίως μικροαστικά στρώματα (ο Φίλιππος Δραγούμης μιλούσε για «πτωχούς βιοπαλαιστάς, συνταξιούχους, επαγγελματίας»: Γούναρης, 2002. σ. 88), και στην ηγεσία τους βρίσκονταν πολιτικοί παράγοντες της Δεξιάς (αλλά και της Κεντροδεξιάς, σε μικρότερο βαθμό). Οργάνωναν συγκεντρώσεις, κινητοποιούνταν για την υποστήριξη συγκεκριμένων πολιτευτών και ανασυγκρότησαν το πλέγμα των πελατειακών σχέσεων.

Υπήρχαν επίσης οι εθνικόφρονες που δραστηριοποιούνταν συνδικαλιστικά στα εργατικά και βιοτεχνικά σωματεία και στους αγροτικούς συνεταιρισμούς. Διοικητικές μεθοδεύσεις και ο διαρκής διωγμός των κομμουνιστών τα παρέδωσαν στα χέρια των δεξιών συνδικαλιστών για τις επόμενες δεκαετίες. Στη ΓΣΕΕ δραστηριοποιήθηκαν στελέχη του Μεταξά, όπως ο Αριστείδης Δημητράτος, συνεργάτες των Γερμανών και συνδεδεμένοι με τον υπόκοσμο, όπως ο Δημήτρης Θεοχαρίδης, ή πρώην μέλη του εργατικού ΕΑΜ που είχαν επανενσωματωθεί πλήρως στη μοναρχική Δεξιά, όπως ο Φώτης Μακρής. Οι περισσότεροι συνδέονταν με το Λαϊκό Κόμμα. Η κυριαρχία τους βασίστηκε στη χρηματοδότηση τους από επιχειρηματίες και πολιτικούς και στη δημιουργία σωματείων σφραγίδων, στα οποία προσείλκυαν τους εργάτες μοιράζοντας τρόφιμα και ρούχα από την ξένη βοήθεια.

Παρ’ ότι αποτελούσαν οργανικό κομμάτι του καθεστώτος, κάποιοι «εργατοπατέρες» δεν δίσταζαν να καταγγέλλουν, ενίοτε, την «πλουτοκρατική ολιγαρχία» και να απειλούν με γενικές απεργίες, όπως το φθινόπωρο του 1947. Αφ΄ενός δεν ήθελαν να χάσουν εντελώς την επαφή τους με την εργατική βάση, η οποία έβλεπε τους πραγματικούς μισθούς να μειώνονται δραματικά΄ αφετέρου ο έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα τους τους ανάγκαζε να πλειοδοτούν σε αγωνιστικότητα – για να υποχωρούν αμέσως μόλις τους πίεζε η κυβέρνηση και οι Αμερικανοί.

Μια τελευταία, αλλά εξίσου σημαντική, μαζική συνιστώσα της εθνικοφροσύνης ήταν οι χριστιανικές οργανώσεις. Ανάμεσα τους ξεχώριζε η «Ζωή», που το 1948 έφθασε να διατηρεί 1.000 κατηχητικά, τα οποία παρακολουθούσαν 120.000 μαθητές σε όλη τη χώρα, και οργανώσεις για φοιτητές και νέους εργαζόμενους. Η «Ζωή» προωθούσε μια ελληνοχριστιανική σύνθεση που λειτουργούσε ως απάντηση στον κομμουνιστικό υλισμό. Τα σενάρια για δημιουργία χριστιανοδημοκρατικού κόμματος στο πρότυπο των δυτικοευρωπαϊκών (Καραγιάννης, 2001, σσ. 117-118) δεν ευοδώθηκαν, το όνομα όμως του στελέχους της «Ζωής» Αλέξανδρου Τσιριντάνη ακούστηκε κάποιες φορές μεταξύ των υποψηφίων πρωθυπουργών εξωκοινοβουλευτικών κυβερνήσεων.

Υπήρχαν ακόμη οι «Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί», οι οποίοι ήδη από το Μεσοπόλεμο είχαν συνδεθεί στενά με τους μοναρχικούς. Οι παλαιοημερολογίτες επεξέτειναν ραγδαία την επιρροή τους στη δεκαετία του ’40, τόσο λόγω της αποδιοργάνωσης της επίσημης Εκκλησίας κατά τη διάρκεια της Κατοχής όσο και χάρη σε μια ευρύτερη αναζωπύρωση του θρησκευτικού αισθήματος σε μια δεκαετία πολέμου, καταστροφών και ψυχικής οδύνης.

Γενικότερα, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου σημειώθηκε μια έξαρση του ανορθολογισμού, είτε αυτός ανταποκρινόταν στις ευαισθησίες και στην κουλτούρα του αγροτικού χώρου είτε ήταν πιο σύγχρονης προέλευσης. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα δεκάδες «θαύματα», τα οράματα που οδηγούσαν στην αποκάλυψη θαμμένων εκκλησιών, οι καθημερινές εμφανίσεις στα τζάμια αγίων και της Παναγίας, οι διάφοροι προφήτες που διαφωνούσαν για την ακριβή ημερομηνία λήξης του πολέμου. Στις 18 Απριλίου του 1948 η συγκοινωνία διακόπηκε σε πολλά σημεία της Αθήνας, λόγω της κοσμοσυρροής σε σπίτια και καταστήματα, στα τζάμια των οποίων λεγόταν ότι εμφανίζονταν μορφές αγίων. Το φαινόμενο είχε εμφανιστεί και τον προηγούμενο χρόνο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη: η Καθημερινή μιλούσε για «ομαδική παράκρουση», η σοσιαλιστική Μάχη όμως υποψιαζόταν ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο έξαρσης της θρησκοληψίας του λαού. Επίσης, τότε διαδόθηκαν και οι επιστολές θρησκευτικού περιεχομένου που, αν ο παραλήπτης δεν αντιγράψει και αποστείλει σε 12 πρόσωπα, κινδυνεύει να υποστεί την οργή του Θεού.

Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι μη θρησκευτικές μορφές ανορθολογισμού, τα μέντιουμ και οι υπνωτιστές, που επίσης πολλαπλασιάζονται. Στις υπηρεσίες τους προέτρεχαν, μεταξύ άλλων, κορυφαίοι πολιτικοί και επιχειρηματίες και τα επιτεύγματα τους γνώρισαν ευρεία προβολή στον Τύπο. Πέρα από την αναμετάδοση ενθαρρυντικών δηλώσεων του ‘Οθωνα και της Αμαλίας από το υπερπέραν προς τον ελληνικό λαό, οι πνευματιστές αναπροσάρμοσαν το ρεπερτόριο τους για να ανταποκριθούν στις ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής. Στη Θεσσαλονίκη του 1949, σε έναν κόσμο
ρημαγμένο και ανέστιο, ο πνευματιστής Άλεκ ισχυριζόταν ότι στα μάτια του μπορεί να δει κανείς «εξαφανισθέντα πρόσωπα, την ιδιαιτέραν του πατρίδα, το σπίτι του ή ό,τι άλλο θελήσει».

Η κυβέρνηση των Λαϊκών

Μετά τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Π. Πουλίτσα, πρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας, με τη συμμετοχή των δεξιών και των κεντροδεξιών κομμάτων. Επρόκειτο για προσωρινή λύση μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Οι Άγγλοι επιθυμούσαν ευρύ κυβερνητικό συνασπισμό και αναβολή ως το 1948 του δημοψηφίσματος για το πολίτευμα. Οι Λαϊκοί όμως δεν φάνηκαν διατεθειμένοι να πειθαρχήσουν και στις 18 Απριλίου σχηματίστηκε η κυβέρνηση Κ. Τσαλδάρη, με τη συμμετοχή των κομμάτων του Γονατά και του Αλεξανδρή.

Οι Άγγλοι έβλεπαν να χάνουν τον έλεγχο ενώ σιγά σιγά μεταστρέφονταν και οι ίδιοι για το χρόνο του δημοψηφίσματος. Τελικά δέχθηκαν να γίνει άμεσα και το Μάιο ανακοινώθηκε στη Βουλή η απόφαση διεξαγωγής του δημοψηφίσματος στις 1 Σεπτεμβρίου 1946.

Δεύτερη προτεραιότητα της κυβέρνησης Τσαλδάρη, μετά τη δρομολόγηση του δημοψηφίσματος, ήταν η καταστολή της Αριστεράς και η υιοθέτηση έκτακτων μέτρων. Η γενική απεργία που κήρυξε η Αριστερά για τις 18 Ιουνίου, την ημέρα που θα ψηφιζόταν το Γ Ψήφισμα, απέτυχε και αμέσως άρχισαν οι εκτελέσεις και οι εξορίες. Σύμφωνα με Άγγλους βουλευτές των Εργατικών, που περιόδευσαν στη χώρα αρχές Μαΐου, «η Ελλάδα μεταβάλλεται με ταχύ ρυθμό σε φασιστικό κράτος» (Richter, 1997, σ. 617). Οι συνθήκες, λοιπόν, κάθε άλλο παρά ήταν κατάλληλες για ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης στο δημοψήφισμα. Ο υπουργός Στρατιωτικών παραδεχόταν ανεπίσημα στα τέλη του Ιουλίου ότι σε Θεσσαλία, Μακεδονία και Θράκη ουσιαστικά ίσχυε στρατιωτικός νόμος ενώ ακόμη και ο Κανελλόπουλος διαμαρτυρόταν στην αγγλική πρεσβεία ότι δεν μπορούσε να διεξαγάγει εκστρατεία υπέρ της δημοκρατίας ούτε στην εκλογική του περιφέρεια. Έτσι κι αλλιώς, οι κεντρώοι ηγέτες δεν έδειξαν ιδιαίτερη προθυμία να προπαγανδίσουν τις θέσεις τους υπέρ της δημοκρατίας, αφήνοντας την προεκλογική εκστρατεία σε μεμονωμένους βουλευτές των Φιλελευθέρων, σε εξωκοινοβουλευτικές προσωπικότητες της Κεντροαριστεράς, όπως ο Πλαστήρας και στους αριστερούς Δημοκρατικούς Συλλόγους.

Ο Γεώργιος Β’ επέστρεψε στις 28 Σεπτεμβρίου και στο διάγγελμα του κάλεσε στην υπέρβαση της «παλιάς διενέξεως» του Διχασμού. Για την τρέχουσα διένεξη είχε δηλώσει στον Άγγλο υπουργό Εξωτερικών ότι θα ήταν ιδιαίτερα φειδωλός σε μέτρα κατευνασμού. Ακολούθησε τη συμβουλή των Άγγλων και επιδίωξε τη διεύρυνση της κυβέρνησης, όμως οι Λαϊκοί αρνήθηκαν να δώσουν στον Σοφούλη την πρωθυπουργία και στα τρία κόμματα της ΕΠΕ τα σημαντικά υπουργεία που ζήτησαν και η κυβέρνηση Τσαλδάρη απλώς ανασχηματίστηκε στις 2 Νοεμβρίου 1946.

Ένα ζήτημα στο οποίο η κυβέρνηση Τσαλδάρη έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα ήταν οι εδαφικές διεκδικήσεις. Οι εθνικόφρονες απέναντι στον πρόσφατα αποδεδειγμένο αριστερό πατριωτισμό αντέταξαν, παράλληλα με τις κατηγορίες για εθνική προδοσία του ΚΚΕ στο Μακεδονικό, το όραμα της «Μεγάλης Ελλάδας», ήδη από την Κατοχή. Η εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους προβαλλόταν ως διέξοδος από τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, στη δεκαετία του ’30, από όσους απέρριπταν μια πολιτική βιομηχανικής ανάπτυξης και κρατικού παρεμβατισμού (Χατζηιωσήφ. 1986)· οι απόψεις αυτές επανεμφανίστηκαν μετά την Απελευθέρωση, όταν ετίθετο επιτακτικά το ζήτημα της ανασυγκρότησης και του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης που θα ακολουθούσε η Ελλάδα. Το διεθνές περιβάλλον ήταν ευνοϊκό, καθώς μετά τον πόλεμο αναμενόταν η επαναχάραξη των συνόρων.

Οι ελληνικές διεκδικήσεις περιλάμβαναν τα Δωδεκάνησα από την Ιταλία, τη βόρεια Ήπειρο από την Αλβανία και μια μεγάλη έκταση της Βουλγαρίας, υποτίθεται για να είναι πιο εύκολη η άμυνα των ελληνικών συνόρων απέναντι σε νέα βουλγαρική επίθεση. Άλλοι φαντασίωναν αποικιακές αυτοκρατορίες: ο Γόνατος το 1945 ζητούσε να δοθεί στην Ελλάδα η Κυρηναϊκή. Στο χορό των διεκδικήσεων είχε μπει και η Αριστερά, προτιμούσε όμως να τις στρέφει ενάντια σε χώρες του δυτικού μπλοκ: το ΚΚΕ ζητούσε την Κύπρο από την Αγγλία και την ανατολική Θράκη από την Τουρκία.

Η Διάσκεψη της Ειρήνης έγινε στο Παρίσι από τις 29 Ιουλίου ως τις 11 Οκτωβρίου του 1946, οι διαπραγματεύσεις όμως των υπουργών Εξωτερικών των νικητών ξεκίνησαν από το Μάιο. Οι Δυνάμεις είχαν εγγυηθεί τα σύνορα της Αλβανίας από τον περασμένο Οκτώβριο, το Μάιο του 1946 συμφώνησαν ότι τα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα θα έμεναν ανέπαφα και στις 27 Ιουνίου αποφάσισαν να παραχωρηθούν στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα. Οι εξελίξεις δεν θεωρήθηκαν ικανοποιητικές από την κοινή γνώμη και ο Τσαλδάρης πήγε ο ίδιος στο Παρίσι για να υποστηρίξει τις ελληνικές διεκδικήσεις, χωρίς όμως να πετύχει τίποτε περισσότερο.

Η Ελλάδα δεν παραιτήθηκε οριστικά από τις βλέψεις της: το 1948 δήλωσε στους Άγγλους το ενδιαφέρον της για τη Μέση Ανατολή, την μόνη περιοχή που είχε απομείνει στη «φυλή» για να ξεδιπλώσει τη «ζωτικότητα» της, ενώ το 1949 πρότεινε στις ΗΠΑ την κατάληψη της Αλβανίας. Αναγκάστηκε όμως να περιοριστεί στα Δωδεκάνησα: τα παρέλαβε το Μάρτιο του 1947 και η πλήρης διοικητική ενσωμάτωσή τους έγινε τον Ιανουάριο του 1948.

Η αμερικανική επέμβαση

Η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα παρέμενε απελπιστική και η επιβίωση του πληθυσμού εξαρτιόταν οε μεγάλο βαθμό από τη βοήθεια της UNRRA. Όλα τα αστικά κόμματα, σε αντίθεση με την Αριστερά που εκπονούσε σχέδια αυτοδύναμης εκβιομηχάνισης, έβλεπαν την ανασυγκρότηση της χώρας συνδεδεμένη με την εισροή ξένων κεφαλαίων. Επιπλέον, καθώς οι διωκόμενοι αριστεροί στα βουνά άρχισαν να λειτουργούν όλο και περισσότερο ως αντάρτικες ομάδες, γινόταν επιτακτική η ανάγκη συγκρότησης αξιόμαχου στρατού. Όμως οι Άγγλοι, μπροστά στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν μεταπολεμικά, αποφάσισαν, τον Ιούνιο του 1946, την απεμπλοκή τους από την Ελλάδα. Ο Τσαλδάρης στα ταξίδια του στο εξωτερικό, το καλοκαίρι του 1946, ήλθε σε επαφές με Άγγλους και Αμερικανούς αξιωματούχους για σύναψη δανείου, οι προσπάθειες του όμως απέτυχαν.

Η στάση των Αμερικανών άρχισε να αλλάζει, όταν η ΕΣΣΔ απαίτησε τον Αύγουστο του 1946, την αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών. Στα τέλη Αυγούστου, οι ΗΠΑ έστειλαν ναυτική δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο και άρχισαν να επεξεργάζονται σχεδία για την Ελλάδα και την Τουρκία. Στις 18 Οκτωβρίου ο Τρούμαν ανακοίνωσε στο βασιλιά της Ελλάδας ότι οι ΗΠΑ δεν θα άφηναν τη χώρα του χωρίς οικονομική και στρατιωτικά βοήθεια στον αγώνα εναντία του κομμουνισμού.

Συγχρόνως άρχισαν να ασκούν πιέσεις προς τα ελληνικά κόμματα για διεύρυνση της κυβέρνησης. Πάγια επιδίωξη των Αμερικανών κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου (όπως και των Άγγλων νωρίτερα) θα είναι η συμμετοχή του Κέντρου στις κυβερνήσεις. Ζητούμενο ήταν η μέγιστη δυνατή συσπείρωση δυνάμεων στη διεξαγωγή του πολέμου και η πολιτική απομόνωση του ΚΚΕ. Επιπλέον, οι ΗΠΑ ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για το δημοκρατικό προφίλ των ελληνικών κυβερνήσεων: ο αγώνας κατά του κομμουνισμού παρουσιαζόταν ως αναμέτρηση της ελευθερίας και της δημοκρατίας με τη δικτατορία και η διεξαγωγή του στην Ελλάδα δεν μπορούσε να αφεθεί αποκλειστικά σε δυνάμεις συνδεδεμένες με τον αυταρχισμό, το παρακράτος και το δοσιλογισμό.

Τον Ιανουάριο του 1947 επίσης αναμενόταν στην Ελλάδα επιτροπή του ΟΗΕ για να εξετάσει, μετά από προσφυγή της ελληνικός κυβέρνησης, αν οι βόρειοι γείτονες επενέβαιναν στα εσωτερικά της ενισχύοντας τους αντάρτες. Για τις ΗΠΑ, ενόψει της έλευσης διεθνών παρατηρητών, ήταν σημαντικό να συγκαλυφθούν άμεσα οι χειρότερες πλευρές του καθεστώτος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έπαυαν να γίνονται ανεκτές: στον αγώνα κατά του κομμουνισμού οι ΗΠΑ ήθελαν τούς κεντρώους ως άλλοθι, όχι ως συμφιλιωτές.

Έτσι, ο Τρούμαν διαμήνυσε το Δεκέμβριο (1946) στον Τσαλδάρη ότι η κυβέρνηση του δεν θεωρούνταν αντιπροσωπευτική και ότι έπρεπε να τη διευρύνει, ο Τσαλδάρης πίστεψε ότι θα μπορούσε να διατηρήσει την πρωθυπουργία, ο Γόνατος και ο Αλεξάνδρής όμως δεν τον στήριξαν και στις 24 Ιανουαρίου ορκιζόταν νέα κυβέρνηση υπό τον Μάξιμο, παλαίμαχο αντιβενιζελικό οικονομολόγο, με τη συμμετοχή επτά κομμάτων: των τριών της κυβέρνησης Τσαλδάρη, των τριών της ΕΠΕ και του Ζέρβα. Όμως, χωρίς τους Φιλελευθέρους, η κυβέρνηση Μαξίμου στα μάτια του Αμερικανού απεσταλμένου Portet ήταν απλώς «ένας ανασχηματισμός των δεξιών ομάδων».

Ο Μαρκεζίνης τόνιζε στο βασιλιά ότι «και ως προς το πολίτευμα και ως προς το εξωτερικό ο Σοφούλης θα έδιδε το χρώμα το οποίον μας χρειάζεται σήμερον» (Μαρκεζίνης, 1994, σ. 277). Ο ηγέτης των Φιλελευθέρων όμως, επέμενε να γίνει αυτός πρωθυπουργός και να εφαρμόσει μια πολιτική κατευνασμού των παθών – αν και ο Μαρκεζίνης πίστευε ότι «το όλον ζήτημα δεν ήτο ο κατευνασμός, που αποτελούσε απλώς σύνθημα, αλλά η πρωθυπουργία» . Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1946, αμέσως μετά το δημοψήφισμα, ο Σοφούλης είχε πει στον Άγγλο πρέσβη ότι θα δεχόταν ακόμη και βασιλική δικτατορία, προκειμένου να σωθεί η Ελλάδα από το ΚΚΕ και τους Σλάβους. Τον Ιανουάριο του 1947, όμως, ο αρχηγός των Φιλελευθέρων κατηγορούσε την κυβέρνηση ότι στραγγάλιζε τις πολιτικές ελευθερίες ενώ ο Ριζοσπάστης άφηνε να εννοηθεί ότι μια κυβέρνηση Σοφούλη θα είχε την ανοχή του ΚΚΕ.

Ακόμη και χωρίς τους Φιλελευθέρους, η κυβέρνηση Μαξίμου ήταν ένα σημαντικό βήμα προς την ενσωμάτωση του Κέντρου στο συνασπισμό εξουσίας που διεξήγαγε τον Εμφύλιο. Ξεκίνησε αναστέλλοντας τις εκτοπίσεις γυναικών και αμνηστεύοντας όσους αντάρτες παρουσιάζονταν με τα όπλα τους αλλά συνέχισε με ένα κύμα καταστολής και εκτελέσεων το Μάρτιο, λίγο μετά την ανάληψη του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης από τον Ζέρβα.

Στις 12 Μαρτίου 1947 εξαγγέλθηκε επίσημα το δόγμα Τρούμαν: οι ΗΠΑ θα ενίσχυαν οικονομικά και στρατιωτικά την Ελλάδα και την Τουρκία, δύο χώρες που βρίσκονταν στην εμπροσθοφυλακή του αγώνα κατά του κομμουνισμού. Στην Ελλάδα, το υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό. Στο εξής, οι Έλληνες θα έτρωγαν με χρυσά κουτάλια, πανηγύριζε η Καθημερινή (Σφήκας, 1997, σ. 286).

Τον Απρίλιο, ξεκίνησαν οι πρώτες μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού. Το ΚΚΕ από την πλευρά του είχε πλέον προσανατολιστεί οριστικά προς τον ένοπλο αγώνα και στις 27 Ιουνίου 1947 το στέλεχός του Μιλτ. Πορφυρογένης προανήγγειλε από το Στρασβούργο ότι θα σχηματιζόταν κυβέρνηση της Δημοκρατικής Ελλάδας. Η απάντηση ήλθε στις 9 Ιουλίου με ένα πογκρόμ συλλήψεων στην Αθήνα και τις μεγάλες πόλεις.

Η κυβέρνηση Σοφούλη

Στα μέσα Ιουλίου, το State Department πρότεινε στον Τρούμαν την εγκατάσταση κεντρώας κυβέρνησης στην Ελλάδα. Οι στρατιωτικές συγκρούσεις γίνονταν πιο σκληρές, οι εκτελέσεις και οι εκτοπίσεις πλήθαιναν και χρειαζόταν ένας πρωθυπουργός με δημοκρατικό προφίλ και κύρος. Αποφασίστηκε λοιπόν να προωθηθεί κυβέρνηση συνεργασίας Λαϊκών και Φιλελευθέρων με επικεφαλής τον Σοφούλη.

Στις 23 Αυγούστου η κυβέρνηση Μαξίμου παραιτήθηκε, όταν ο Τσαλδάρης δεν δέχθηκε το αίτημα των Βενιζέλου, Παπανδρέου και Κανελλόπουλου να αποπεμφθούν από την κυβέρνηση οι «ακραίοι» και αντιπαθείς στους Αγγλο-αμερικανούς Ζέρβας και Στράτος. Ακολούθησαν πολυήμερες διαπραγματεύσεις Τσαλδάρη, Σοφούλη και Αμερικανών. Η ασφυκτική πίεση των τελευταίων, που απείλησαν τα δύο κόμματα με διακοπή της οικονομικής βοήθειας, έφερε αποτέλεσμα και στις 7 Σεπτεμβρίου 1947 ορκίστηκε η δικομματικά κυβέρνηση Σοφούλη, συγκεντρώνοντας την αποδοχή ολόκληρης σχεδόν της βουλής. Λίγο αργότερα, θα επιστρέψει στο Κόμμα Φιλελευθέρων και ο Βενιζέλος, αφού είχαν πάψει να ισχύουν οι λόγοι για τους οποίους απομακρύνθηκε.

Ο Σοφούλης παρέτεινε την προθεσμία της αμνηστίας που είχαν κηρύξει οι προκάτοχοι του, άφησε ελεύθερους χιλιάδες εξόριστους και ανέβαλε τις εκτελέσεις για ένα μήνα. Οι ενέργειες αυτές στόχο είχαν μάλλον να ενισχύσουν το δημοκρατικό προφίλ της νέας κυβέρνησης και να αποδυναμώσουν τον αντίπαλο παρά να συμβάλουν σε ένα συμβιβασμό. Άλλωστε, οι Αμερικανοί είχαν φροντίσει, πριν παραδώσουν την πρωθυπουργία στον Σοφούλη, να του αποσπάσουν τη διαβεβαίωση ότι θα προωθούσε τη στρατιωτική αναμέτρηση (Γουίτνερ. 1991, σ. 152).

Το ΚΚΕ γνώριζε ότι ο Σοφούλης, ακόμη και αν επιθυμούσε να κινηθεί σε μια κατεύθυνση ειρήνευσης, ήταν «αιχμάλωτος» των συσχετισμών στη βουλή και στην κυβέρνηση. Πέντε ημέρες μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης, η Τρίτη Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ επιβεβαίωσε την επιλογή του ένοπλου αγώνα. Πολύ γρήγορα ο Σοφούλης υιοθέτησε σκληρή γραμμή: στα μέσα του Οκτωβρίου έκλεισε το Ριζοσπάστη- η λειτουργία του ΚΚΕ απαγορεύτηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1947, μόλις ανακοινώθηκε η συγκρότηση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Οι εκτελέσεις και οι εξορίες ξανάρχισαν.

Στο εξής, το δίλημμα που έθετε ο Σοφούλης στο Δημοκρατικό Στρατό ήταν: παράδοση άνευ όρων ή συντριβή, και ο μόνος που θα συνεχίσει να μιλάει για ειρήνευση θα είναι ο Πλαστήρας- όταν εννέα κεντροαριστεροί πολιτικοί της επιρροής του τάχθηκαν, το Νοέμβριο του 1948, υπέρ της ειρηνευτικής πρωτοβουλίας του ‘Εβατ, Αυστραλού πρόεδρου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, συνάντησαν τη γενική κατακραυγή. Χαρακτηριστικά για την πορεία των φιλελεύθερων πολιτικών και διανοουμένων μετά την Απελευθέρωση ήταν τα πολιτικά άρθρα του Θεοτοκά: το 1946 αντιτάχθηκε στο Γ’ Ψήφισμα με το σκεπτικό ότι τα φιλελεύθερα ιδανικά αποτελούν οργανικό μέρος της εθνικής ιδέας· το 1948 όμως, η έμφαση δινόταν στην απειλή που συνιστούσαν για τον ελληνισμό οι υποταγμένοι στο σλαβισμό κομμουνιστές και αρθρογράφησε στην εφημερίδα που εκδιδόταν στη Μακρόνησο.

Θ. Σοφούλης

Η κυβέρνηση συνεργασίας Φιλελευθέρων και Λαϊκών χαρακτηριζόταν από αστάθεια και συνεχείς τριβές μεταξύ των δύο συμμάχων και χρειάστηκε να παρέμβουν πολλές φορές οι Αμερικανοί για να μη διαλυθεί. Οι Λαϊκοί μονοπωλούσαν τις κατώτερες θέσεις του κρατικού μηχανισμού, σταδιακά όμως εκχωρούσαν όλο και περισσότερα υπουργεία στους Φιλελευθέρους, μέχρι που το 1949 από τα βασικά υπουργεία τούς είχε μείνει μόνο το Εξωτερικών. Οι Φιλελεύθεροι προσπαθούσαν να προωθήσουν τους δικούς τους ανθρώπους: στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης ο Ρέντης διέταξε 800 μεταθέσεις τους 4 πρώτους μήνες.

Ο Γονατάς και ο Κανελλόπουλος στις αναμνήσεις τους μεταφέρουν τη γενική αίσθηση διάψευσης των προσδοκιών από τη νέα κυβέρνηση. Η χώρα μπήκε για τα καλά στον πόλεμο και οι πόλεις πλημμύρισαν με τους κατοίκους των ορεινών χωριών, που υποχρεώθηκαν από την κυβέρνηση να τα εκκενώσουν μια απότομη άνοδος του πληθωρισμού όξυνε την κοινωνική δυσαρέσκεια και η τελευταία οδήγησε σε μια κυβερνητική κρίση το Δεκέμβριο του 1947 και μια πρόταση μομφής από τον Παπανδρέου το Φεβρουάριο του 1948.

Οι μισθωτοί βέβαια, με πρωτοβουλία της αμερικανικής οικονομικής αποστολής, πήραν το φθινόπωρο του 1947 αυξήσεις, όχι επαρκείς αλλά τις μόνες για τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, όμως, θεσπίστηκε το Δεκέμβρη ένας δρακόντειος αντιαπεργιακός νόμος που προέβλεπε την ποινή του θανάτου. Οι απεργίες στα χρόνια του Εμφυλίου δεν έλειψαν · στην Αθήνα κυρίως, πέρα από κάποιες διάσπαρτες, υπήρξαν μικρά κύματα τα καλοκαίρια του 1947 και 1948 και την άνοιξη του 1949. Σε καμιά περίπτωση όμως, δεν έφθασαν το πλήθος και τη μαχητικότητα του 1945-46. Γενικότερα οι πόλεις έμειναν έξω από τη σύγκρουση. Οι παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ στην Αθήνα εξαρθρώθηκαν οριστικά μετά τη δολοφονία του υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά την πρωτομαγιά του 1948 και τη σύλληψη του εκτελεστή του.

Η κυβέρνηση επιβίωσε από μια νέα κρίση το Μάιο αλλά οι σχέσεις των δύο κομμάτων δεν βελτιώθηκαν. Τον Ιούλιο του 1948 ο Βενιζέλος ενημέρωσε τους Αμερικανούς ότι με δυσκολία συγκρατούσε τους Φιλελευθέρους βουλευτές, που δυσφορούσαν επειδή οι Λαϊκοί μονοπωλούσαν τη διοίκηση, από το να ρίξουν την κυβέρνηση. Τον επόμενο μήνα η βουλή έκλεισε για να εξασφαλιστεί ότι δεν θα έπεφτε η κυβέρνηση, όταν όμως ξανάνοιξε, εκδηλώθηκαν ανοιχτά οι διαφωνίες και μια ομάδα Λαϊκών αποσχίστηκε.

Η κρίση του φθινοπώρου του 1948

Στις 9 Οκτωβρίου, ο Βενιζέλος υπέβαλε στον Τσαλδάρη τους όρους του για τη διατήρηση του κυβερνητικού συνασπισμού και στις αρχές του Νοεμβρίου ανακοίνωσε δημόσια ότι 54 βουλευτές των Φιλελευθέρων θα έπαυαν να στηρίζουν την κυβέρνηση. Ο Σοφούλης αμέσως παραιτήθηκε και η νέα κυβέρνηση που σχημάτισε στις 18 Νοεμβρίου, πάλι με τη μορφή συνασπισμού των Λαϊκών με όσους Φιλελεύθερους ακολούθησαν τον Σοφούλη, διασώθηκε στη βουλή με μία μόλις ψήφο διαφορά. Την αστάθεια επέτεινε το οξύ πνευμονικό οίδημα που υπέστη ο γηραιός πρωθυπουργός μια εβδομάδα μετά, από το οποίο πολλοί πίστεψαν ότι δεν θα επιβίωνε.

Η πολιτική κρίση του φθινοπώρου του 1948 αναπτύχθηκε στο έδαφος της φθοράς της κυβέρνησης και ενός γενικότερου αισθήματος δυσπραγίας, πυροδοτήθηκε όμως από τις εξελίξεις στο μέτωπο. Μετά τη νίκη στο Γράμμο, όλοι είχαν πιστέψει ότι το τέλος του Εμφυλίου ήταν κοντά και η αποτυχία στο Βίτσι προκάλεσε γενική απογοήτευση. Έλληνας και Αμερικανοί εμφανίζονταν διατεθειμένοι για αλλαγές. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης πρότειναν μια οικουμενική κυβέρνηση παρόμοια με του Μαξίμου· κάποιοι προτιμούσαν μια δικτατορία· άλλοι την ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Παπάγο.

Ο Παπάγος, μέγας αυλάρχης του βασιλιά, φερόταν ως υποψήφιος αρχιστράτηγος ή πρωθυπουργός από το 1947. Ο Μαρκεζίνης αποκάλυψε αργότερα ότι υπήρχαν δύο «λύσεις Παπάγου»: η «ελάσσων» τον ήθελε αρχιστράτηγο με πρωθυπουργό τον Σοφούλη και με την είσοδο στην κυβέρνηση του Μαρκεζίνη, «πολιτικού κηδεμόνα» του στρατηγού ήδη από το 1945. Η «μείζων» ήταν ο σχηματισμός κυβέρνησης Παπάγου με ισχυρό άνδρα τον Μαρκεζίνη: αν δεν έπαιρνε ψήφο εμπιστοσύνης από τη βουλή θα κυβερνούσε δικτατορικά με τη στήριξη του βασιλιά. Προς την τελευταία κατεύθυνση πίεζε και ο στρατός: ο ΙΔΕΑ προωθούσε μια «δυναμική κυβέρνηση» ενώ η ανώτατη ηγεσία του στρατού υπέβαλε υπόμνημα, όπου ασκούσε αυστηρή κριτική στους πολιτικούς και ζητούσε μια ισχυρή κυβέρνηση, που δεν θα την περισπούσαν οι κομματικοί ανταγωνισμοί (Μαργαρίτης. 2000, τ. Β’ σσ. 143-148).

Στη βάση των κινήσεων για επιβολή δικτατορίας βρισκόταν η αλλαγή των συσχετισμών κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου ανάμεσα στα τρία κέντρα εξουσίας: το στρατό, το παλάτι και την κυβέρνηση. Στις πολεμικές συνθήκες το βάρος του στρατού ενισχύθηκε ενώ είχε αποκτήσει απευθείας επαφή με τους Αμερικανούς. Η πραγματική εξουσία συγκεντρωνόταν όλο και περισσότερο στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους, καθιστώντας τις κυβερνήσεις και τη βουλή σχεδόν διακοσμητικές. Το παλάτι, πάλι, αναβάθμιζε διαρκώς τη θέση του· ο Παύλος, που διαδέχθηκε τον Γεώργιο τον Απρίλιο του 1947 και η Φρειδερίκη αποδείχθηκαν πιο δυναμικοί από τον προκάτοχο τους. Με επισκέψεις σε περιοχές χτυπημένες από τον πόλεμο και με έντονη δραστηριότητα στο πεδίο της πρόνοιας (παιδουπόλεις, «συμμοριόπληκτους» κ.λπ.) κατάφεραν να γίνουν πιο δημοφιλείς από τους πολιτικούς αρχηγούς.

Στο πρόσωπα του Παπάγου ο στρατός και το Στέμμα ταυτίζονταν και ο βασιλιάς υπολόγιζε σε μια επανάληψη της δικτατορίας του Μεταξά. Τον απέτρεψαν οι Αμερικανοί και οι Άγγλοι, που επέμειναν στη διατήρηση της κοινοβουλευτικής πρόσοψης του καθεστώτος. Βεβαίως και οι ΗΠΑ είχαν εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο δικτατορίας και είχαν δηλώσει στο βασιλιά ότι την αποδέχονταν ως τελευταία λύση. Ορισμένοι Αμερικανοί παράγοντες, μάλιστα, είχαν ενθαρρύνει το βασιλιά στα σχέδια του και χρειάστηκε να παρέμβουν τελευταία στιγμή ο Άγγλος και ο Αμερικανός πρέσβης για να τα εμποδίσουν. Στους επόμενους μήνες ο βασιλιάς δεν θα πάψει να επανέρχεται με νέες προτάσεις στους ξένους συμμάχους για επιβολή δικτατορίας.

Διέξοδος δόθηκε με την «ελάσσονα λύση Παπάγου». Στις 20 Ιανουαρίου 1949 ορκίστηκε η νέα κυβέρνηση Σοφούλη με αντιπρόεδρο τον Αλέξανδρο Διομήδη, παλαίμαχο βενιζελικό τραπεζίτη, και τη συμμετοχή του Τσαλδάρη, του Βενιζέλου, του Κανελλόπουλου και του Μαρκεζίνη· ο τελευταίος θα αποπεμφθεί τον Απρίλιο του 1949, μετά από ένα σκάνδαλο λαθρεμπορίου. Πρώτη ενέργεια της νέας κυβέρνησης ήταν η ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Παπάγο, με εκτεταμένες εξουσίες, που αυτονομούσαν σε μεγάλο βαθμό το στρατό από τον κυβερνητικό έλεγχο. Η κυβέρνηση παρέμεινε στα πλαίσια του Συντάγματος, όμως η κοινοβουλευτικότητά της μειώθηκε κι άλλο. Οι σημαντικές αποφάσεις παίρνονταν από το «Πολεμικό Συμβούλιο», που απαρτιζόταν από τους αρχηγούς των κομμάτων που συμμετείχαν στην κυβέρνηση: ο καθένας τους είχε από μία ψήφο, ανεξάρτητα από την κοινοβουλευτική δύναμη του κόμματος του. Επιπλέον η βουλή έκλεισε για 4 μήνες, αμέσως μόλις έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης.

Η κυβέρνηση αυτή θα φέρει εις πέρας τον Εμφύλιο – αλλά ο Σοφούλης δεν πρόλαβε να δει το τέλος του: πέθανε στις 24 Ιουνίου 1949 και αντικαταστάθηκε από τον Διομήδη.

Η κυβέρνηση Α. Διομήδη

Οι επιτυχίες του στρατού στα μέτωπα του πολέμου είχαν ισχυρές παρενέργειες στην πολιτικά. Πολλοί, στα ανώτερα κλιμάκια της εξουσίας, ήσαν εκείνοι που πίστευαν ότι η νίκη ήλθε χάρη στη στιβαρή καθοδήγηση του στρατού – για την ακρίβεια του αρχιστρατήγου Αλέξανδρου Παπάγου – η οποία ερχόταν σε αντίθεση με την κυβερνητική υποτονικότητα ή και απραξία. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, η σταθεροποίηση του μεταπολεμικού καθεστώτος θα γινόταν ασφαλέστερα με ένα κάποιο είδος περιορισμού της ασυδοσίας των πολιτικών και μία σταθερή καθοδήγηση, ίσως και από τον ίδιο τον Παπάγο. Για την αποφυγή αυτής της προοπτικής έγιναν, το Δεκέμβριο του 1949, αποφασιστικές παρεμβάσεις, τόσο από τον πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Ελλάδα Χένρυ Γκραίηντυ όσο και από τον, επί σειρά ετών, πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Αθήνα και νυν υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μακ Γκυ. Οι τελευταίοι, αφού έσπευσαν να προκαθορίσουν την επικείμενη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών, τόνισαν σε όλους τους τόνους την προσήλωση της χώρας τους στην κοινοβουλευτική λειτουργία της ελληνικής πολιτικής ζωής.

Οι προαναγγελθείσες εκλογές έγιναν στις 5 Μαρτίου του 1950. Σε σχέση με το 1946, υπήρξε μία εντυπωσιακό μεταβολή των τάσεων. Το Κόμμα των Λαϊκών, που κυριάρχησε στις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές-τέσσερα χρόνια νωρίτερα – όπου κατέβηκε ως ΗΠΕ (Ηνωμένη Παράταξις Εθνικοφρόνων) και πήρε το 55.1 % των ψήφων, περιορίστηκε τώρα στο 18,8%. Αυτή η πτώση οφειλόταν στην παρουσία πολιτικών χώρων που δεν πήραν μέρος στις εκλογές του 1946-η Δημοκρατική Παράταξις που πήρε 9.7% των ψήφων και ίσως η ΕΠΕΚ που πήρε το 16,44% θα μπορούσαν να ενταχθούν σε αυτή την κατηγορία – αλλά και σε μία γενικότερη μεταστροφή του εκλογικού σώματος σε πολιτικούς χώρους που δεν ευθύνονταν για το παρακράτος και τις συμμορίες του, που βρίσκονταν στις απαρχές του Εμφυλίου Πολέμου.

[Αναδημοσίευση από τον τόμο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, τομ. 8ος, 2003, σελ. 221-230.]

Advertisements

Ερείπια του παλαιού, αναδύσεις του νέου

Αύγουστος 31, 2013

Από την αρχή της ελληνικής κρίσης, το 2009, και πολύ περισσότερο από την αναγγελία εισόδου στο πρώτο μνημόνιο, ήταν σαφές ότι η πολιτική γεωγραφία, όπως λίγο πολύ παρέμενε σταθερή από τη δεκαετία ‘80, θα άλλαζε βαθιά και διαρκώς. Σε κανένα κράτος υπό τη δοκιμασία της χρεοκοπίας και των προγραμμάτων του ΔΝΤ το πολιτικό σύστημα δεν παρέμεινε αλώβητο· αντιθέτως, πρόσωπα και δυνάμεις που οδηγούν μια χώρα στην οδυνηρή επιτήρηση είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν από το προσκήνιο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Αυτή η τεκτονική μετατόπιση συμβαίνει ήδη και στην Ελλάδα, παρότι δεν έχει ολοκληρωθεί. Το πολιτικό σκηνικό του φθινοπώρου 2009, μετά τις τελευταίες προμνημονιακές εκλογές, παρουσιάζει ελάχιστα κοινά τυπικά χαρακτηριστικά με το σημερινό. Εν τω μεταξύ, στη διαρρεύσασα τετραετία, έχουν συμβεί πρωτογανή γεγονότα: ο εκλεγμένος πρωθυπουργός του πρώτου μνημονίου απεπέμφθη και ο υπουργός του επί των Οικονομικών σύρεται κατηγορούμενος για κακούργημα. Ενας τραπεζίτης αναγορεύθηκε πρωθυπουργός και υπέγραψε το δεύτερο μνημόνιο. Το κεντροαριστερό κόμμα που σφράγισε τη μεταπολίτευση και έβαλε τη χώρα σε καθεστώς επιτήρησης κατέρρευσε. Ενα ακροδεξιό κόμμα συνήργησε στο μνημόνιο και εξαερώθηκε. Ενα άλλο ακροδεξιό μόρφωμα, με νεοναζιστικούς χαρακτήρες και αντισυστημική ρητορική, εκτοξεύθηκε από το πουθενά και διεκδικεί την τρίτη θέση. Ο ηγέτης της μείζονος αντιπολίτευσης, που αντιτάχθηκε στο πρώτο μνημόνιο, υπέγραψε το δεύτερο και το τρίτο και εφάρμοσε πολτική εκ διαμέτρου αντίθετη προς τις διακηρύξεις του, όταν έγινε πρωθυπουργός. Τέλος, ένα μικρό αριστερό κόμμα, κινούμενο ιστορικά μεταξύ 3%-5,5%, απογειώθηκε στη στρατόσφαιρα του 27% και του ουσιαστικού ρυθμιστή των εξελίξεων εφεξής.

Οι αλλαγές δεν σταματούν εδώ. Στο ρευστό παρόν, πέραν της υπό διαμόρφωσιν πολιτικής γεωγραφίας, διακρίνουμε ήδη μείζονες μετασχηματισμούς στο κοινωνικό ανάγλυφο, δηλαδή στην ταξική διάρθρωση, και στις συλλογικές αναπαραστάσεις, στις συμπεριφορές και στις ιδέες. Το υλικό, κοινωνικό και διανοητικό σοκ της χρεοκοπίας και της φτώχιας διαμορφώνει νέες συσσωματώσεις, νέα συλλογικά και ατομικά υποκείμενα, με τέτοια σφοδρότητα και ταχύτητα που δεν είχαμε υποψιαστεί στην Ελλάδα τον τελευταίο μισό αιώνα. Τόσο που, στο πολιτικό επίπεδο, μπορούμε να μιλάμε για νέα δεξιά και νέα αριστερά, σε αντιπαραβολή με την έως πρόσφατα παλαιά δεξιά και αριστερά.

Θα αποτολμήσουμε να περιγράψουμε αδρά μερικά χαρακτηριστικά του αναδυόμενου τοπίου, σε σύγκριση με τους χαρακτήρες του παλαιού.

Η παλαιά δεξιά, επηρεασμένη βαθιά από τον καραμανλισμό της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου («σοσιαλμανία» και ευρείες κρατικοποιήσεις), σταδιακά προσέγγισε και τον κεντρώο χώρο, όπως και τον φιλελεύθερο-νεοφιλελεύθερο. Η νεοφιλελεύθερη στροφή, υπό τον αστερισμό του θατσερισμού, επιχειρήθηκε από τον Κων. Μητσοτάκη στο κυβερνητικό διάλειμμα του ‘90. Η κεντρώα στροφή της λαϊκής δεξιάς ολοκληρώθηκε υπό την ηγεσία τον Κώστα Καραμανλή. Ηδη όμως από τη δεκαετία ‘90, η νοοτροπία των στελεχών της δεξιάς επηρεάζεται από τον κυβερνητισμό και τη συμπαγή κομματική οργάνωση του αντιπάλου του, του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ. Μετά το 2004, και ιδίως μετά το 2007, η τυπική δεξιά παρουσιάζεται κουρασμένη, χωρίς νέα πρόσωπα και νέες ιδέες, στηριζόμενη στην περιστασιακή, μεγαλύτερη ή μικρότερη, ακτινοβολία του ηγέτη της παράταξης.

Η κρίση μεταμορφώνει δραστικά τη δεξιά. Η χρεοκοπία, τα μνημόνια και η συνακόλουθη εξαθλίωση των λαϊκών στρωμάτων και των μικρομεσαίων, απομακρύνουν μεγάλα μέρη της εκλογικής πελατείας. Ταυτόχρονα, οι νεοφιλελεύθερες δοξασίες, εφαρμοζόμενες από την ξένη επιτροπεία, καθίστανται απεχθείς για τις μάζες. Τα πληγέντα στρώματα, που ακολουθουσαν τη δεξιά, είτε ως πελάτες είτε από οικογενειακή παράδοση, αποκολλώνται ψυχικά και σκορπίζουν. Παρά τη στροφή της πληγείσας ΝΔ προς τον σκληρό λόγο και την απορρόφηση ακροδεξιών από τον ΛΑΟΣ, ένα σημαντικό μέρος ψηφοφόρων καταφεύγει στον οιονεί αντισυστημικό, υπερεθνικιστικό, λαϊκιστικό και βάναυσο λόγο της Χρυσής Αυγής. Υπό αυτή την έννοια, η παλαιά ΝΔ και η νέα ΧΑ είναι όμορες και ανταγωνιστικές εντός του ευρύτερου δεξιού πλαισίου.

Αξιοσημείωτο: η νυν ΝΔ διατηρείται ενιαία μόνον λόγω της συγκολλώσας κυβερνητικής εξουσίας. Κατά τα άλλα, εφόσον η κατάσταση οξύνεται, θα αποκαλύπτονται οι τώρα λανθάνουσες φυγόκεντρες τάσεις: οι σαμαρικοί της σκληρής λαϊκής δεξιάς, οι καραμανλικοί κεντροδεξιοί, οι νεοφιλελεύθεροι, οι ακροδεξιοί.

Στα μήντια, συμβατικά και δικτυακά, η δεξιά εκφράζεται με ισχυρή φωνή κυρίως μέσω των νεοδεξιών, οι οποίοι προέρχονται από μη τυπικούς δεξιούς χώρους· κυρίως από την πρώην εκσυγχρονιστική κεντροαριστερά, το ερειπιώδες ΠΑΣΟΚ του Β. Βενιζέλου, φιλελεύθερους και νεοφιλελεύθερους των μικροσκοπικών μορφωμάτων, αλλά και αρκετούς πρώην αριστερούς. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της φωνής είναι η επιθετική ρητορική της καθολικής ευθύνης ή της συνευθύνης, και ένα κράμα ηθικολογίας και οικονομισμού.

Η αριστερά έχει υποστεί κι αυτή βαθιές μεταμορφώσεις. Η παλαιά ήταν κατά βάσιν ηττοπαθής, περιχαρακωμένη, αναχρονιστική, εκφραζόμενη ως τέτοια από το ΚΚΕ έως και σήμερα. Η σοσιαλδημοκρατία, στην επικρατήσασα ελληνική εκδοχή της, ήταν μαζική, νικήτρια, συμπαγής, λαϊκιστική, πελατειακή και συντεχνιακή, εντέλει διεφθαρμένη. Τώρα πλέον δεν υπάρχει.

Ο τελευταίος, μικρότερος παίκτης της ευρύτερης παλαιάς αριστεράς, ο πρώην Συνασπισμός, είναι αυτός που άλλαξε πιο θεαματικά από οποιονδήποτε πολιτικό σχηματισμό. Ο μικρός ΣΥΝ καρδιοχτυπούσε να μπει στη Βουλή, ήταν μια περίπου λέσχη μοιρασμένη ανάμεσα στον δικαιωματισμό και έναν αντιπαγκοσμιοποιητικό κινηματισμό, ταλαντευόμενος επίσης ανάμεσα στον φετιχιστικό ευρωπαϊσμό και τον εγγενή συντηρητισμό της πρωην ΕΑΡ, αφενός, και τις παλαιοαριστερές καθηλώσεις των κουκουεδογενών, αφετέρου. Κοινωνικά και ανθρωπολογικά, η παλαιά αριστερά ήταν συμμαζεμένη και υστερόβουλη, λεηλατημένη πολιτικά αλλά και βολεμένη εντός του κοινωνικού συμβολαίου του ΠΑΣΟΚ. Η περιλάλητη πνευματική ηγεμονία της είναι μάλλον για γέλια.

Η νεά αριστερά όπως την ανέδειξε η τεκτονική κρίση έχει διαφοριστεί σε πολύ σύντομο χρόνο. Είναι επιθετική και αυθάδης, με σχετική αυτοπεποίθηση, είναι ηγεμονική αλλά και σαστισμένη, υπό το βάρος της ιστορικής ευθύνης και με τη διεθνή κοινή γνώμη στραμμένη πάνω της. Η αναδυόμενη μαζική αριστερά φέρει την απόγνωση της κρίσης και της υλικής εξαθλίωσης, υποφέρει και αυτή από τη σύγχυση των καινοφανών προκλήσεων, δεν διαθέτει νέα διανοητικά εργαλεία, αλλά πολιτικά για πρώτη φορά καταφέρνει να είναι πιο ανοιχτά λαϊκή, συχνά και λαϊκιστική. Υπάρχουν κι εδώ πολύς οπορτουνισμός, υστεροβουλία, εξουσιομανία. Ελάχιστες νέες ιδέες. Τα πιο νεανικά της τμήματα είναι τα πιο μοντέρνα, ανοιχτά στη νέα γνώση, τα νέα μέσα και τον κοσμοπολιτισμό· αυτά συμπεριφέρονται πλουραλιστικά επιθετικά στα κοινωνικά δίκτυα, αποκόπτουν εαυτούς από τη σταλινική παράδοση και ταυτόχρονα βδελύσσονται την παλαιά σοσιαλδημοκρατία, ιδίως τον εκσυγχρονισμό που βούλιαξε στη διαφθορα και την χρεοκοπία.

Κι ακόμη δεν έχουμε δει τίποτε.

[Toυ Ν. Ξυδάκη, αναδημοσίευση από vlemma.wordpress.com, 31/8/13]

Ο Σαμαράς στην κυβέρνηση, η Ακροδεξιά στην εξουσία

Αύγουστος 29, 2013

Είναι γνωστό σε όλους ότι ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος στην πορεία της πολιτικής του καριέρας απέκτησε το παρατσούκλι «Κομανέτσι» εξαιτίας των συνεχών κυβιστήσεων, προτού αποκτήσει το προφίλ του «φιλοευρωπαίου» πολιτικού, του δήθεν εγγυητή της παραμονής της χώρας στο ευρώ, πριν γίνει πρωθυπουργός και δηλώσει πλήρη υποταγή στο Βερολίνο, πριν συλλάβει την ιδέα της συγκρότησης «φιλοευρωπαϊκού» κόμματος εξαιτίας της επικείμενης ολοκληρωτικής κατάρρευσης της Νέας Δημοκρατίας, ήταν γνωστός για τις εθνικιστικές και εξόχως συντηρητικές του θέσεις.

Η έλευση του Αντώνη Σαμαρά στην πρωθυπουργία, έφερε στο Μέγαρο Μαξίμου, δηλαδή στο σύστημα διακυβέρνησης, αλλά και στη Νέα Δημοκρατία, σε ένα κόμμα που προσπάθησε επί χρόνια να αγκαλιάσει το Μεσαίο Χώρο, έναν κύκλο ανθρώπων οι οποίοι προέρχονται από την άκρα δεξιά και αναζητούν, αν και υποταγμένοι στα κελεύσματα του γερμανικού πολιτικού παράγοντα, τη ρεβάνς για τη μακρόχρονη περιθωριοποίησή τους.

Σύλληψη Φαύλου το '88

Σύλληψη Φαύλου το ’88


Ας τα δούμε όλα ένα – ένα.

Η έλευση του Αντώνη Σαμαρά στην αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας πέραν του αυτοσκοπού του ίδιου να γίνει πρωθυπουργός με κάθε τίμημα, σηματοδότησε σε πρώτη φάση την μεταβολή του κόμματος από πολιτικό φορέα του μεσαίου χώρου, σε πολιτικό μόρφωμα με εμφυλιοπολεμικές αναφορές. Όπως υποστηρίζουν πολλοί σήμερα: «Η Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά, εκτός από μία αντιγραφή της Πολιτικής Άνοιξης, αποτελεί απομίμηση της Δεξιάς του 1950». Πέραν τούτου, ο κύκλος που βρίσκεται γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά, πάντοτε επιδιώκοντας την ρεβάνς για την αντιπαράθεση με τον Κώστα Μητσοτάκη, είχε θέσει, από τον Νοέμβριο του 2009, ως αντικειμενικό σκοπό να μετατρέψει τη Νέα Δημοκρατία σε Πολιτική Άνοιξη. Στις εκλογές της 6ης Μαΐου περίπου το κατάφερε, αν και η Νέα Δημοκρατία έλαβε λίγο μεγαλύτερα ποσοστά από εκείνα της Πολιτικής Άνοιξης, αλλά αυτό είναι κάτι το οποίο θα αναλύσουμε σε άλλο κεφάλαιο της ιστορίας. Βέβαια είναι σε όλους γνωστό, ότι η δυναμική του ονόματος του Αντώνη Σαμαρά, δεν λέει τίποτα από μόνη της. Χωρίς την ασφάλεια του Νεοδημοκρατικού μηχανισμού, το περίπου 18%, το οποίο έλαβε η Νέα Δημοκρατία στις εκλογές της 6ης Μαΐου θα αποτελούσε άπιαστο όνειρο, αλλά και αυτό είναι άλλη ιστορία.

Η καμπάνια της Νέας Δημοκρατίας προεκλογικά επιχείρησε να προσδώσει εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά στην αντιπαράθεση εκείνης της περιόδου, πριν από τις εκλογές της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου. Από το επικοινωνιακό επιτελείο της Συγγρού διοχετεύτηκε σε συγκεκριμένα ΜΜΕ ο ανιστόρητος διαχωρισμός των πολιτικών δυνάμεων ως εξής: Από τη μία οι πολιτικές δυνάμεις οι οποίες θέλουν να μας διατηρήσουν στο ευρώ και από την άλλη οι πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες θέλουν να μετατρέψουν την Ελλάδα σε Αλβανία του Χότζα. Μέχρι και για «ανατολικό μπλοκ» γράφτηκε εκείνη την περίοδο.

Πρόσφατα η Νέα Δημοκρατία επανήλθε με νέα «εμφυλιοπολεμική» ανακοίνωση στην οποία με εντελώς ανιστόρητο τρόπο παραλλήλισε τα μέλη της νεολαίας του Συνασπισμού και τους βουλευτές τους ΣΥΡΙΖΑ με τους κουκολοφόρους της Κατοχής. Ξέχασαν οι προφέσορες της Πολιτικής Άνοιξης … δηλαδή της Νέας Δημοκρατίας ότι οι συνεργάτες των Γερμανών, οι δωσίλογοι και οι Ταγματασφαλίτες προέρχονταν από τη Δεξιά, αλλά και ενσωματώθηκαν στη Δεξιά πριν και μετά τον εμφύλιο. Επίσης προσπάθησε το επικοινωνιακό επιτελείο της Νέας Δημοκρατίας, το οποίο εμπνέεται από το μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς, να παρουσιάσει τους μαθητές, τους φοιτητές, τους εργαζόμενους και τα τμήματα εκείνα του εργαζόμενου ελληνικού λαού ως αιμοσταγείς κουκουλοφόρους, μόνο και μόνο επειδή συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις στις κινητοποιήσεις κατακραυγής της δολοφονίας από τον Ειδικό Φρουρό του μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου τον Δεκέμβρη του 2008 και αντίθεσης στην βίαιη κρατική καταστολή.

Δίκαια ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Πάνος Σκουρλέτης δήλωσε πρόσφατα ότι «Ο Αντώνης Σαμαράς είναι επικεφαλής μίας Δράκας ακροδεξιών». Εξάλλου προεκλογικά, στο πλαίσιο της πανστρατιάς των γερμανόφιλων πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα, ο Αντώνης Σαμαράς απηύθυνε προσκλητήριο στα στελέχη της ακροδεξιάς στην Ελλάδα και ενσωμάτωσε στο κόμμα του κάποια από αυτά, όπως τον Μάκη Βορίδη (πρώην επικεφαλής της νεολαίας της χουντικής ΕΠΕΝ), τον Άδωνι Γεωργιάδη και τον Θανάση Πλεύρη, οι οποίοι εγκατέλειψαν το ΛΑ.Ο.Σ. περίπου με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο διαλύονται σήμερα οι Ανεξάρτητοι Έλληνες. Τυχαίο; Τίποτα δεν είναι τυχαίο;

Δίκτυο 21

Το 1997 ένα νέο think tank, ακροδεξιών πεποιθήσεων είχε κάνει την εμφάνισή του στα πράγματα. Το Δίκτυο 21, το οποίο αντιμετωπίστηκε από την αρχή ως μία γραφική περίπτωση, είχε ιδρυθεί με στόχο «την πατριωτική αφύπνιση των Ελλήνων». Επίσης επεδίωκε «να μετατρέψει τους παθητικούς υπηκόους σε ελεύθερα πρόσωπα, σύμφωνα με τις καλύτερες παραδόσεις του Ελληνισμού και το πνευματικό υπόδειγμα της Ορθοδοξίας».

Το Δίκτυο 21, το οποίο είχε εμπλακεί στην υπόθεση Οτσαλάν δημιουργώντας κινδύνους για τη χώρα, βρέθηκε αργότερα στο πλευρό του Αντώνη Σαμαρά, τόσο την περίοδο, που εκείνος διένυε την πολιτική του έρημο, όσο και αργότερα κατά τη διάρκεια της μάχης για τη διαδοχή του Κώστα Καραμανλή στη Νέα Δημοκρατία, με την Ντόρα Μπακογιάννη. Ποτέ, λοιπόν, μην λες ποτέ.

Ποιοι στενοί συνεργάτες του Αντώνη Σαμαρά συμμετείχαν στο Δίκτυο 21;

Πρώτος και καλύτερος ο στενότερός του συνεργάτης, ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, ο οποίος έχει περάσει από όλους σχεδόν τους πολιτικούς χώρους, μέχρι να κατασταλάξει στην … ιδεολογία του Μεγάρου Μαξίμου. Κάπως έτσι δεν ήταν λίγοι εκείνοι, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι ο το Δίκτυο 21 άλωσε τη Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά. Άλλος ένας προερχόμενος από το ακροδεξιό Δίκτυο 21, το οποίο εφόρμησε και κατέλαβε τη Νέα Δημοκρατία ήταν ο πρώην Νομάρχης Ροδόπης Διονύσης Καραχάλιος, ο οποίος στο παρελθόν είχε κατηγορηθεί για εχθρική στάση απέναντι στην μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Και φυσικά, ένα ακόμη πρόσωπο, πολύ κοντά στον Αντώνη Σαμαρά, προερχόμενο από τις ακροδεξιές γκρούπες όπως το Δίκτυο 21, δεν είναι άλλος από τον Φαήλο Κρανιδιώτη.

Ιδού τα όσα αποκαλυπτικά γράφει η εφημερίδα Η ΑΥΓΉ στις 4 Ιουλίου 2010 για την σχέση του ακροδεξιού Δικτύου 21 με τον Αντώνη Σαμαρά:

Μπορούν μερικά “παραλειπόμενα” ενός συνεδρίου να είναι ενδεικτικά τού τι συμβαίνει σε ένα κόμμα; Τι σημαίνει, φερ’ ειπείν, να κάθονται στις πρώτες σειρές του Τάε Κβον Ντο οι γνωστοί “εθνοπατριώτες” Γ. Καραμπελιάς και Κ. Ζουράρις; Ή τι σηματοδοτεί να είναι υποψήφιος για την Πολιτική Επιτροπή ο πρόεδρος του ακροδεξιού “Δικτύου 21”, Φ. Κρανιδιώτης; Στην περίπτωση της “νέας Ν.Δ.”, αυτές οι “λεπτομέρειες” είναι απολύτως ενδεικτικές.

Άλλωστε, ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες…

Στελέχη της ακροδεξιάς οργάνωσης με «θεσμικές» ιδιότητες στη Ν.Δ.

Οι εκλεκτικές (και ιδεολογικές…) “συγγένειες” του Αντ. Σαμαρά με το “Δίκτυο 21” ξεκινούν από την εποχή που ο ίδιος χαρακτηρίζει ως “πολιτική έρημο”, επειδή ήταν εκτός πολιτικής. Όταν, το 1997, το “αφάν γκατέ” της ακροδεξιάς διανόησης (Νεοκ. Σαρρής, Σαρ. Καργάκος, Κ. Ζουράρις, Αλ. Λυκουρέζος, Αγγ. Συρίγος) συνέστηναν την εν λόγω εθνικιστική οργάνωση, ο Αντ. Σαμαράς χαιρέτιζε την ίδρυσή της ως “πολυσήμαντο γεγονός”. Τα ίδια τα μέλη του “Δικτύου 21” έκαναν λόγο για… “νέα Φιλική Εταιρεία”.

Παρακράτος

Το “Δίκτυο 21” ιδρύθηκε με σκοπούς “την πατριωτική αφύπνιση των Ελλήνων”, ώστε “να μετατρέψει τους παθητικούς υπηκόους σε ελεύθερα πρόσωπα, σύμφωνα με τις καλύτερες παραδόσεις του Ελληνισμού και το πνευματικό υπόδειγμα της Ορθοδοξίας”. Θα μπορούσε να παραμείνει άλλο ένα περιθωριακό, παρακμιακό ακροδεξιό “think tank”, στα μονόστηλα της δημόσιας ζωής. Ωστόσο, “απογειώθηκε” με την υπόθεση Οτσαλάν, καθώς πολλοί έκαναν λόγο για “παρακρατικές δραστηριότητες”. Ο ίδιος ο τότε πρωθυπουργός, Κ. Σημίτης, αναφερόμενος στα πρόσωπα που βοήθησαν τον Οτσαλάν να έρθει κρυφά και παράνομα στη χώρα, είχε τονίσει: “Αποτελούν μέρος του παράλληλου κράτους και θα αντιμετωπιστούν ως παρακράτος”.

Η δικαστική διένεξη του δικηγόρου του Οτσαλάν, Φ. Κρανιδιώτη, με τους δημοσιογράφους Ν. Λιοναράκη και Μ. Βασιλάκη είχε κρατήσει χρόνια και έτσι το “Δίκτυο 21” παρέμενε στον αφρό της επικαιρότητας. Μάλιστα, στελέχη του, με αρθρογραφία τους, επέκριναν τον Κ. Καραμανλή για τη θετική δήλωση που έκανε στον θάνατο του Χ. Φλωράκη, ζητούσαν “αποκατάσταση του κύρους των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας” και ζητούσαν επίσης παρέμβαση “των αρμοδίων” στο Χόλιγουντ, ώστε να… μην παραχαράσσεται η ιστορία του Μ. Αλεξάνδρου! ΄

Ολική επαναφορά

Έκτοτε, το “Δίκτυο 21” είναι άφαντο. Αυτό, όμως, δεν ισχύει για τους πρωταγωνιστές του, καθώς κάποιοι εξ αυτών -και, κυρίως, οι ιδέες τους- έχουν… μετακομίσει στη Ρηγίλλης, στα κεντρικά γραφεία της Ν.Δ. Στην κούρσα διαδοχής Καραμανλή, τα στελέχη του Δικτύου είχαν στηρίξει τον Αντ. Σαμαρά, καθώς είναι γνωστό ότι ο νυν πρόεδρος της Ν.Δ. είχε προνομιακές σχέσεις με ορισμένους εξ αυτών. Μετά την επικράτησή του, ο Μεσσήνιος απέδειξε ότι δεν ξεχνά τους φίλους του. Γραφείο στη Ρηγίλλης έχει ο σύμβουλος του Αντ. Σαμαρά (και ιδρυτικό μέλος του Δικτύου), Χρ. Λαζαρίδης, ενώ επικεφαλής της Γραμματείας Σχέσεων Κοινωνίας-Κόμματος της Ν.Δ. είναι ο πρώην αντιπρόεδρος του “Δικτύου 21”, Διον. Καραχάλιος. Αναπληρωτής γραμματέας Διεθνών Σχέσεων της Ν.Δ. είναι ο Στ. Αγιάσογλου, πρώην μέλος του Δ.Σ. της οργάνωσης. Προνομιακός συνομιλητής του προέδρου της Ν.Δ. είναι, σύμφωνα με πληροφορίες, και ο Φ. Κρανιδιώτης. Μάλιστα, το γεγονός ότι δεν εξελέγη στην Πολιτική Επιτροπή δεν συνιστά αποτυχία της “προεδρικής γραμμής”. Εξακριβωμένες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο ίδιος ο Αντ. Σαμαράς αποφάσισε, κατόπιν πιέσεων “σαμαρικών” στελεχών, να… κρατήσει τα προσχήματα. Πάντως, σε άρθρο του στις 23 Μαΐου, ο Φ. Κρανιδιώτης τονίζει: “Μη νομίζετε ότι ο Σαμαράς είναι κανένα παιδάκι, κανένα άβουλο επικοινωνιακό προϊόν που τον άγουν και τον φέρουν οι ‘σύμβουλοί’ του. Ο πιο σαμαρικός από όλους είναι ο ίδιος ο Σαμαράς. Ακόμη και ο Χρύσανθος (σ.σ. Λαζαρίδης) τρέχει να τον προλάβει. Εκείνος εμπνέει και επηρεάζει εμάς κι όχι εμείς αυτόν”. Και μάλλον έχει δίκιο.

Ο Φαήλος Κρανιδιώτης

Ο Φαήλος Κρανιδιώτης, ο οποίος απέτυχε στις πρόσφατες εκλογές να εκλεγεί με τη Νέα Δημοκρατία, εκτός του ότι αποτελεί έναν από τους στενότερους συνεργάτες του Αντώνη Σαμαρά, διαπρέπει μέσω της αρθρογραφίας του στον τομέα των εμφυλιοπολεμικών παραληρημάτων. Θεωρείται από πολλούς, ως βασικός γεφυροποιός της ετοιμόρροπης Νέας Δημοκρατίας, με την Άκρα Δεξιά. Μιλιταριστής, θρησκόπληκτος και αντικομμουνιστής, δεν δίστασε πρόσφατα να εισηγηθεί τη συνεργασία της Νέας Δημοκρατίας με τμήμα της Χρυσής Αυγής φανερώνοντας … κρυφές (;) πτυχές των ιδεοληψιών του.

Όμως, όπως μαθαίνουμε από παλαιότερα δημοσιεύματα, ο Φαήλος Κρανιδιώτης, ο οποίος στις 3 Μαΐου 1988 είχε συλληφθεί διότι είχε πετάξει το στεφάνι, το οποίο είχε καταθέσει στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη ο τότε δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης, είχε διαπρέψει σε συναντήσεις με διάφορες παράγοντες της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ).

Αντιγράφουμε από τον Ιό της Ελευθεροτυπίας και από σχετική έρευνα, η οποία είχε δημοσιευθεί την 1η Απριλίου 2000:

«Ο Φαήλος Κρανιδιώτης (στέλεχος του Δικτύου, του κόμματος Σαμαρά, γνωστός από χρόνια με τον Σάββα Καλεντερίδη, συναγωνιστής του Αντ. Ναξάκη -μαζί είχαν πετάξει το στεφάνι του δημάρχου Κωνσταντινούπολης στον Άγνωστο Στρατιώτη στις 3/5/1988-, φίλος από τα φοιτητικά του χρόνια με τον Μιχ. Χαραλαμπίδη και εκ των εμπίστων δικηγόρων του ΕRNK-ΡΚΚ), εμφανίζεται στο πλάι του κ. Λυκουρέζου να εξηγεί καταλεπτώς την «εθνική προδοσία». Λυκουρέζος και Κρανιδιώτης είχαν επαφές και συναντήσεις με τον αρχηγό της ΕΥΠ, τους υπουργούς και τους βουλευτές που όφειλαν να προστατέψουν τον κ. Οτσαλάν. Όσο κι αν ο πρωθυπουργός και άλλα κυβερνητικά στελέχη μιλούν για «παρακράτος», «εξωθεσμικούς παράγοντες» και «εσμό υπερπατριωτών» που έφεραν τη χώρα σε δεινή θέση, τα στοιχεία που έρχονται στην επιφάνεια αποκαλύπτουν το βάθος της εμπλοκής των ελληνικών μυστικών (και άλλων) υπηρεσιών με το ΡΚΚ και τους «ιδιώτες». Πολλά για την υπόθεση είπε ο ίδιος ο αρχηγός του ΡΚΚ στο Ιμραλί και δεν νομίζουμε ότι φταίνε τα «ειδικά φάρμακα» για τις ενδιαφέρουσες εξομολογήσεις του. Η περίοδος, επομένως, της υποστήριξης του «εχθρού του εχθρού μας» Οτσαλάν, κλείνει, περίπου όπως τέλειωσε και η περίφημη πρόταση Σαμαρά (και πολλών άλλων) για τον «διαμελισμό των Σκοπίων». Κανείς δεν θα μάθει ποτέ ούτε για δίκτυα, ούτε για μυστικά «εθνικά κονδύλια». Το ίδιο το «Δίκτυο 21» περιορίζεται σε μισόλογα. Τα μέλη του, λέει, έδρασαν οικεία βουλήσει. Αντί να δώσει εξηγήσεις προτιμά τα «θούρια»: «Αντίσταση παντού: Στο Αιγαίο, στην Κύπρο, στη Θράκη». «Επί τρία χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων, αντί να θωρακιζόμαστε πυρετωδώς έναντι της Τουρκίας, καθυστερούμε την αμυντική μας θωράκιση και αποθαρρύνουμε τους εξοπλισμούς της Κύπρου» (1/3/1999). Η χρήση του πρώτου πληθυντικού, ήταν πάντοτε το τέχνασμα όλων των εμπόρων πατριωτισμού».

Ο Αντώνης Σαμαράς και ο Μελιγαλάς

Ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος για λόγους πολιτικής διάσωσης μάλλον, παριστάνει σήμερα τον «φιλοευρωπαίο» και σχεδιάζει να ηγηθεί του γερμανόφιλου πολιτικού φορέα … διάσωσης του αστικού πολιτικού συστήματος, στο παρελθόν προανήγγειλε τη συμμετοχή του στις εκδηλώσεις μίσους και απόδοσης τιμής στα προδοτικά Τάγματα Ασφαλείας τα οποία είχαν δράσει σε βάρος του ελληνικού λαού κατά την περίοδο της Κατοχής.

Ορίστε τι αποκάλυψε στις 11 Σεπτεμβρίου του 2005 ο «Ιός» στην έρευνά του με τίτλο «Η μαύρη εθνική πηγάδα»:

«Από κοντά και η Ν.Δ., που βλέπει το μνημόσυνο του 1982 ως τη δέουσα απάντηση στην επίσημη αναγνώριση της εαμικής Αντίστασης. Ο νεαρός βουλευτής Αντώνης Σαμαράς ανακοινώνει π.χ. με ειδικό δελτίο τύπου την έλευσή του «για να παραστεί στο Μνημόσυνο των σφαγιασθέντων από τους εαμοκομμουνιστές» («Ελευθερία» 18.9.82). Σταδιακά, ωστόσο, η λογική του «μεσαίου χώρου» επικρατεί και τα φερέλπιδα στελέχη αποφεύγουν πια να δίνουν το παρών».

Να φανταστεί κανείς, ότι ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος έχει δηλώσει πρόσφατα ότι «Βρίσκομαι απέναντι στα δύο άκρα», έχει δώσει το γενικό πρόσταγμα για την ανάπτυξη της γελοίας θεωρίας των δύο άκρων. Και είναι εκείνος, ο οποίος συμμετείχε σε εκείνες τις γιορτές μίσους, στις οποίες συμμετέχει σήμερα η ναζιστική Χρυσή Αυγή και θέλει, αν έρθει ποτέ στην κυβέρνηση, να τις μετατρέψει σε εθνικές εορτές.

Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι ο Παναγιώτης Ψωμιάδης, τον οποίο ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς είχε ορίσει ως υπεύθυνο για την προεκλογική εκστρατεία της Νέας Δημοκρατίας στη Μακεδονία το περασμένο καλοκαίρι, είχε βαφτίσει τη Χρυσή Αυγή, ως αδελφό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Αντώνης Σαμαράς και επικοινωνία με το Θεό

Ο σημερινός πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς είχε πάντοτε έναν μαγικό τρόπο να συνδέει την θρησκοληψία με την πολιτική. Πρόσφατα προχώρησε ένα βήμα παραπάνω. «Αποκάλυψε» στον ελληνικό λαό ότι συνομιλεί με τον Θεό. Αν η περίοδος για την χρεοκοπημένη ελληνική οικονομία δεν ήταν τόσο κρίσιμη, τότε είναι βέβαιο, ότι η πλειοψηφία του ελληνικού Τύπου θα έκανε λόγο για τραγέλαφο.

Σε συνέντευξή του στον οικονομικό ταχυδρόμο τον Απρίλιο του 1989 ο Αντώνης Σαμαράς δήλωνε: «Οι εκλογές είναι για τη Δημοκρατία, ότι η λειτουργία για την Εκκλησία». Μπορεί τα χρόνια από εκείνη τη δήλωση να έχουν περάσει, αλλά ο Αντώνης Σαμαράς πάντοτε πιστεύει, άγνωστο πως, ότι έχει το χάρισμα της επικοινωνίας με τον Θεό.

Τον Ιανουάριο του 2012, ο Αντώνης Σαμαράς είχε επισκεφθεί επίσημα τη Ρωσία, δήθεν για να αναθερμάνει τις σχέσεις Αθήνας – Μόσχας, οι οποίες είναι αλήθεια ότι είχαν ψυχρανθεί επί πρωθυπουργίας Γιώργου Παπανδρέου. Καθώς προοριζόταν ως επικεφαλής γερμανόφιλης κυβέρνησης στην Ελλάδα, ο Αντώνης Σαμαράς δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει συζητήσεις επί της ουσίας, ούτε βέβαια να συνεχίσει το δήθεν φλέρτ. Μάλιστα, όπως είναι σε θέση να γνωρίζει το Periodista, η κίνηση του Αντώνη Σαμαρά να επισκεφθεί την Ρωσία με στόχο να αποκαταστήσει τις προσπάθειες του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή για τη δημιουργία ελληνορωσικής στρατηγικής σχέσης, προκάλεσαν έντονα τη δυσφορία της Ουάσιγκτον. Ο Αντώνης Σαμαράς περιορίστηκε στο να χρησιμοποιήσει αποκλειστικά ως όχημα την Ορθοδοξία.

Σε συνέντευξή που παραχώρησε στο πρακτορείο ειδήσεων Ria Novosti δήλωσε ότι το ξέσπασμα του σκανδάλου με τη Μονή Βατοπεδίου χρησιμοποιήθηκε για να ανατραπεί η κυβέρνηση Καραμανλή. Ορίστε τι είχε δηλώσει πριν από μερικούς μήνες ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς στο ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων σχετικά με το σκάνδαλο της Μονής Βατοπεδίου: «Δεν μπορώ να σχολιάζω τις αποφάσεις της δικαιοσύνης. Πρέπει να ξέρετε, όμως, ότι η υπόθεση αυτή χρησιμοποιήθηκε για να ανατραπεί η προηγούμενη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. … Στο μεταξύ, όμως, δύο εξεταστικές επιτροπές της Ελληνικής Βουλής διερεύνησαν την υπόθεση του Βατοπεδίου – η δεύτερη επί διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ – και οι δύο δεν κατάφεραν να βρουν το παραμικρό επιβαρυντικό στοιχείο, κατά ουδενός, ούτε για “βλάβη του δημοσίου συμφέροντος”, ούτε για “ροή πολιτικού χρήματος”».

[Aναδημοσίευση από periodista.gr, 28/8/13]

H Xαμένη Επανάσταση (Γερμανία, 1918-1923)

Αύγουστος 22, 2013

Η ήττα της γερμανικής επανάστασης υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την πορεία του εργατικού κινήματος τον 20ό αιώνα. Σηματοδότησε το τέρμα της επαναστατικής πλημμυρίδας που σάρωσε την Ευρώπη και τον κόσμο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Έδωσε μια προσωρινή ανάσα στους καπιταλιστές και το αστικό πολιτικό σύστημα που είχαν βρεθεί στο χείλος της αβύσσου τα χρόνια που προηγήθηκαν. Κι έφερε τη Σοβιετική Ρωσία στα δυσάρεστα διλήμματα της απομόνωσης, παράγοντας σημαντικός για να εξηγήσει κανείς την ανάδυση της σταλινικής γραφειοκρατίας τη δεκαετία του ΄20.


Η ήττα ήταν άμεσα συνυφασμένη με το ζήτημα της ηγεσίας. Γιατί, αν και το SPD είχε ιδρυθεί με την επαγγελία της ανατροπής του καπιταλισμού και του χτισίματος μιας νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας, η ηγεσία του έπαιξε τους μήνες της επανάστασης τον κεντρικό πυροσβεστικό ρόλο. Χωρίς την ηγεσία του SPD, ο γερμανικός καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να επιβιώσει τα πολλαπλά χτυπήματα ενός συνεχιζόμενου πολέμου στο εξωτερικό, ενός στρατεύματος εξεγερμένου που δεν επιθυμούσε πια να πολεμήσει και μιας εργατικής εξέγερσης στα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα.

Το SPD ήταν ένα τεράστιο κόμμα: συγκέντρωνε στις γραμμές του εκατομμύρια συνδικαλισμένους εργάτες, είχε δεκάδες εφημερίδες κι έναν μηχανισμό που οργάνωνε τη ζωή των εργατών κυριολεκτικά από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο τους. Ήταν όμως ένα κόμμα που στην πορεία του χτισίματός του έχασε τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά, ανέπτυξε μια γραφειοκρατική ηγεσία που συμβιβάστηκε με τον καπιταλισμό, τη μισθωτή εργασία ? έστω με καλύτερους όρους για την εργατική τάξη ? και την κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Η πορεία αυτή δεν ήταν προδιαγεγραμμένη. Οι επαναστάτες της εποχής έδωσαν μάχες για να αντισταθούν στον ρεφορμισμό και για να οικοδομήσουν μια Αριστερά με επαναστατικό προσανατολισμό. Ανάμεσα σ΄ αυτούς τους επαναστάτες, η Ρόζα Λούξεμπουργκ ? «η φλόγα και το ξίφος της επανάστασης», όπως την χαρακτήρισε η Κλάρα Τσέτκιν ? έπαιξε τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ συγκρούστηκε από αρκετά νωρίς με το ρεύμα του ρεφορμισμού, που είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του στο ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κίνημα. Μια από τις αφορμές ήταν το 1899 η συμμετοχή του σοσιαλιστή Μιλλεράν στην αστική κυβέρνηση που προέκυψε στη Γαλλία μετά την υπόθεση Ντρέιφους. Η Λούξεμπουργκ αντιτάχτηκε σ΄ αυτή την εξέλιξη και στο επιχείρημα πως έτσι κερδίζονται φιλεργατικές μεταρρυθμίσεις:

«Ο χαρακτήρας μιας αστικής κυβέρνησης δεν καθορίζεται από τον προσωπικό χαρακτήρα των μελών της, αλλά από την οργανική της λειτουργία στην αστική κοινωνία. Η κυβέρνηση του σύγχρονου κράτους είναι στην πραγματικότητα μια οργάνωση ταξικής κυριαρχίας, η ομαλή λειτουργία της οποίας είναι μια από τις προϋποθέσεις για την ύπαρξη του αστικού κράτους? Στο κοινοβούλιο ή σε ένα δημοτικό συμβούλιο, κερδίζουμε χρήσιμες μεταρρυθμίσεις παλεύοντας ενάντια στην αστική κυβέρνηση ενώ, καταλαμβάνοντας ένα υπουργικό πόστο, φτάνουμε στις ίδιες μεταρρυθμίσεις υποστηρίζοντας το αστικό κράτος. Η είσοδος ενός σοσιαλιστή σε μια αστική κυβέρνηση δεν είναι όπως πιστεύεται, μια μερική κατάκτηση του αστικού κράτους από τους σοσιαλιστές, αλλά μια μερική κατάκτηση του σοσιαλιστικού κόμματος από το αστικό κράτος».

Ενάντια στον Μπερνστάιν

Η σημαντικότερη στιγμή της μάχης αυτής ήταν η δημοσίευση το 1900 του βιβλίου «Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση» (σειρά άρθρων των δύο προηγούμενων ετών), σε απάντηση της θεωρίας του Μπερνστάιν που για πρώτη φορά συστηματοποιούσε τη ρεφορμιστική πολιτική στους κόλπους του SPD.

Ο Μπερνστάιν έβλεπε τον καπιταλισμό να γίνεται ένα σύστημα όλο και πιο σταθερό και σχεδιασμένο με την οργάνωση των τραστ, με τους καπιταλιστές να παίζουν ολοένα και περισσότερο τον ρόλο των διαχειριστών. Γι΄ αυτό θεωρούσε πως σε κάποια στιγμή οι εργάτες θα μπορούσαν, χωρίς επανάσταση, να αναλάβουν οι ίδιοι τη διεύθυνση των επιχειρήσεων. Αυτό θα γινόταν με νομοθετικές παρεμβάσεις ενός κοινοβουλίου στο οποίο σταδιακά οι σοσιαλιστές θα αποκτούσαν την πλειοψηφία. Τα οδοφράγματα και οι επαναστάσεις των προηγούμενων δεκαετιών αποτελούσαν κατά κάποιο τρόπο την «προϊστορία» του σοσιαλιστικού κινήματος. Οι παλιές μαρξιστικές παραδοχές έπρεπε να «αναθεωρηθούν» (απ΄ όπου και ο τίτλος «αναθεωρητές», όπως ονομάστηκε η πτέρυγα Μπερνστάιν στο SPD).

Η Ρόζα κόντραρε τη θεωρία του Μπερνστάιν σε όλα της τα σημεία. Καταρχήν, στην εικόνα του σύγχρονου καπιταλισμού: τα τραστ δεν έφερναν την ισορροπία στο σύστημα, αλλά ανέβαζαν τις αντιθέσεις σε ψηλότερα, και γι΄ αυτό πιο επικίνδυνα, επίπεδα. Η Ρόζα, μαζί με τον Μπουχάριν, τον Λένιν, τον Τρότσκι, προέβλεπαν την ένταση των ανταγωνισμών και την μετατροπή των οικονομικών αντιθέσεων ανάμεσα στα τραστ σε διπλωματικές, κρατικές και γεωπολιτικές συγκρούσεις. Αυτή η νέα φάση του συστήματος, ο ιμπεριαλισμός, θα γεννούσε τον πόλεμο και όχι την διαρκή ειρήνη, όπως προδίκαζαν οι αναθεωρητές. Αυτό σήμαινε πως ούτε το κράτος μετατρεπόταν σε ένα «ουδέτερο εργαλείο», ούτε η στρατηγική της βίαιης επανάστασης ανήκε στο παρελθόν. Μεταρρυθμίσεις μπορούσαν να κερδηθούν κάτω από την πίεση του εργατικού κινήματος, αλλά το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό απαιτούσε σύγκρουση με τους καπιταλιστές και το κράτος τους:

«Γι΄ αυτό όποιος κηρύσσεται υπέρ της νομοθετικής μεταρρύθμισης σ΄ αντικατάσταση και σε αντίθεση προς την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και της κοινωνικής ανατροπής, στην πραγματικότητα δεν εκλέγει έναν πιο ήρεμο, πιο ασφαλή και βραδύ δρόμο προς τον ίδιο σκοπό, αλλά έναν άλλο σκοπό ? και συγκεκριμένα, όχι τη δημιουργία ενός νέου κοινωνικού καθεστώτος, αλλά απλούστατα επουσιώδεις μεταβολές στο παλιό». (Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση, εκδόσεις Κοροντζή, Αθήνα 1984, σελ. 105)

Συνδικαλιστική γραφειοκρατία

Στην αντιπαράθεση με τους αναθεωρητές, η ηγεσία του κόμματος (Κάουτσκυ, Β. Λήμπκνεχτ, κλπ) πήρε θέση ενάντια στον Μπερνστάιν. Όμως, η Ρόζα θα επέκτεινε την αντιπαράθεσή της με τον ρεφορμισμό πέρα από την ανοιχτά αναθεωρητική πτέρυγα του SPD. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ήταν τώρα αυτή που θα δεχόταν τα πυρά της. Η αφορμή δόθηκε αρχικά από το Βέλγιο: το 1903, η ηγεσία του εκεί Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος σταμάτησε την γενική απεργία που είχε ξεκινήσει αυθόρμητα από τους εργάτες για το καθολικό δικαίωμα ψήφου, με το πρόσχημα ότι η απεργία φόβιζε τους Φιλελεύθερους συμμάχους της Αριστεράς. Η Ρόζα αναγνώρισε στη συμβιβαστικότητα των Βέλγων ηγετών «τον ίδιο καυτό κι εκνευριστικό άνεμο του οπορτουνισμού που φυσάει εδώ και κάμποσα χρόνια».

Στη διαμάχη μέσω του σοσιαλδημοκρατικού τύπου που είχε με τον Βέλγο ηγέτη Βαντερβέλντε, η Ρόζα μαστίγωσε «τους ερασιτέχνες του ρεαλισμού που δεν κουράζονται να φωνάζουν για τις «θετικές επιτυχίες» της κοινοβουλευτικής δράσης της σοσιαλδημοκρατίας για να τις χρησιμοποιήσουν ως όπλα κατά της αναγκαιότητας και σκοπιμότητας της βίας στον εργατικό αγώνα». Οι συνδικαλιστικές μάχες και η πολιτική οργάνωση δεν ήταν για την Ρόζα παρά οι απαραίτητοι ενδιάμεσοι σταθμοί για την τελική σύγκρουση με τους καπιταλιστές και το κράτος, για την κατάληψη της εξουσίας: «?η βία είναι και μένει το ύστατο μέσο της εργατικής τάξης, ο υπέρτατος νόμος της πάλης των τάξεων, άλλοτε λανθάνων άλλοτε εμφανής. Αν με την κοινοβουλευτική δράση και με όλη μας την εργασία «επαναστατούμε» τα μυαλά, αυτό το κάνουμε για να κατέβει, όταν χρειαστεί, η επανάσταση από τα κεφάλια στις γροθιές» (τα αποσπάσματα στο: Ρόζα Λούξεμπουργκ, Φράνζ Μέριγκ, «Απεργία και αυθορμητισμός των μαζών», Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1999).

Σταθμός στην πολεμική της με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία στάθηκε η δημοσίευση του βιβλίου «Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα». Το βιβλίο συνόψιζε τα πολιτικά συμπεράσματα της Λούξεμπουργκ από το κύμα εργατικών απεργιών που συγκλόνισε τη Ρωσία κατά την επανάσταση του 1905, γεγονότα στα οποία η Ρόζα υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας.

Κόντρα στον βολικό για τις γραφειοκρατικές ηγεσίες διαχωρισμό του πολιτικού από τον οικονομικό αγώνα, η Ρόζα εξηγεί πώς οι εργατικές μάζες μπορούν να κάνουν πολιτική μέσα από την απεργιακή πάλη, έστω κι αν αυτή ξεκινάει από οικονομικά αιτήματα. Μια γενική οικονομική απεργία μπορεί έτσι να εξελιχθεί σε μια πρώτου μεγέθους πολιτική μάχη, πολύ πιο μαχητική και αποτελεσματική ακόμα και από την καλύτερη αριστερή κοινοβουλευτική ομάδα ενάντια σε μια αντεργατική κυβέρνηση. Οι ρεφορμιστικές ηγεσίες τόσο των συνδικάτων όσο και του SPD έτρεμαν τη διατύπωση της Ρόζας που τάραζε τον κατεστημένο καταμερισμό εργασίας: «Κάθε αφρισμένο κύμα πολιτικής δράσης αφήνει πίσω του ένα γόνιμο λιβάδι από όπου ξεπετιούνται χιλιάδες νέοι οικονομικοί αγώνες. Κι αντίστροφα: οι ασταμάτητοι οικονομικοί αγώνες που οι εργάτες είναι αναγκασμένοι να δίνουν με τους καπιταλιστές κρατάνε ζωντανή τη μαχητική τους διάθεση και στα μεσοδιαστήματα πολιτικής ηρεμίας».

Η μέθοδος αυτή απαιτούσε μια αποφασιστική αλλαγή στις μορφές δράσης του γερμανικού εργατικού κινήματος. Ως τότε η γραμμική, ειρηνική και οργανωμένη ανάπτυξη των συνδικάτων ήταν το παν, έτσι που οι ηγεσίες να κρίνουν την δυνατότητα της εργατικής κίνησης κοιτώντας περισσότερο τους καταλόγους των μελών τους και λιγότερο την πραγματική διάθεση της εργατικής τάξης να παλέψει. Η Ρόζα από την πλευρά της τόνιζε τη σημασία της μαζικής πάλης στην αλλαγή των συνειδήσεων των εργατών και στο χτίσιμο δυνατών συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων: «μέσα από τον άνεμο και την καταιγίδα, από τη λάμψη της μαζικής απεργίας και της σύγκρουσης στους δρόμους», έλεγε ποιητικά η Ρόζα, είναι που αποκτά το προλεταριάτο την ταξική του συνείδηση και «ο προλετάριος μεταμορφώνεται από έναν πάτερ-φαμίλια που το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το πώς θα εξοφλήσει το δάνειο, σ΄ έναν «ρομαντικό επαναστάτη»?» (τα αποσπάσματα στο: Ρόζα Λούξεμπουργκ, Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1997).

Διαστρεβλώσεις

Κι όμως, παρά τις πολιτικές μάχες που έδωσε η Ρόζα για να ηγεμονεύσει η επαναστατική στρατηγική στην Αριστερά της εποχής, η Επανάσταση του 1918 τη βρήκε απροετοίμαστη: ενώ ξετυλίχτηκε ένα σενάριο όμοιο με αυτό της Ρωσίας του 1917, οι υποκειμενικές αδυναμίες της Αριστεράς ήταν καθοριστικές. Η ηγεσία της σοσιαλδημοκρατίας έκανε το παν για να παλινορθώσει την καπιταλιστική τάξη. Και το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι της εργατικής τάξης και των στρατιωτών έμεινε ακαθοδήγητο.

Η αδυναμία της Ρόζας να χτίσει μια οργανωμένη δύναμη, ικανή να δώσει στην επανάσταση νικηφόρα κατάληξη, έχει αφήσει περιθώρια για να την «διεκδικήσουν» και άλλες πολιτικές παραδόσεις. Κι εδώ αρχίζουν οι κάθε είδους διαστρεβλώσεις.

Από τη μια πλευρά, έρχεται το επιχείρημα πως η Ρόζα δεν έχτισε επαναστατικό κόμμα με τον τρόπο που το έκανε ο Λένιν γιατί ήταν σοσιαλδημοκράτισσα. Το ? αδημοσίευτο από την ίδια ? κείμενο για τη Ρωσική Επανάσταση στο οποίο ασκεί κριτική στους μπολσεβίκους, η παλιά αντιπαράθεσή της με τον Λένιν για το κόμμα το 1903, η παραμονή της στο SPD μέχρι και το 1917 την εντάσσουν, λέει αυτό το επιχείρημα, περισσότερο στην αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας παρά στον μπολσεβικισμό και την Γ΄ Διεθνή. Είναι μια επιλεκτική ανάγνωση της Ρόζας, για να την χωρέσει στον σοσιαλδημοκρατικό κορσέ, χωρίς όμως επιτυχία.

Καταρχήν, το να χρησιμοποιεί κανείς τις αντιπαραθέσεις της Ρόζας, του Λένιν, του Τρότσκι ή του Γκράμσι και τις φραστικές τους διατυπώσεις θέλει προσοχή. Η παράδοση του σταλινισμού που ηγεμόνευσε στην Αριστερά από τη δεκαετία του ΄30 έριξε στη λήθη μια ολόκληρη περίοδο του κινήματος, όταν οι διαφορετικές απόψεις για τη στρατηγική και την τακτική συζητιόντουσαν ανοιχτά και δεν συνιστούσαν έγκλημα καθοσιώσεως. Οι διαφωνίες ήταν πολλές και έντονες, όμως χρειάζεται κάτι παραπάνω από αυτό για να αποδειχτεί διαφορετική στρατηγική, στην περίπτωσή μας της Ρόζας από αυτή του Λένιν.

Κι εδώ αν πάμε στις πραγματικές πολιτικές μάχες, η Ρόζα υπήρξε ο πρώτος και ο σκληρότερος πολέμιος της ρεφορμιστικής στρατηγικής της σοσιαλδημοκρατίας, πολύ πριν ο Λένιν αντιληφθεί τον εκφυλισμό της. Τα κείμενα της Ρόζας, από την κριτική της συμμετοχής Μιλλεράν στην αστική κυβέρνηση μέχρι τη σύγκρουση με τον Μπερνστάιν και την «εθνική ενότητα» σε καιρό πολέμου, αποτελούν τα ιδρυτικά κείμενα της επαναστατικής Αριστεράς στον 20ό αιώνα.

Γι΄ αυτό και όταν η ίδια αναμετρήθηκε με τα συγκεκριμένα ζητήματα που έθεσε η Γερμανική Επανάσταση το 1918, έδωσε τις ίδιες απαντήσεις με αυτές των μπολσεβίκων: στο πρώτο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, η Ρόζα επιχειρηματολόγησε υπέρ της εξουσίας των Σοβιέτ, ενάντια στην Εθνοσυνέλευση και την κεντρίστικη στάση του USPD «και Σοβιέτ και Συνέλευση», για την βίαιη συντριβή του αστικού κράτους και των κατασταλτικών μηχανισμών, για το άνευ όρων τέλος του πολέμου και την διεθνιστική ενότητα με τη Σοβιετική Ρωσία. Αυτή είναι η πραγματική κληρονομιά της Λούξεμπουργκ και τίποτα δεν μπορεί να τη διαστρεβλώσει.

Αυθορμητισμός;

Αν από τη μια πλευρά έρχεται το επιχείρημα περί σοσιαλδημοκρατίας, από την άλλη η Ρόζα έχει πολλές φορές βαφτιστεί θεωρητικός του αυθορμητισμού και του αναρχοσυνδικαλισμού. Είναι ένα επιχείρημα που αρχικά εξαπολύθηκε ως κατηγορία από την ηγεσία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας του SPD απέναντι στην πολεμική της Ρόζας για τα συνδικάτα και τη γενική απεργία, ενώ μετέπειτα αγκαλιάστηκε και από τη σταλινική σχολή που φρόντισε να θάψει όλους τους επαναστάτες (αφού πρώτα έκανε μούμια τον Λένιν). Στη συνέχεια ωστόσο, ο «αυθορμητισμός» της Ρόζας αγκαλιάστηκε από κομμάτια του κινήματος (ειδικά τη δεκαετία του ΄60), που πίστεψαν πως έβρισκαν εκεί το αντίδοτο στην κομματική αρτηριοσκλήρωση των ορθόδοξων ΚΚ.

Μια ματιά στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου «Μαζική Απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα» θα αρκούσε για να καταλάβει κανείς πόσο ξένα ήταν όλα αυτά στη σκέψη της Ρόζας. Αντίθετα με την άποψη των αναρχικών της εποχής για τη γενική απεργία, η Λούξεμπουργκ δεν έβλεπε την επανάσταση ως αποτέλεσμα του βολονταρισμού των επαναστατών ή μιας «νύχτας των οδοφραγμάτων». Γι΄αυτό και αφιέρωνε τόσο κόπο και προσπάθεια για να αναλύσει τις τάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού, τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα δημιουργούσε τις συνθήκες της ανατροπής του και τον ιστορικό του νεκροθάφτη. Από ΄κει πηγάζουν και οι συνεχείς της αναφορές στην εργατική επανάσταση ως «αναγκαίο» και «αναπότρεπτο» αποτέλεσμα της ίδιας της λειτουργίας και των κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος.

Αυτή η ανάλυση την διαχώριζε με σαφήνεια από το αναρχοσυνδικαλιστικό ρεύμα και τους οπαδούς του αυθόρμητου. Δεν την έκανε όμως να ξεχνάει πως η τελική ανατροπή του καπιταλισμού δεν θα έρθει από τις «αντικειμενικές» εξελίξεις, αλλά από τη συνειδητή δράση. Και ο συνειδητός παράγοντας ήταν για τη Ρόζα το κόμμα: το ανοργάνωτο και το αυθόρμητο είχε αξία, στο βαθμό που ερχόταν να βοηθήσει, να αναζωογονήσει και (ακόμα περισσότερο για την Ρόζα) να διορθώσει τις γραφειοκρατικές παραμορφώσεις του οργανωμένου και του συνειδητού.

Στην Ρόζα χρωστάμε την νέα έμφαση και την αναδιατύπωση του ερωτήματος που πρώτοι οι Μαρξ και Ένγκελς είχανε θέσει: «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Μπροστά στην καπιταλιστική κρίση, ξετυλίγονται δύο ιστορικές δυνατότητες, προχώρημα στον σοσιαλισμό ή πισωγύρισμα του πολιτισμού και αμοιβαία κατάρρευση των αντιμαχόμενων τάξεων. Ο υποκειμενικός παράγοντας, η συνειδητή παρέμβαση του εργατικού κινήματος και των σοσιαλιστών μέσα σ΄ αυτό είναι το κλειδί για να δώσουμε τη σωστή απάντηση μπροστά σ΄ αυτή τη διχάλα.

Οργάνωση

Αν κάτι πρέπει να διδαχτούμε από την αδυναμία στην οποία βρέθηκαν οι επαναστάτες στη Γερμανία το 1918 είναι πως η μάχη με τον ρεφορμισμό πρέπει να δοθεί και να κερδηθεί μέσα στο εργατικό κίνημα όχι μόνο στο πεδίο των ιδεών, αλλά και στο κρίσιμο πεδίο της οργάνωσης. Στην περίπτωση της Ρόζας και των συντρόφων της, οι ιδεολογικές και πολιτικές μάχες με την γραφειοκρατική πλέον ηγεσία του SPD θα έπρεπε να βρουν και την οργανωτική τους έκφραση, με το χτίσιμο ενός επαναστατικού κόμματος ανεξάρτητου από το SPD. Γιατί η πορεία των γεγονότων απέδειξε πως μόνο η οικοδόμηση ενός επαναστατικού δικτύου ανεξάρτητου από τον ρεφορμισμό πριν την επαναστατική κατάσταση μπορεί να της δώσει νικηφόρα κατάληξη.

Ήταν βέβαια δύσκολο να σπάσει κανείς από το κόμμα που είχε ιδρύσει ο Ένγκελς, όχι και τόσα πολλά χρόνια πριν. Αν και κατανοούσε βαθιά τον εκφυλισμό αυτού του «απολιθώματος των αυθεντιών» (όπως έγραφε σε ένα γράμμα της ήδη το 1907), η Ρόζα φοβόταν ότι η ρήξη με το SPD θα συνεπαγόταν την απομόνωση των επαναστατικών ιδεών. Γι΄ αυτό και πάντα έλπιζε πως οι μάχες που δίνονταν μέσα στο κόμμα, παράλληλα με την όξυνση της ταξικής πάλης έξω από αυτό, θα ξέβραζαν τελικά τη ρεφορμιστική πολιτική: «Εάν οι ηγεσίες των συνδικάτων έμεναν στο πλάι ή έβαζαν εμπόδιο στο κίνημα, το αποτέλεσμα μιας τέτοιας συμπεριφοράς δεν μπορούσε να είναι παρά μόνο αυτό: οι ηγεσίες των συνδικάτων και των κομμάτων θα έμπαιναν στην άκρη από τη δυναμική των γεγονότων και οι οικονομικοί και πολιτικοί αγώνες θα συνέχιζαν και χωρίς αυτές».

Αγώνες σίγουρα μπορούσαν να γίνουν και χωρίς την ηγεσία του SPD. Όμως οι αγώνες αυτοί από μόνοι τους δεν μπορούσαν να αλλάξουν το γεγονός της προσχώρησης της ηγεσίας της σοσιαλδημοκρατίας στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης. Και αυτός ήταν ένας κρίσιμος παράγοντας. Γιατί, για τους εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες που ανακάλυπταν την προδοσία του SPD το 1918, υπήρχαν εκατομμύρια ακόμα που μόλις έμπαιναν στο στίβο της πολιτικής και έστρεφαν τις ελπίδες τους προς αυτό το κόμμα. Η επανάσταση δεν σημαίνει ποτέ την άμεση αποδυνάμωση του ρεφορμισμού. Τουναντίον, είναι στις στιγμές της επανάστασης που τα διαφορετικά επίπεδα συνείδησης κομματιών της εργατικής τάξης είναι πιο ορατά από ποτέ. Το τι οργάνωση θα έχουν οι πιο πρωτοπόροι και μαχητικοί εργάτες, για να τραβήξουν και όχι να τραβηχτούν από τη μεγάλα μάζα των συναδέλφων τους, είναι που κάνει τη διαφορά ανάμεσα στην νίκη ή την ήττα της επανάστασης.

Ο Σπάρτακος, η οργάνωση της Ρόζας και του Λήμπκνεχτ, δεν είχε ούτε το μέγεθος ούτε τα χαρακτηριστικά για να κερδίσει αυτή τη μάχη. Μια ομάδα τριών χιλιάδων επαναστατών, όσο αφοσιωμένοι και ξεκάθαροι και αν είναι αυτοί, δεν μπορεί να καθοδηγήσει μια επανάσταση εκατομμυρίων εργατών και στρατιωτών σε βιομηχανικά κέντρα όπως το Βερολίνο, το Αμβούργο, το Μόναχο, την Έσση, το Κίελο και αλλού. Ιδιαίτερα όταν αυτή η οργάνωση είναι περισσότερο μια χαλαρή ομοσπονδία ομάδων, όπως ήταν ο Σπάρτακος, χωρίς κοινές εμπειρίες οργανωμένων μαχών, χωρίς κοινό κώδικα επικοινωνίας των μελών της, χωρίς συγκεντρωτισμό και πανεθνική οργάνωση.

Η επιμονή του Λένιν το 1903 για πανεθνική οργάνωση, εφημερίδα, πυρήνες και επαγγελματίες επαναστάτες μπορεί να έμοιαζε δογματική. Όμως ήταν αυτού του τύπου την οργάνωση που χρειάζονταν οι επαναστατημένοι εργάτες και στρατιώτες του Βερολίνου το 1919. Ο Λένιν την είχε οικοδομήσει υπομονετικά, γι΄ αυτό μπορούσε να είναι δυσάρεστος απέναντι στους πρωτοπόρους, αλλά ανυπόμονους εργάτες της Πετρούπολης τον Ιούλη του 1917 και τολμηρός τις μέρες της κατάληψης της εξουσίας τον Οκτώβρη. Η Ρόζα δεν είχε αυτή την οργάνωση και πλήρωσε ακριβά το τίμημα, ακόμα και με την ίδια της τη ζωή.

Εργατικές εξεγέρσεις και επαναστάσεις ξέσπασαν πολλές στην πορεία του 20ού αιώνα. Αυτό που έκανε τη διαφορά για την τελική τους κατάληξη ήταν η ύπαρξη μέσα σ΄ αυτές μιας Αριστεράς επαναστατικής και ριζωμένης: επαναστατικής, ώστε να αξιοποιεί τις ευκαιρίες για την ανατροπή του καπιταλισμού και όχι για μια καλύτερη διαχείρισή του. Και ριζωμένης, ώστε να μπορεί να κάνει την επαναστατική θεωρία κτήμα και εργαλείο των πραγματικών ανθρώπων που δίνανε τις μάχες, να απαντάει δηλαδή στο ζήτημα της καθοδήγησης της επανάστασης στην πράξη κι όχι απλά στη θεωρία. Κωδικοποιώντας, αυτό που έκανε τη διαφορά ήταν η συνάντηση των ιδεών της Ρόζας με την οργάνωση του Λένιν. Είναι ένα δίδαγμα όχι μόνο για την ιστορία του εργατικού κινήματος του παρελθόντος, αλλά και για την Αριστερά που χτίζουμε σήμερα, για τον Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα.

-Γερμανία 1919-1923
Οι κρίσιμες καμπές της επανάστασης

Κανένα μεγάλο μαζικό κίνημα δεν περιορίζεται μοναχά σε μια «μεγάλη νύχτα των οδοφραγμάτων». Αυτό ισχύει στον υπερθετικό βαθμό για τις επαναστάσεις.

Η Γερμανική Επανάσταση ξέσπασε το 1918 και για πέντε ολόκληρα χρόνια η κυρίαρχη τάξη της Γερμανίας έζησε με τον τρόμο της ανατροπής της. Η Γερμανία ήταν, στις παραμονές του πολέμου, μια από τις πιο «προλεταριοποιημένες» κοινωνίες του κόσμου: περίπου 8,64 εκατομμύρια βιομηχανικοί εργάτες, 1,7 εκατομμύρια εργαζόμενοι στις μεταφορές και το εμπόριο, 2,3 μισθωτοί υπάλληλοι, δηλαδή 12,5 εκατομμύρια το σύνολο. Όταν μπήκε σε κίνηση αυτή η τεράστια κοινωνική δύναμη ήταν πολύ δύσκολο να σταματήσει ακόμα και αν στην πορεία έχανε μάχες με μεγάλο κόστος.

Η επανάσταση δεν ήταν μονόπρακτο έργο λοιπόν. Τον Γενάρη του 1919 στις «μέρες του Σπάρτακου», οι επαναστάτες εργάτες του Βερολίνου και το νεοϊδρυμένο Κομμουνιστικό Κόμμα δέχτηκαν ένα σκληρό πλήγμα από την κυρίαρχη τάξη. Ένα χρόνο μετά, το πραξικόπημα του Καπ, που οργάνωσαν στρατηγοί με την υποστήριξη της κυρίαρχης τάξης, ήταν η απόπειρα να ολοκληρωθεί το έργο της αντεπανάστασης.

Κι όμως, αυτή η απόπειρα κατέρρευσε μετά από μια γιγάντια Γενική Απεργία που σε ορισμένες περιοχές μετατράπηκε σε ένοπλη εξέγερση των εργατών. Μια από τις συνέπειες αυτής της αναμέτρησης ήταν η επιτάχυνση των διαδικασιών στην αριστερά, με τη συγκρότηση του «ενωμένου» Κομμουνιστικού Κόμματος, ενός μαζικού κόμματος μισού εκατομμυρίου μελών προς το τέλος της χρονιάς.

Το 1923 η εργατική τάξη έφτασε κυριολεκτικά στο παρά πέντε του «γερμανικού Οκτώβρη». Η κατάληψη του Ρουρ από τα γαλλικά στρατεύματα προκάλεσε μια τεράστια πολιτική κρίση, που μαζί με τον πληθωρισμό που ξέφυγε από κάθε έλεγχο έσπρωξε την εργατική τάξη να περάσει στην επαναστατική δράση. Τη κρίσιμη στιγμή η ηγεσία του επαναστατικού κόμματος έκανε πίσω, χάνοντας μια πραγματικά ιστορική ευκαιρία.

Οι «μέρες του Σπάρτακου»

«Δεν πρέπει να καλλιεργούμε και να επαναλαμβάνουμε την αυταπάτη της πρώτης φάσης της επανάστασης, αυτής της 9 Νοέμβρη, ότι αρκεί η ανατροπή της καπιταλιστικής κυβέρνησης από μια άλλη για να έρθει η σοσιαλιστική επανάσταση.

Η ουσία της επανάστασης είναι ότι οι απεργίες γίνονται όλο και περισσότερο το κέντρο της, το κύριο χαρακτηριστικό της επανάστασης. Τότε μετατρέπεται σε μια οικονομική επανάσταση και γι΄ αυτό το λόγο, σε μια σοσιαλιστική επανάσταση. Η πάλη για το σοσιαλισμό μπορεί να διεξαχθεί από τις μάζες και μόνο από τις μάζες, χέρι-χέρι ενάντια στον καπιταλισμό, σε κάθε εργοστάσιο, από τον κάθε προλετάριο ενάντια στον κάθε καπιταλιστή. Μόνο τότε θα πρόκειται για μια σοσιαλιστική επανάσταση?

Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να δημιουργηθεί με διατάγματα ούτε πρόκειται να δημιουργηθεί με διατάγματα. Ούτε μπορεί να τον καθιερώσει μια κυβέρνηση, όσο σοσιαλιστική κι αν είναι αυτή. Ο σοσιαλισμός πρέπει να πραγματωθεί από τις μάζες, από κάθε προλετάριο. Εκεί που σφυρηλατούνται τα καπιταλιστικά δεσμά, εκεί πρέπει να σπάσουν?.» (1)

Μ΄ αυτά τα λόγια η Ρόζα Λούξεμπουργκ ξεκίνησε την εισήγησή της την τρίτη μέρα του ιδρυτικού συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD) Πρωτοχρονιά του 1919.

Τον Νοέμβρη η επανάσταση είχε απλωθεί σαν τη φωτιά από τους ναύτες του Κίελου σε όλες τις πόλεις της Γερμανίας, στα στρατεύματα του μετώπου και κατόπιν στο Βερολίνο, τη πρωτεύουσα. Η «παλιά τάξη πραγμάτων» είχε ανατραπεί. Όμως η καινούργια δεν είχε επικρατήσει. Τα συμβούλια των εργατών και των στρατιωτών είχαν τεράστια δύναμη στα χέρια τους. Όμως, παρέμενε κατακερματισμένη. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, τη πλειοψηφία σε αυτά την είχαν πολιτικές δυνάμεις που κήρυτταν ότι η επανάσταση έφτασε στο τέλος της με την ανατροπή του Κάιζερ, την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας και το σχηματισμό μιας «καθαρά» σοσιαλιστικής κυβέρνησης από τα δυο σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ?το SPD και το USPD. Όταν συνήλθε το Πρώτο Συνέδριο των Συμβουλίων στα μέσα του Δεκέμβρη, από τους 499 αντιπροσώπους μόλις 21 στήριζαν την επαναστατική αριστερά (90 ακόμα στήριξαν το USPD στο οποίο διαμορφώνονταν ραγδαία μια αριστερή και μια δεξιά πτέρυγα). Αυτό το συνέδριο ψήφισε να περάσει η εξουσία στην Εθνοσυνέλευση μετά από εκλογές και για την απαγόρευση απεργιών «σε ζωτικούς τομείς».

Σε μια παρόμοια κατάσταση είχαν βρεθεί και τα σοβιέτ στη Ρωσία τους πρώτους μήνες μετά την Επανάσταση του Φλεβάρη 1917. Οι εργάτες και οι στρατιώτες θα χρειάζονταν να μάθουν από την ίδια τους τη πείρα. Ο Λένιν με τις «Θέσεις του Απρίλη» προκάλεσε σεισμό στο κόμμα των μπολσεβίκων διακηρύσσοντας ότι τα παλιά συνθήματα για «αστική επανάσταση» είναι ξεπερασμένα και ότι τώρα το σύνθημα πρέπει να είναι η σοσιαλιστική επανάσταση, το «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ». Στο άλλο, όμως, που επέμενε ο Λένιν επιχειρηματολογώντας στο κόμμα των μπολσεβίκων, είναι ότι «πρέπει να εξηγούμε υπομονετικά» αυτή τη προοπτική.

Η υπομονή, όμως, ήταν κάτι που έλειπε σχεδόν ολοκληρωτικά από το μόλις ιδρυμένο κόμμα στη Γερμανία. Η μεγάλη πλειοψηφία των αγωνιστών του είχαν την αντίληψη που προσπαθούσε να καταπολεμήσει η Ρόζα στην εισήγησή της: ένα ακόμα σπρώξιμο, μια ακόμα «μεγάλη νύχτα των οδοφραγμάτων», μια επίδειξη επαναστατικής θέλησης και οι «μάζες» θα ακολουθούσαν: στο κάτω-κάτω η δυσαρέσκεια για τη κυβέρνηση φούντωνε ιδιαίτερα στο Βερολίνο. «Δεν χρειαζόμαστε άλλα βήματα» όπως τα συνδικάτα ή οι εκλογές δήλωνε ένας αντιπρόσωπος στο συνέδριο, ο Οτο Ρίλε, «Ο δρόμος είναι το βήμα μας και δεν πρόκειται να τον εγκαταλείψουμε ακόμα και αν μας πυροβολήσουν». (2)

Τον Γενάρη του 1919 η κυβέρνηση του SPD με τη συνεργασία των Frei Korps, προβοκάρισε τους επαναστατημένους εργάτες του Βερολίνου: απέλυσε από τη θέση του τον Εμιλ Αϊχορν, διοικητή της αστυνομικής δύναμης που είχε συγκροτηθεί με την επανάσταση. Η συνέχεια ήταν οι ματωμένες «Μέρες του Σπάρτακου». Για ένα τμήμα των επαναστατημένων εργατών και στρατιωτών, η απάντηση στη πρόκληση ήταν η ένοπλη κατάληψη κτιρίων και το κάλεσμα για την ανατροπή της κυβέρνησης των Εμπερτ και Σάϊντεμαν. Χιλιάδες επαναστάτες ρίχτηκαν σε μια άνιση αναμέτρηση αποκομμένοι από τα εργοστάσια και τις άλλες πόλεις. Το αποτέλεσμα ήταν ένα λουτρό αίματος, η δολοφονία της Ρόζας, του Καρλ Λήμπνεχκτ και αργότερα ?τον Μάρτη- του Λέο Γιόγκισες του οργανωτικού υπεύθυνου του κόμματος. Οι επαναστάτες στη Γερμανία αποκεφαλίστηκαν πολιτικά.

Το ίδιο πάνω κάτω σενάριο επαναλήφθηκε τους υπόλοιπους μήνες εκείνης της χρονιάς σε όλη τη Γερμανία, από το Ρουρ μέχρι τη «Δημοκρατία των Συμβουλίων» του Μονάχου στη Βαυαρία. Στο τέλος του 1919 πράγματι έμοιαζε ότι η «τάξη επικρατεί» όχι μόνο στο Βερολίνο αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα. Τα εργατικά συμβούλια είχαν εξουδετερωθεί σαν ανεξάρτητη δύναμη.

Όμως, η επανάσταση δεν είχε τελειώσει. Δυο δυνάμεις τροφοδοτούσαν τις φλόγες της. Από τη μια μεριά ήταν η κυρίαρχη τάξη. Είχε «ειρηνεύσει» με τη φωτιά και το σίδερο ?και με τη βοήθεια της σοσιαλδημοκρατίας- τη Γερμανία, όμως, η νίκη αυτή δεν της ήταν αρκετή. Έπρεπε να φορτώσει τα σπασμένα της οικονομικής κρίσης που είχε προκαλέσει ο πόλεμος στην εργατική τάξη. Όμως, απέναντί της είχε μια εργατική τάξη που μόλις είχε κάνει μια επανάσταση και η ριζοσπαστικοποίησή της προχωρούσε πολιτικά.

Το 1919 ξεσπάνε 4.970 απεργίες και την επόμενη χρονιά διπλασιάζονται φτάνοντας τις 8.800. Πολιτικά, η ριζοσπαστικοποίηση βρήκε προσωρινή διέξοδο στο USPD και συγκεκριμένα στην αριστερή του πτέρυγα. Το KPD περνούσε μια έντονη εσωτερική κρίση. Η νέα ηγεσία που διαμορφώνονταν γύρω από τον Πάουλ Λέβι, προσπαθούσε να προσανατολίσει το κόμμα μακριά από τις περιπέτειες των οδομαχιών και των ένοπλων αναμετρήσεων μιας «δυναμικής μειοψηφίας» και προς τη συστηματική παρέμβαση στα εργοστάσια και τα συνδικάτα. Δεν ήταν εύκολο. Τον Οκτώβρη του 1919 σε ένα έκτακτο συνέδριο στη Χαϊδελβέργη το κόμμα ουσιαστικά διασπάστηκε: περίπου τα μισά μέλη αποχώρησαν. Το κόμμα έμεινε με 50.000 περίπου μέλη.

Το πραξικόπημα του Καπ και οι συνέπειές του

Στις 13 Μάρτη 1920 η ταξιαρχία Ερχαρντ κατέλαβε το Βερολίνο και εγκατέστησε ως καγκελάριο ένα συντηρητικό γραφειοκράτη τον Καπ. Μονάδες πραξικοπηματιών κινήθηκαν σε διάφορες περιοχές της Γερμανίας. Το πραξικόπημα είχε την στήριξη της κυρίαρχης τάξης και την ευμενή ουδετερότητα των υπόλοιπών στρατηγών: ο διοικητής της Ράϊχσβερ, ο στρατηγός φον Ζέεκτ δήλωσε με νόημα ότι η «Ράϊχσβερ δεν ανοίγει πυρ στην Ράϊχσβερ». Η κυβέρνηση το βάλε στα πόδια.

Όμως, μετά από λίγες μέρες το πραξικόπημα θα καταρρεύσει μετά από μια γιγάντια κινητοποίηση της εργατικής τάξης. Η σπίθα για αυτή την έκρηξη ήρθε από μια ανεπάντεχη κατεύθυνση. Ο Λίγκεν, πρόεδρος της ADGB της σοσιαλδημοκρατικής συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας, κάλεσε σε γενική απεργία ενάντια στο πραξικόπημα. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ?και ο Λιέγκεν προσωπικά- ήταν για χρόνια το προπύργιο της ταξικής συνεργασίας και οι αμείλικτοι διώκτες της αριστεράς μέσα στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Όμως, τώρα, αναγκάστηκαν να βγάλουν το κάλεσμα στη μάχη, γιατί η ίδια τους η υπόσταση βρισκόταν σε κίνδυνο.

Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό. Η Γενική Απεργία καθήλωσε τα πάντα. Όμως πήγε ακόμα παραπέρα: «Στο ένα σημείο της χώρας μετά το άλλο, οι εργάτες μετέτρεπαν την απεργία σε ένοπλη έφοδο στην εξουσία που βρίσκονταν πίσω από το πραξικόπημα… Η οπλισμένη εργατική τάξη πήρε την εξουσία στα χέρια της σε τρεις περιοχές της Γερμανίας: στη βιομηχανική ?καρδιά΄ του Ρουρ, στις περιοχές των ανθρακωρυχείων και των εργοστασίων στη Κεντρική Γερμανία και στο βορρά ανάμεσα στο Λίμπεκ και το Βίσμαρ». (3)

Όταν το πραξικόπημα έπνεε τα λοίσθια ο Λίγκεν έκανε μια πρόταση που προκάλεσε μεγάλο «πονοκέφαλο» τόσο στη σοσιαλδημοκρατική ηγεσία όσο και στην επαναστατική αριστερά ιδιαίτερα στο νεαρό KPD. Πρότεινε τη συγκρότηση μιας «εργατικής κυβέρνησης» αποτελούμενης από τα τρία κόμματα της αριστεράς και με τη στήριξη των συνδικάτων. Για εκατομμύρια σοσιαλδημοκράτες εργάτες η πολιτική της συγκυβέρνησης με τα αστικά κόμματα και το Γενικό Επιτελείο ήταν η μήτρα του πραξικοπήματος. Ο Λίγκεν έριξε την πρόταση για να κρατήσει την επαφή με τη βάση του.

Το KPD είχε ταλαντευτεί τις πρώτες μέρες του πραξικοπήματος. Η αρχική στάση της ηγεσίας του στο Βερολίνο ήταν απογοητευτική: επρόκειτο για μια σύγκρουση ανάμεσα σε «δυο αντεπαναστατικές μερίδες» διακήρυττε και δήλωνε ότι το προλεταριάτο «δεν θα σήκωνε ούτε το δαχτυλάκι του» για την υπεράσπιση της «κυβέρνησης των δολοφόνων της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λήμπνεχκτ».

Ο Πάουλ Λέβι, που βρισκόταν στη φυλακή, και οι πιο ισχυρές κομματικές οργανώσεις όπως αυτή στο Κέμνιτζ με επικεφαλής τον Χάινριχ Μπράντλερ, αντέδρασαν σε αυτό τον καταστροφικό σεχταρισμό και σύντομα η θέση του κόμματος άλλαξε. Η θέση που υιοθέτησε το KPD ήταν η εξής: α) δεν συμμετέχουμε σε κυβερνήσεις διαχείρισης του καπιταλισμού όποιο όνομα και αν έχουν β) παρόλα αυτά, μια κυβέρνηση που σχηματιζόταν χωρίς τη συμμετοχή των αστικών κομμάτων θα δημιουργούσε «ιδιαίτερα πρόσφορες συνθήκες για την ενεργητική δράση των μαζών» γ) απέναντί της το κομμουνιστικό κόμμα ήταν έτοιμο να κρατήσει θέση «νόμιμης αντιπολίτευσης» όσο αυτή εκπλήρωνε τις υποσχέσεις της για εξουδετέρωση της άκρας δεξιάς και «δεν εμπόδιζε την κοινωνική οργάνωση της εργατικής τάξης».

Η ηγεσία του KPD ταλαντεύτηκε για άλλη μια φορά έντονα για να καταλήξει στη συγκεκριμένη στάση. Τη μια μέρα δήλωνε ότι μια τέτοια κυβέρνηση θα ήταν απλή συνέχεια της προηγούμενης και την επόμενη άλλαζε γνώμη. Όταν κατέληξε, στις 26 Μάρτη, οι διαπραγματεύσεις για το σχηματισμό μιας νέας κυβέρνησης του SPD με τα αστικά δημοκρατικά κόμματα είχαν μπει στη τελευταία φάση τους. Αυτή η φόρμουλα προκάλεσε βαριές καταγγελίες στο εσωτερικό του κόμματος για εγκατάλειψη των επαναστατικών αρχών. Για ένα μεγάλο τμήμα ακόμα και της ηγεσίας της Κομιντέρν, το κόμμα κινδύνευε να βαδίσει στα χνάρια της προπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας.

Κι όμως, παρόλο που η ηγεσία δεν κινήθηκε με συνέπεια, η στάση απέναντι στην πρόταση της «εργατικής κυβέρνησης» ήταν ένα τεράστιο μάθημα για το πώς ένα επαναστατικό κόμμα μπορεί να αποφύγει τους κινδύνους και του οπορτουνισμού και του συμβιβασμού με το αστικό καθεστώς αλλά και τον κίνδυνο του σεχταρισμού.

Στις εκλογές που έγιναν τον Ιούνη του 1920 αποκαλύφτηκε η τεράστια μετατόπιση προς τα αριστερά της εργατικής τάξης. Τo SPD πήρε 5.500.000 ψήφους, χάνοντας τη μισή εκλογική του δύναμη. Οι κύριες απώλειες ήταν προς τα αριστερά. Όχι προς το κομμουνιστικό κόμμα που πλήρωνε τις αδυναμίες και τα λάθη των προηγούμενων μηνών, αλλά προς το USPD το οποίο πήρε 4.900.000 ψήφους.

Η γέννηση ενός μαζικού επαναστατικού κόμματος

Ο Λένιν και ο Τρότσκι είχαν δώσει μια ονομασία σε κόμματα όπως το USPD: τα αποκαλούσαν «κεντριστικά», κόμματα που στέκονταν ανάμεσα στη στρατηγική της μεταρρύθμισης του καπιταλισμού και την επαναστατική ανατροπή του και είναι σαν γέφυρες διπλής κατεύθυνσης: προς το ρεφορμισμό η μια και προς την επανάσταση η άλλη. Για παράδειγμα, το κόμμα αυτό το 1918-19 μπορούσε να δηλώνει ότι είναι και με τα εργατικά συμβούλια και με την αστική δημοκρατία: «εργατικά συμβούλια ?αγκυροβολημένα΄ [δηλαδή θεσμοθετημένα] στο Σύνταγμα» ήταν η επίσημη θέση του το 1919.

Στα μέσα του 1920 το USPD ήταν ένα τεράστιο κόμμα: διέθετε 893.000 μέλη, εκατοντάδες εφημερίδες και περιοδικά και μια τεράστια επιρροή στα συνδικάτα. Και η αριστερή πτέρυγα δυνάμωνε με άλματα. Έλπιζε ότι θα οδηγούσε τους «δεξιούς» σε αποχώρηση. Το ζήτημα κλειδί ήταν η στάση απέναντι στη Κομιντέρν, την Κομμουνιστική Διεθνή, που είχε ιδρυθεί μόλις ένα χρόνο πριν.

Το μπολσεβίκικο κόμμα έριξε όλη του τη δύναμη στο κέρδισμα της αριστεράς του USPD. Δεν το έκαναν απλά με το να επισημαίνουν την ασυνέπεια και τις ανεπάρκειες του κόμματος και με εκκλήσεις για προσχώρηση στο Kομμουνιστικό Kόμμα της Γερμανίας. Αντίθετα, μπήκαν σε μια διαδικασία διαλόγου και στο τεστ της πράξης. Οι «21 όροι» που ψήφισε το Δεύτερο Συνέδριο της Κομιντέρν τον Ιούλη του 1920 για την εισδοχή νέων κομμάτων-μελών ήταν η κωδικοποίηση αυτής της προσπάθειας. Στο έκτακτο συνέδριο της Χάλης τον Οκτώβρη του 1920 οι δυο πτέρυγες κονταροχτυπήθηκαν άγρια. Την πλάστιγγα την έγειρε ένας απρόσμενος επισκέπτης, ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, ο πρόεδρος της Κομιντέρν. Ύστερα από μια εντυπωσιακή ομιλία τεσσάρων (!) ωρών, έγινε η ψηφοφορία: 237 ψήφοι υπέρ των 21 όρων και 156 κατά. Κατόπιν προχώρησαν γρήγορα οι διαδικασίες για τη συγκρότηση του «Ενωμένου Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας» (VKPD). Ηταν το μεγαλύτερο επαναστατικό κόμμα εκτός Ρωσίας με περίπου μισό εκατομμύριο μέλη.

Από τη «τρέλα του Μάρτη» στο ενιαίο μέτωπο

Ηταν πράγματι ένα μαζικό κόμμα, και μάλιστα αν αναλογιστούμε ότι πριν την ενοποίηση το ΚPD διέθετε το πολύ 80.000 μέλη. Όμως αυτό δεν έλυνε αυτομάτως το πρόβλημα που κατάτρυχε την επαναστατική αριστερά στη Γερμανία από καιρό: τη συγκρότηση μέσα από τις κοινές εμπειρίες της πολιτικής παρέμβασης και της αποσαφήνισης ιδεών για τη στρατηγική και τη τακτική, ενός συνεκτικού πολιτικού οργανισμού που θα μπορούσε να εκτιμάει σωστά κάθε φορά τη κατάσταση και να αναλαμβάνει τις ανάλογες πρωτοβουλίες. Το νέο ενωμένο κόμμα ήταν η απόδειξη πόσο μπροστά είχε προχωρήσει το πιο πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης. Ταυτόχρονα, όμως, όξυνε όλες τις παραπάνω ανεπάρκειες.

Η ανυπομονησία που είχε τόσο καταστροφικά αποτελέσματα το Γενάρη του 1919 και σε άλλες περιπτώσεις έγινε ακόμα πιο έντονη. Θεωρητικά αυτή η πίεση βρήκε έκφραση στη λεγόμενη «Θεωρία της επίθεσης» -την οποία καλλιεργούσε και ένα τμήμα της ηγεσίας της Κομιντέρν. Σε μια επαναστατική εποχή, έλεγε η «θεωρία», το καθήκον των επαναστατών είναι να βρίσκονται συνέχεια στην επίθεση, έτσι θα ξυπνήσουν τις «μάζες» διαφορετικά θα κυλούσαν ξανά στη στάση της προπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας που μιλούσε «μαρξιστικά» ενώ συμβιβαζόταν στη πράξη.

Το πρακτικό προϊόν αυτής της «θεωρίας» ήταν η λεγόμενη «Δράση του Μάρτη» του 1921 (πάλι με την παρακίνηση ενός ανώτερου στελέχους της Κομιντέρν, του Μπέλα Κουν). Οι εργάτες μιας περιοχής στην Κεντρική Γερμανία κατέβηκαν σε απεργίες ενάντια στην κρατική καταστολή. Ηταν μια αμυντική μάχη, που δεν απλώθηκε καν σε όλη τη συγκεκριμένη περιφέρεια. Όμως, η προοπτική για την οποία έπεισε ο Μπέλα Κουν την ηγεσία του KPD ήταν κυριολεκτικά απογειωμένη: ούτε λίγο ούτε πολύ, το KPD με το παράδειγμά του έπρεπε να «εκβιάσει την εξέλιξη της Επανάστασης». Η ηγεσία του προσπάθησε με μια διαταγή να μετατρέψει μια αποσπασματική αμυντική δράση σε γενικευμένη επίθεση. Στις 20 Μάρτη η καθημερινή εφημερίδα του κόμματος, η Rote Fahne (Κόκκινη Σημαία) δήλωνε ότι όποιος δεν ανταποκρινόταν στα καλέσματα για γενική απεργία και εξοπλισμό ήταν προδότης: «Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» κραύγαζε ο πρωτοσέλιδος τίτλος!

Το αποτέλεσμα ήταν ένα καταστροφικό φιάσκο. Σε κάποια μέρη, τα μέλη του κόμματος οδήγησαν διαδηλώσεις ανέργων σε απόπειρες κατάληψης εργοστασίων για να επιβάλλουν στους εργάτες να απεργήσουν. Το SPD έτριβε τα χέρια του: να ποιοι είναι οι κομμουνιστές, έλεγε, τυχοδιώκτες και πραξικοπηματίες.

Το ίδιο το κόμμα εκτός από τη σκληρή καταστολή αντιμετώπισε μια μεγάλη κρίση: εκατοντάδες χιλιάδες μέλη του το εγκατέλειψαν. Η κρίση έφτασε στην ηγεσία: ο Πάουλ Λέβι όχι μόνο διαφώνησε με την «Δράση του Μάρτη» αλλά δημοσίευσε μια μπροσούρα που κατήγγειλε το κόμμα ως δράστη του «μεγαλύτερου μπακουνινικού πραξικοπήματος στην ιστορία». Η κριτική ήταν σωστή, αλλά ο τόνος της, η φρασεολογία και ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο Λέβι δεν έκανε το κόπο να δώσει αυτή τη μάχη μέσα στο κόμμα, για να πείσει για τις θέσεις του, προκάλεσαν τη διαγραφή του.

Το KPD ανάρρωσε από αυτή την ήττα αν και χρειάστηκαν μήνες και περισσότερες απώλειες πριν ξεκινήσει να το κάνει. Η δημοκρατική και έντονη συζήτηση στη Κομιντέρν έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτό. Στο Τρίτο Συνέδριο που έγινε τον Ιούλη του 1921, ο Λένιν και ο Τρότσκι δεν τσιγκουνεύτηκαν τις σαρωτικές κριτικές στη «θεωρία της επίθεσης» ?και στη διάρκειά τους πάλεψαν για την υιοθέτηση από τη Κομιντέρν της πολιτικής του «ενιαίου μετώπου». Οι επαναστάτες έλεγαν οι αποφάσεις του συνεδρίου πρέπει «να πάνε στις μάζες» και να τις κερδίσουν, μέσα από τη κοινή δράση ακόμα και με τις ηγεσίες των ρεφορμιστικών κομμάτων και συνδικάτων, για οικονομικά και πολιτικά αιτήματα. Δεν ήταν μια συζήτηση ?με πολλές αντιπαραθέσεις- που τέλειωσε τότε, αντίθετα συνεχίστηκε. Oι αποφάσεις του Τέταρτου Συνεδρίου της Κομιντέρν το Νοέμβρη 1922 είχαν πάλι στο κέντρο τους ακόμα πιο έντονα το «Ενιαίο Μέτωπο» ?με την ενεργητική συμβολή της ηγεσίας του KPD.

Στα τέλη του 1922, το κόμμα είχε φτάσει τα περίπου 220.000 μέλη(4). Για ένα επαναστατικό κόμμα τα μέλη δεν είναι απλοί αριθμοί ή ψήφοι στις εκλογές. Είναι αγωνιστές και αγωνίστριες που παλεύουν μαζί με τη τάξη τους και κερδίζουν τη πολιτική εμπιστοσύνη των πιο πρωτοπόρων τμημάτων της. Από αυτή την άποψη το KPD στα τέλη εκείνης της χρονιάς μπορούσε να περηφανεύεται για πολλές επιτυχίες.

Την επιρροή του στα εργοστασιακά συμβούλια για παράδειγμα: Πάλευαν να τα μετατρέψουν από ανώδυνα παραρτήματα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας σε μαχητικές οργανώσεις βάσης: «Φθάνοντας το φθινόπωρο του 1922 οι κομμουνιστές είχαν κερδίσει τόση επιρροή σε χιλιάδες εργοστασιακά συμβούλια ώστε να κυριαρχήσουν στο πανεθνικό τους συνέδριο που έγινε το Νοέμβρη»(5). Οι «επιτροπές ελέγχου» που γεννήθηκαν στις εργατικές συνοικίες πολλών πόλεων κινητοποιούσαν εργάτες και ?κυρίως- εργάτριες ενάντια στη κερδοσκοπία και το πληθωρισμό που κατέτρωγε τα μεροκάματα ήταν ένα άλλο πεδίο δράσης του KPD. Προσπαθούσε να τις συντονίσει, να τις συνδέσει με τα εργοστασιακά συμβούλια και τις απεργίες. Οι «Προλεταριακές Εκατονταρχίες», ήταν η μορφή που πήρε το «ενιαίο μέτωπο» ενάντια στην απειλή της ακροδεξιάς και των φασιστών.

1923: απότομη στροφή

Ένα από τα βασικά κριτήρια για την αποτελεσματικότητα ?και τη χρησιμότητα εν τέλει- μιας επαναστατικής οργάνωσης, πολύ περισσότερο ενός κόμματος, είναι η ικανότητα να αντιλαμβάνεται, να ερμηνεύει και να ανταποκρίνεται σε ξαφνικές αλλαγές στη πολιτική κατάσταση και στη πορεία της ταξικής πάλης. Έρχονται στιγμές που ο ίδιος ο καπιταλισμός παράγει τόσο εκρηκτικές καταστάσεις που «κάθε τι σταθερό διαλύεται στον αέρα». Η γερμανική κοινωνία κάθε άλλο παρά «σταθερή» ήταν στα τέλη του 1922, όμως το σοκ του 1923 ήταν πράγματι συγκλονιστικό. Την έφερε στα πρόθυρα της επανάστασης, ενός γερμανικού «Οκτώβρη».

Τον Γενάρη του 1923 γαλλικά και βελγικά στρατεύματα κατέλαβαν το Ρουρ. Ο σκοπός ήταν να αρπάξουν τη παραγωγή του άνθρακα επειδή η γερμανική κυβέρνηση καθυστερούσε στη πληρωμή των «πολεμικών αποζημιώσεων» που είχε επιβάλει η Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919. Η γερμανική κυβέρνηση του καγκελάριου Κούνο απάντησε με μια υστερική εκστρατεία εθνικισμού και την οργάνωση της «παθητικής αντίστασης» στις κατεχόμενες περιοχές (και της ένοπλης, από τις ακροδεξιές συμμορίες της «μαύρης Ράιχσβερ» που εκπαίδευε ο τακτικός στρατός).

Το SPD και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία για άλλη μια φορά έδωσαν πρόθυμη στήριξη στη κυρίαρχη τάξη και έτσι το κλίμα της «εθνικής ενότητας» επηρέασε τους εργάτες. Όμως, παράλληλα, οι ίδιοι έβλεπαν δυο πράγματα: οι καπιταλιστές πλούτιζαν ενώ οι ίδιοι πεινούσαν. Ο πληθωρισμός που πριν κατέτρωγε τους μισθούς και τα εισοδήματα τώρα κυριολεκτικά τα εξανέμιζε. Το μάρκο κατέρρεε, φτάνοντας η άνοιξη θα χρειάζονταν δισεκατομμύρια από το «χρήμα-κομφετί» για να αγοράσει κάποιος ένα?αυγό. Η εξαθλίωση δεν απειλούσε μόνο τους εργάτες αλλά και τα μεσαία στρώματα.

Το KPD κράτησε μια περήφανη, διεθνιστική στάση. Όταν η γερμανική βουλή συζήτησε στις 13 Γενάρη τη πρόταση ψήφου εμπιστοσύνης στη κυβέρνηση, ο Πάουλ Φρέλιχ, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του KPD ανέβηκε στο βήμα για να δηλώσει: «Ο Κούνο και ο Πουανκαρέ [ο πρόεδρος της Γαλλίας] είναι δίδυμα αδέλφια. Είμαστε σε πόλεμο και ο Καρλ Λήμπνεχκτ μας δίδαξε την πολιτική της εργατικής τάξης σε καιρό πολέμου, ταξική πάλη ενάντια στον πόλεμο! Αυτό θα είναι το σύνθημά μας: όχι κοινωνική ειρήνη αλλά εμφύλιος πόλεμος!».(6)

Το εργατικό κίνημα άρχισε να περνάει στην αντεπίθεση και οι μορφές του ενιαίου μετώπου που είχαν χτιστεί το προηγούμενο διάστημα έπαιζαν κεντρικό ρόλο σε αυτή την αντεπίθεση. Οι «Προλεταριακές Εκατονταρχίες» ιδιαίτερα, άρχιζαν να συνδυάζουν και τη πάλη ενάντια στη φασιστική δεξιά και την ενεργητική οργάνωση των εργατικών αγώνων δίπλα στα εργοστασιακά συμβούλια.

Για μια ολόκληρη πτέρυγα του KPD ?με ισχυρή επιρροή τόσο στην ηγεσία όσο και στη βάση ιδιαίτερα στη περιφέρεια το Βερολίνου- με επικεφαλής τη Ρουθ Φίσερ και τον Αρκάντι Μάσλοφ, αυτές οι προσπάθειες ήταν «σοσιαλδημοκρατική παρέκκλιση». Δεν ήταν δύσκολο για την ηγεσία του κόμματος γύρω από τον Μπράντλερ και τον Αουγκουστ Ταλχάϊμερ, να αποκρούσει αυτές τις κατηγορίες. Η ενιαιομετωπική τακτική κέρδιζε στρατιές εργατών στις γραμμές και το πλευρό του επαναστατικού κόμματος.

Ο «γερμανικός Οκτώβρης»

Από τον Ιούνη και μετά οι εξελίξεις επιταχύνονταν. Η οικονομική κατάσταση χειροτέρευε, η κυρίαρχη τάξη βυθιζόταν στις έριδες και έχανε το τιμόνι, η ριζοσπαστικοποίηση προχωρούσε και το πιο σημαντικό ?οι απεργίες αποκτούσαν όχι μόνο ευρύτητα αλλά και πολιτικό χαρακτήρα. Τον Αύγουστο, μια απεργία που ξεκίνησε από το Βερολίνο με πρωτοβουλία της Εκτελεστικής Επιτροπής των Εργοστασιακών Συμβουλίων, μετεξελίχτηκε σε μια Γενική Απεργία που έριξε τη κυβέρνηση του Κούνο.

Για την ηγεσία της Κομιντέρν και των ρώσων μπολσεβίκων, όπως και για την ηγεσία του KPD αυτή η εξέλιξη χτύπησε τις καμπάνες. Μια επαναστατική κατάσταση ωρίμαζε στη Γερμανία. Τα ερωτήματα αποκτούσαν πια πιεστικό χαρακτήρα: η ανατροπή της κυβέρνησης σημαίνει το τέλος του κινήματος ή το πέρασμά του σε μια νέα, ανώτερη φάση; η κατάληψη της εξουσία είναι όντως προ των πυλών;

Με την ενεργητική υποστήριξη της Κομιντέρν και του μπολσεβίκικου κόμματος προχωρούσαν οι προετοιμασίες για την ένοπλη εξέγερση. Τα πάντα μπήκαν στην υπηρεσία της επερχόμενης γερμανικής επανάστασης. Στη Ρωσία, ο Κόκκινος Στρατός καλούσε εθελοντές που μιλούσαν γερμανικά, σιτάρι ?που δεν περίσσευε- συγκεντρωνόταν για να πάει στη Κόκκινη Γερμανία. Στρατιωτικοί σύμβουλοι, χρήματα και κάμποσα όπλα έβρισκαν το δρόμο τους στις παγωμένες από τη πείνα και το κρύο γερμανικές πόλεις. Εκεί, οι τεχνικές προετοιμασίες προχωρούσαν με μυστικότητα και χαρακτηριστική μεθοδικότητα από τον παράνομο μηχανισμό του KPD. Ο Βίκτορ Σερζ, στην αυτοβιογραφία του «Αναμνήσεις ενός Επαναστάτη» ζωγραφίζει με έντονα χρώματα τις προετοιμασίες και την απίστευτη ένταση, τις ελπίδες και τους φόβους εκείνων των ημερών.

Το σήμα για την έναρξη της δράσης, σύμφωνα με το σχεδιασμό, θα το έδινε η απόπειρα της κεντρικής κυβέρνησης να ανατρέψει με βία τις τοπικές κυβερνήσεις της Σαξονίας και της Θουριγγίας στις οποίες κυριαρχούσε η αριστερά πτέρυγα του SPD (στα τέλη Σεπτέμβρη κομμουνιστές υπουργοί μπήκαν σ΄ αυτές, ανάμεσά τους και ο Μπράντλερ, ύστερα από εντολή της Κομιντέρν).

Η πρόκληση ήρθε στις 20 Οκτώβρη. Ύστερα από ένα τελεσίγραφο, τμήματα της Ράϊχσβερ, του γερμανικού στρατού, μπήκαν στη Σαξονία με σκοπό να ανατρέψουν τη κυβέρνηση του κρατιδίου και να «αποκαταστήσει τη τάξη». Όμως, όταν την επόμενη μέρα ο Μπράντλερ ανέβηκε στο βήμα της συνδιάσκεψης των εργατικών οργανώσεων και κομμάτων στο Κέμνιτζ για να προτείνει τη κήρυξη πανεθνικής γενικής απεργίας και τον εξοπλισμό των εργατών, συνάντησε την άρνηση της ηγεσίας των αριστερών σοσιαλδημοκρατών.

Εκείνη τη στιγμή, η ηγεσία του KPD έπρεπε να πάρει μια απόφαση: να προχωρήσει ή ματαιώσει τα σχέδια; Όλοι οι φόβοι ότι θα επαναλάμβαναν λανθασμένες κρίσεις όπως η «Δράση του Μάρτη» βάρυναν στο νου της ηγεσίας.

Στις 22 Οκτώβρη πάρθηκε η οριστική απόφαση για τη ματαίωση της εξέγερσης. Απεσταλμένοι στάλθηκαν σε όλες τις πόλεις για να μεταφέρουν την εντολή. Σε μια δεν έφτασε, στο Αμβούργο. Ετσι το πρωί της 24 Οκτώβρη, μερικοί εκατοντάδες επαναστάτες εφόρμησαν στα αστυνομικά τμήματα. Οι συγκρούσεις κράτησαν λιγότερο από ένα 24ωρο αφού έγινε σύντομα γνωστό ότι πουθενά αλλού δεν υπήρχαν τέτοιες κινήσεις. Αντί για το «γερμανικό Οκτώβρη» η κατάληξη ήταν ένα φιάσκο.

Η νίκη της γερμανικής επανάστασης θα άλλαζε το ρου της ιστορίας. Η ήττα της, εκείνο τον Οκτώβρη, οδήγησε στην απομόνωση της ρώσικης επανάστασης στρώνοντας το δρόμο για την επικράτηση του σταλινισμού. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ναζιστική σβάστικα εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως έμβλημα στις στολές της ταξιαρχίας του Ερχαρντ στη διάρκεια του πραξικοπήματος Καπ το Μάρτη του 1920?

Στον Λ. Τρότσκι χρωστάμε την πιο δουλεμένη και διεισδυτική ανάλυση αυτής της ήττας, στη μπροσούρα τα «Διδάγματα του Οκτώβρη». Εξηγεί τι ήταν αυτό που έσπρωξε τη γερμανική ηγεσία να κάνει πίσω:

«Η εργατική τάξη παλεύει και ωριμάζει έχοντας πάντα συνείδηση του γεγονότος ότι οι μεγαλύτερες δυνάμεις βρίσκονται με το μέρος του εχθρού. Αυτό φαίνεται σε κάθε βήμα της καθημερινής ζωής: ο εχθρός διαθέτει πλούτη και κρατική εξουσία, όλα τα μέσα ιδεολογικής πίεσης και όλους τους μηχανισμούς καταπίεσης. Συνηθίζουμε στην ιδέα ότι ο εχθρός υπερτερεί σε δυνάμεις. Κι αυτή η συνήθεια αποτελεί βασικό μέρος της ζωής και της δραστηριότητας του επαναστατικού κόμματος, στην εποχή της προετοιμασίας. Οι συνέπειες της μιας ή της άλλης απρόσεχτης ή ανώριμης πράξης υπενθυμίζουν σκληρά τη δύναμη του εχθρού. Αλλά έρχεται μια στιγμή που η συνήθεια να θεωρούμε τον εχθρό σαν δυνατότερο γίνεται το κύριο εμπόδιο στο δρόμο για τη νίκη. Η σημερινή αδυναμία της αστικής τάξης φαίνεται ντυμένη με τη σκιά της χθεσινής της δύναμης».

Ο Τρότσκι κάνει και μια άλλη διαπίστωση: «Χωρίς κόμμα, ξέχωρα από το κόμμα, πάνω από το κόμμα ή μ΄ ένα υποκατάστατο του κόμματος, η προλεταριακή επανάσταση δεν μπορεί να νικήσει». Η Γερμανία του 1918-23 είναι μια ακόμα απόδειξη ότι ένα τέτοιο κόμμα πρέπει να χτιστεί πριν τις επαναστατικές ευκαιρίες.

[Αποσπάσματα από το βιβλίο του Chris Harman, Η Χαμένη Επανάσταση, Γερμανία 1918-1923]

O Mιτεράν, η ενωμένη Γερμανία και ο Σημίτης

Αύγουστος 21, 2013

Μήνυμα αποφασιστικότητας η πώληση του ΟΠΑΠ, δήλωσε ο κ. Στουρνάρας ποζάροντας, αμέσως μετά, με τον πρόεδρο του ΤΑΙΠΕΔ κ. Σταυρίδη και τον Δημήτριο Μελισσανίδη, τέως ιδιοκτήτη σχολής οδηγών και νυν εφοπλιστή πετρελαιά, ως εκπρόσωπο της τσεχοσλοβακοελληνικής (!) κοινοπραξίας που αγόρασε μισοτιμής το 33% του ελληνικού μονοπωλίου στοιχημάτων και διαφόρων άλλων παιχνιδιών τζόγου! Τρομερά πράγματα. Αφασία, αναισθησία, ανηθικότητα, εθελοδουλία, γκανγκστερισμός, όλα ανακατεμένα. Το καρτέλ που συνέστησαν Σαμαράς – Βενιζέλος συνεχίζει ακάθεκτο. Το θέμα του ΟΠΑΠ είναι δείγμα γραφής, όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για τις παρακμάζουσες οικονομικές ελίτ της χώρας. Μάλιστα, αυτό που θα ακολουθήσει θα θυμίζει μέρες Σικάγο και ποτοαπαγόρευσης. Κόκκαλης και Μαρινάκης εναντίον Μελισσανίδη σε μια μάχη από την οποία (θυμηθείτε με) ο Κόπολα θα μπορούσε να μαζέψει τρομερό υλικό για ταινία.

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ συνεχίζεται. Η Ευρωζώνη δεν θα αντέξει για πολύ με αυτές τις συνθήκες. Δεν είναι δυνατόν από τη στρατηγική και οικονομική επιλογή των συγκλίσεων στις υποδομές, ώστε ο ανταγωνισμός να γίνεται εντός ανεκτών ορίων, να έχουμε φτάσει στις ιλιγγιώδεις αποκλίσεις με χώρες να έχουν βασικό μισθό τα 250 ευρώ και άλλες χώρες να έχουν βασικό μισθό τα 1.600 ευρώ. Να υπάρχουν χώρες όπου οι συνδικαλιστικές ελευθερίες και η προστασία της εργασίας να είναι ιστορικοί θεσμοί και οι συμφωνίες να υπογράφονται μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και χώρες, σαν τη δική μας, όπου οι εργαζόμενοι ρίχνονται χύμα στη ζούγκλα με τα άγρια θηρία.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ το λάθος του Μιτεράν να προτάξει το κοινό νόμισμα της πολιτικής και φορολογικής ενοποίησης ως όρο για να δώσει την έγκρισή του για την επανένωση της Γερμανίας, φοβούμενος την ισχύ του ενωμένου πλέον αντιπάλου.

Δυστυχώς, δεν ζει για να μάθει πως συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Και ήταν φυσικό, καθώς ο τελευταίος λίθος της πυραμίδας τέθηκε πρώτος και πάνω σε αυτόν, δηλαδή το κοινό νόμισμα, προχώρησαν να χτίσουν. Να χτίσουν τι; Με την εφαρμογή του κοινού νομίσματος ελάχιστοι ανησύχησαν που οι δύο μεγάλες δυνάμεις, δημιουργοί της νέας ηπειρωτικής οικονομίας, άρχισαν από κοινού να παραβιάζουν τους υποτιθέμενους απαράβατους όρους, όπως έλεγαν Σιράκ και Σρέντερ, για ταχύτατη προσαρμογή με όριο ελλείμματος 3% και όριο χρέους 60%.

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ πειρασμός ήταν να χρεώσουν τις αδύναμες παραγωγικά χώρες ώστε να τις κουμαντάρουν όπως θέλουν, διότι, ως γνωστόν, όποιος ελέγχει το χρέος μιας χώρας ελέγχει τη χώρα ολόκληρη. Η Ευρώπη των λαών και της συνεργασίας είχε πάει περίπατο. Η ισχυρή Γερμανία επέτρεψε την εισβολή των τοκογλυφικών κεφαλαίων και την αδιανόητη είσοδο του ΔΝΤ στην Ευρωζώνη για να κατακτήσει με το μικρότερο δυνατό οικονομικό κόστος εκτός από την οικονομική και την απόλυτη πολιτική ηγεμονία.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ πλέον εύκολη επιστροφή στις αρχικές ιδρυτικές αρχές της Ένωσης. Οι αποκλίσεις είναι τόσο μεγάλες, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι κοινό ένα νόμισμα στο οποίο δεν χωράνε, στις σημερινές συνθήκες, πάνω από πέντε ή έξι οικονομίες. Για να γίνει η μεγάλη αλλαγή, απαιτούνται νέοι πολιτικοί συσχετισμοί, ανατροπές, τολμηρές κινήσεις με σχεδόν ολοκληρωτικές διαγραφές χρεών και χρηματοδοτικά αναπτυξιακά προγράμματα, ώστε να πάρουν μπροστά οι οικονομίες όλων των χωρών της Ευρωζώνης. Είναι όμως άλλο να μην μπεις στο ευρώ (όπως αποφάσισε πρόσφατα η Πολωνία) και άλλο να βγεις μόνος σου.

ΘΥΜΑΣΤΕ την αρχική ισοτιμία με το δολάριο; Την 20ή Οκτωβρίου του 2000 είχαμε τη χαμηλότερη, με το ευρώ να ισούται με 0,8225 δολάρια. Τότε όλοι προέβλεπαν ότι το πράγμα θα ισορροπήσει και θα κινείται σε ισοτιμίες γύρω στο ένα προς ένα. Τον Μάρτιο του 2008 ένα ευρώ έφτασε τα 1,5839 δολάρια! Τι σχέση είχε η ελληνική οικονομία με αυτό το νόμισμα; Ποια συγκριτικά πλεονεκτήματα να αξιοποιήσει μια οικονομία χαμηλής προστιθέμενης αξίας; Γιατί να έρθει κανείς για τουρισμό στην Ελλάδα όταν με 450 ευρώ (όσο να πάει και να έρθει μια οικογένεια με το αυτοκίνητό στην Κρήτη) πήγαινες κομπλέ (αεροπορικά εισιτήρια, διαμονή σε ξενοδοχείο 5 αστέρων, πρωινό, μεσημεριανό και βραδινό) για μια βδομάδα στην Τυνησία ή την Τουρκία; Πού να τολμήσουν να βγουν στις ευρωπαϊκές αγορές οι ελληνικές εξαγωγές; Πώς να σταθεί η άλλοτε ισχυρή ελληνική κλωστοϋφαντουργία; Πώς εκμεταλλευτήκαμε τα χαμηλά επιτόκια για να επανασχεδιάσουμε την παραγωγική μας βάση;

ΡΩΤΗΣΤΕ τον κ. Σημίτη, που σπατάλησε 20 δισ. ευρώ στη φούσκα των Ολυμπιακών αγώνων, χωρίς να κερδίσει ούτε έναν τουρίστα περισσότερο από την προβολή της μεγαλομανούς χώρας, την οποία κουμαντάριζε η κλεπτοκρατία. Ρωτήστε τον πόσα χρήματα από τα έσοδα των μετοχοποιήσεων των μεγάλων ΔΕΚΟ πήγαν στην αποπληρωμή του χρέους και πόσα δαπανήθηκαν στις πελατειακές σχέσεις ώστε να εκλεγεί για δεύτερη φορά πρωθυπουργός.

ΜΕ ΛΙΓΑ λόγια, αν δεν γίνουν σύντομα πολιτικές ανατροπές και συντονισμός των χωρών του Νότου, όσο κούρεμα κι αν κάνουν οι δανειστές μας, είναι τόσο βαθιά και εκτεταμένη η διάλυση του παραγωγικού και κοινωνικού ιστού της χώρας, που μόνη της, χωρίς τόλμη, νέες ιδέες, εθνική ενότητα, συστράτευση και συνεργασίες, το μόνο που θα παράγεται είναι ελλείμματα και χρέη. Τα χιλιάδες καταστήματα “Αγοράζω χρυσό” τι νομίζετε ότι κάνουν, καταληστεύοντας τα ελληνικά νοικοκυριά για ένα μήνα δυνατότητας τροφής!

[Του Δ. Χρήστου, αναδημοσίευση από την Αυγή, 17/8/13]

Αυριανισμός: Μάστιγα της Μεταπολίτευσης

Αύγουστος 21, 2013

«Φοράνε χειροπέδες σε αυτούς που δημιουργούν!» φώναξε ο εκδότης Γιώργος Κουρής φτάνοντας στα δικαστήρια της Ευελπίδων, μετά τη σύλληψή του. Πρόκειται να δικαστεί στο αυτόφωρο στις 30 Απριλίου, κατηγορούμενος για χρέη προς το δημόσιο – κατά δήλωσή του, ύχους 300.000 ευρώ.

Εμείς στο UNFOLLOW βιαστήκαμε λίγο, η αλήθεια είναι. Φιλοτεχνήσαμε την προσωπογραφία του «δημιουργού» στο τεύχος #4 (Μάρτιος 2012). Χάριν επικαιρότητας, την ανεβάζουμε ολόκληρη στο διαδίκτυο. Και μην ξεχνάτε: το τεύχος #5 του UNFOLLOW κυκλοφορεί στα περίπτερα!

Γιώργος Κουρής: Ο προπαγανδιστής που αλλοίωσε τον ελληνικό Τύπο

Με εμπνεύσεις και τακτικές που μοιάζουν να προέρχονται από το πόνημα του Αδόλφου Χίτλερ Ο αγών μου, ο δημιουργός του αυριανισμού ξεκίνησε από την Κεφαλονιά και μέσα σε πέντε δεκαετίες έφτασε στο εμπόριο τηλεοπτικών καναλιών και στην κορυφή της πυραμίδας της εξουσίας.

Του Λευτέρη Χαραλαμπόπουλου

Ο ίδιος συστήνεται ως έμπορος τηλεοπτικών καναλιών. «Δουλειά μου είναι να φτιάχνω και να πουλάω συχνότητες» είπε σε πρόσφατη συνάντησή του με κάποιους από τους εκατοντάδες δημοσιογράφους που έστειλε στην ανεργία. Είναι μια δουλειά που την κάνει καλά ο μοντέρνος πραγματευτής. Και τις απολύσεις («περισσότεροι από 5.000 δημοσιογράφοι πέρασαν απ’ τα χέρια μου» υποστηρίζει αυτάρεσκα) και το εμπόριο συχνοτήτων. Κανάλι 29 (μετεξελίχθηκε στο Star Channel), Κανάλι 5 (μετεξελίχθηκε στο ALTER), Extra και εσχάτως το Kontra Channel, την τηλεοπτική έκδοση της Αυριανής.

Απολαύστε ομοιότητες: Πώς συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό της η εφημερίδα-συνώνυμο του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980; «Στόχος μας είναι να ξεσκεπάζουμε τους λωποδύτες, τους κλέφτες, τους μαστροπούς-αλήτες δημοσιογράφους του κίτρινου Τύπου, τους πάσης φύσεως εκμεταλλευτές του ελληνικού λαού, τους πάσης φύσεως ραδιούργους, μηχανορράφους συμμάχους και τουρκόφιλους συνάμα και όλα τα κατακάθια και τα καθάρματα, που ποτέ δεν θέλησαν ν’ αναγνωρίσουν τα δίκαια της πατρίδος μας».

Και πώς παρουσιάζεται στο τηλεοπτικό κοινό το kontra channel τρεις δεκαετίες αργότερα; «… το κανάλι επικεντρώθηκε στην αδιαπραγμάτευτη ενημέρωση, με ευαισθησία στα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, τόλμησε να πει τα πράγματα με το όνομά τους, σε μια εποχή που ο κόσμος αποδοκίμαζε και αποδοκιμάζει όλες σχεδόν τις συστημικές δομές, ενώ βιώνει οικονομικά τις δυσκολότερες ημέρες τις μεταπολεμικής Ελλάδας…»

Το μάθημα του Χίτλερ και η άνεση του χαμαιλέοντα

Αυτό που κάνει τον Κουρή να ξεχωρίζει είναι ότι αντιλαμβάνεται έγκαιρα τον κοινωνικό αναβρασμό και ακολουθεί την πρακτική που εφάρμοσε με επιτυχία ο Αδόλφος Χίτλερ τη δεκαετία του 1920: «Η προπαγάνδα και το πνευματικό της επίπεδο πρέπει να βρίσκεται όσο πιο χαμηλά είναι οι μεγάλες μάζες του πληθυσμού» έγραφε στο βιβλίο Ο αγών μου ο άνθρωπος που σημάδεψε όσο κανείς άλλος τον 20ό αιώνα.

Τη δεκαετία του 1960 ο Γιώργος και ο Μάκης Κουρής εκδίδουν την εφημερίδα Η Φωνή της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης. Εκεί, σε κείμενά τους αποκαλούσαν τον Ανδρέα Παπανδρέου «άπατρι και δηλωσία Ανδρέσωφ», έλουζαν με κοσμητικά επίθετα τον Γεώργιο Παπανδρέου, ενώ σε άλλα κείμενα υμνούσαν τον Ιωάννη Μεταξά, ακόμη και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη την εποχή της Αποστασίας. Αργότερα, σύμφωνα με τους επικριτές των αδερφών Κουρή, η ίδια εφημερίδα στήριζε το καθεστώς της χούντας.

Το 1978, τα δυο αδέρφια ήρθαν στην Αθήνα, έστησαν εργοστάσιο για την παραγωγή γραφικής ύλης και καρμπόν και δύο χρόνια αργότερα επανήλθαν στις εκδοτικές επιχειρήσεις με τη λαϊκή εφημερίδα Αυριανή. Όπως η Ελευθεροτυπία γεννήθηκε το 1975, έπειτα από τη μεγάλη απεργία των συντακτών, έτσι και η Αυριανή γιγαντώθηκε στην απεργία των τυπογράφων. Ήταν η μόνη που έφτανε στο κοινό, μαζί με τον Ριζοσπάστη και την Αυγή. Έτσι, από μερικές εκατοντάδες φύλλα πωλήσεων, έφτασε να γίνει πρώτη σε κυκλοφορία εφημερίδα στην Ελλάδα, και ο έμπορος καρμπόν μπήκε ξαφνικά στο κλαμπ των μεγαλοεκδοτών. Στην εξάπλωσή της βοήθησαν η χαμηλή τιμή της (5 δραχμές, ενώ οι υπόλοιπες κόστιζαν 15 δραχμές εκείνη την εποχή) και φυσικά το λαϊκό ύφος της, που κινούνταν στα όρια του προσβλητικού και του χυδαίου. Αυτό την έφερε απέναντι στην κυβέρνηση και τον τότε πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη. Και σχεδόν αναγκαστικά, ο Κουρής βρέθηκε στο απέναντι στρατόπεδο: στο ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, το οποίο ετοιμαζόταν να κυβερνήσει.

Με άνεση χαμαιλέοντα, όταν το αποτέλεσμα των εκλογών του 1981 έφερε στην κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ, η εφημερίδα του κυκλοφόρησε με τίτλο: «Οι αγώνες και οι θυσίες της Αυριανής δικαιώθηκαν πανηγυρικά. ΝΙΚΗΣΑΜΕ – ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ – Γελοιοποιήθηκε και εξευτελίστηκε με τις κομπίνες και τις απάτες της γυναίκας του ο Ράλλης».

Αυτό ήταν. Μόλις είχε γεννηθεί ο αυριανισμός. Σε ένα πρωτοσέλιδο που είχε τα πάντα. Ψέμα, υπερβολή, ίντριγκα και ανυπόστατες κατηγορίες. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις προεδρικές εκλογές, όταν επιλέχθηκε ο Χρήστος Σαρτζετάκης αντί του Κωνσταντίνου Καραμανλή, τον οποίο σκεφτόταν να προτείνει ο Α. Παπανδρέου, ο Κουρής άλλαξε τη… μαρκίζα στην Αυριανή και πρόσθεσε κάτω από τον τίτλο το μότο που την έκανε ακόμη πιο διάσημη: «Η εφημερίδα που γκρέμισε τον Καραμανλισμό».

Στις εφημερίδες του Κουρή έχει προστεθεί από το 1983 και ο «Φίλαθλος», με τον οποίο ο ίδιος δεν ασχολείται, έχοντας αφήσει τον Νίκο Καραγιαννίδη να αναθρέψει το αθλητικό αδερφάκι της Αυριανής στα ίδια πρότυπα. Λίγος κιτρινισμός, λίγος λαϊκισμός, λίγος αυριανισμός.

Ο κιτρινισμός κεντρίζει την περιέργεια του πολίτη, διεισδύει στις ιδιωτικές ζωές και συναλλαγές για να αντλήσει θέματα που θα ερεθίσουν το κοινό και θα αυξήσουν τις πωλήσεις. Ο λαϊκισμός έχει επίσης στόχο την αύξηση πωλήσεων, ωστόσο διαφέρει από τον κιτρινισμό στο σκεπτικό και στον τρόπο με τον οποίο πλασάρει τα διογκωμένα ή πλασματικά στοιχεία. Ο λαϊκισμός μιμείται τη λαϊκή έκφραση, το λαϊκό ταμπεραμέντο, τη λαϊκή νοοτροπία και φρασεολογία αναλαμβάνοντας το ρόλο του προστάτη του λαού. Το υβρίδιο των δύο, που γεννήθηκε στα γραφεία του Ταύρου από την εκδοτική απόπειρα του Κεφαλλονίτη, είναι ο αυριανισμός. Ένας όρος που εισήλθε στην ελληνική γλώσσα το ίδιο βίαια και απότομα με την εφημερίδα που τον… βάφτισε, την Αυριανή. Όπως γράφει ο Λυκούργος Κομίνης στο βιβλίο του Τα μυστικά της δημοσιογραφίας – Δεοντολογία, «ο αυριανισμός εκμεταλλεύεται τις ιδιομορφίες του κιτρινισμού και τη δημοσιογραφία του λαϊκισμού και προσθέτει το πολιτικό στοιχείο στο εκρηκτικό μίγμα. Ο αυριανισμός είναι πολιτική νοοτροπία που όχι μόνο κατευθύνει μάζες, αλλά τις χρησιμοποιεί για να υπηρετήσει τα συμφέροντα που προστατεύει».

Στη φιλοσοφία του αυριανισμού, την οποία ενσάρκωσε ο αεικίνητος Κουρής, συμπεριλαμβάνεται η προσπάθεια καθοδήγησης του πολιτικού τρένου στο οποίο έχει προσκολληθεί. Ο ίδιος έγινε ο μηχανοδηγός του τρένου. Καθοδηγεί τόσο τις μάζες, όσο και τους πολιτικούς. Άλλοτε τους απλούς βουλευτές και άλλοτε αρχηγούς κομμάτων. Αυτό το παιχνίδι παιζόταν ανέκαθεν στην πολιτική. Ποτέ όμως με τέτοια ωμότητα, αμεσότητα και κατά καιρούς επιτυχία. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η ψεύτικη φωτογραφία του νέου (τότε) αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Μητσοτάκη με γερμανούς στρατιώτες κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η οποία δημοσιεύτηκε πριν από τις εκλογές του 1985 και ουσιαστικά καθόρισε το αποτέλεσμα υπέρ του ΠΑΣΟΚ.

Η πιο «βρωμερή φασιστική φυλλάδα»

Ο Κουρής είχε φτάσει στο απόγειο της δόξας του. Ήταν ισότιμος συνομιλητής κυβερνητικών στελεχών, μπαινόβγαινε στο σπίτι του πρωθυπουργού, ενώ λέγεται ότι έβαλε ακόμη και τα κλάματα μπροστά στον Α. Παπανδρέου προκειμένου να τον πείσει να μην προτείνει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Μέσω της Αυριανής είχε προσδώσει σταλινικά χαρακτηριστικά στον «Ανδρέα», ενώ παράλληλα έχοντας αποκτήσει προσβάσεις στις πηγές της πληροφόρησης, τελειοποίησε το παιχνίδι «έχω ράμματα για τη γούνα σου». Με ασαφή υπονοούμενα ότι κάτι ξέρει, κατόρθωνε να έχει υπό τον έλεγχό του όποιον επιθυμούσε.

Η μέθη της εξουσίας είναι επικίνδυνη. Ο ίλιγγος παρασύρει τον Γιώργο Κουρή, που μοιάζει να έχει χάσει τον έλεγχο. Η… πριονοκορδέλα του δεν περιορίζεται πια σε πολιτικούς, τους οποίους βάζει και βγάζει με ευκολία από την κυβέρνηση, αλλά και σε προσωπικότητες από άλλους χώρους. Το κεφάλαιο του βιβλίου της προπαγάνδας «αν επαναλαμβάνεις ένα μεγάλο ψέμα, κάποια στιγμή αυτό θα περάσει ως αλήθεια», που επιτυχημένα δοκίμασαν στα μέσα του 20ούαιώνα ο Χίτλερ και ο αρμόδιος υπουργός του Γιόζεφ Γκέμπελς, τίθεται σε εφαρμογή: με αυτό τον τρόπο κατακρεουργούνται ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζηδάκις και άλλοι. Ο τελευταίος πάντως, σε συναυλία που έδωσε τον Σεπτέμβριο του 1987 στο Καλλιμάρμαρο με τη Νανά Μούσχουρη, πέρασε στην αντεπίθεση και έγινε ο πρώτος που κατακεραύνωσε τον αυριανισμό: «Θέλω να καταγγείλω δημόσια την επί χρόνια ανενδοίαστη ύπαρξη και κυκλοφορία της πιο βρωμερής φασιστικής φυλλάδας που γνώρισε ο τόπος, της Αυριανής» είπε και το κοινό πανηγύρισε σαν να μπήκε γκολ.

Ο διχασμός όμως ήταν η τροφή της εφημερίδας του Κουρή. Ο αδερφός του είχε εκλεγεί βουλευτής Β΄ Αθηνών, ενώ ο ίδιος ένιωθε άτρωτος. Με τη δύναμη της Αυριανής κάνει το επόμενο μεγάλο βήμα και μπαίνει στα ηλεκτρονικά μέσα με το Ράδιο Αθήνα. Ήδη έχει εκμεταλλευτεί το δέσιμό του με την κυβέρνηση λαμβάνοντας δάνεια από την Εθνική Τράπεζα, με τα οποία χρηματοδοτεί τη γιγάντωση των εταιρειών του. Και ενώ θα περίμενε κανείς να αρχίσει η πτώση του μαζί με αυτήν του ΠΑΣΟΚ στην εποχή του σκανδάλου Κοσκωτά, ο Κουρής γίνεται το μόνο αποκούμπι του κόμματος που κυβέρνησε τη χώρα σχεδόν ολόκληρη τη δεκαετία του 1980. Και ανάμεσα στα ανταλλάγματα που εξασφαλίζει είναι και η πρώτη του άδεια για τηλεοπτικό σταθμό, το Κανάλι 29, που στελεχώνεται άμεσα και μέσω του οποίου κορυφώνονται οι επιθέσεις προς τους πολιτικούς αντιπάλους του Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ παράλληλα γίνεται γνωστή στο ευρύ κοινό και η υπερασπιστική γραμμή των σκανδάλων. Είναι η εποχή των παχιών αγελάδων, όμως οι υπάλληλοί του πληρώνονται από τη… μαύρη σακούλα. Χαρακτηριστική είναι μάλιστα η ιστορία ενός κλητήρα που κάποτε εξαφανίστηκε με τη σακούλα των μηνιαίων πληρωμών. Εντοπίστηκε μετά από καιρό στο Μεξικό, όπου απολάμβανε τις παραλίες με ισχυρούς ανέμους, ιδανικούς για σέρφινγκ.

Μολονότι το ΠΑΣΟΚ επανέρχεται στην εξουσία το 1993, οι πωλήσεις της Αυριανής βουλιάζουν. Όμως ο διορατικός Κεφαλλονίτης πραγματευτής δεν πατάει πια μόνο σε μια βάρκα. Έχει διεισδύσει για τα καλά στο χώρο της τηλεόρασης. Παράλληλα, αλλάζει και επιχειρηματική κατηγορία. Αναβαθμίζεται σε ένα επίπεδο όπου απαιτούνται πολύ μεγαλύτερα ποσά. Λέγεται ότι η εμπλοκή του στο Star κόστισε 2 δισ. δραχμές (κάτι παραπάνω από 6 εκατ. ευρώ). Έτσι ξεκίνησε ο κύκλος των δανειοδοτήσεων και οι μεγάλες προστριβές με το ΠΑΣΟΚ. Η επίθεση στον διοικητή της Εθνικής Τράπεζας Γιώργο Μίρκο (σχετικά με τον Αστέρα της Βουλιαγμένης, όπου ο Κουρής εμφάνιζε απλήρωτους λογαριασμούς που ανήκαν σε άλλους πελάτες ως λογαριασμούς του διευθυντή της ΕΤΕ) είχε έναν και μόνο στόχο: τη συνέχιση της χρηματοδότησης.

«Να αποφευχθούν παραφωνίες…»

Ο δημοσιογράφος Νίκος Μπογιόπουλος, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, δημοσιοποίησε τη συνάντηση του Κουρή με τον Μίρκο, παρουσία του τότε γραμματέα του ΠΑΣΟΚ Άκη Τσοχατζόπουλου και του διευθυντή της εφημερίδας Το Βήμα Σταύρου Ψυχάρη, προκειμένου να ενισχυθεί η αξιοπιστία του εκδότη της Αυριανής. Ο εναγκαλισμός με το ΠΑΣΟΚ έπνεε τα λοίσθια, όχι όμως και με το εκδοτικό κατεστημένο, το οποίο τον πλεύρισε όχι γιατί τον είχε ανάγκη, αλλά «για να αποφευχθούν παραφωνίες», όπως γράφτηκε στον Τύπο.

Την ίδια στιγμή τα χρέη του άγγιζαν τα 500 εκατ. δραχμές (περίπου 1,5 εκατ. ευρώ), ενώ είχαν σφραγιστεί επιταγές του αξίας 700 εκατ. δραχμών (περίπου 2 εκατ. ευρώ). Η μπογιά του αρχίζει να μην περνά πια. Το καταλαβαίνει και ο ίδιος όταν κόβεται η συνέντευξή του στον Πάνο Παναγιωτόπουλο και την εκπομπή του στον ΑΝΤ1 Προφίλ, όπου ο Γ. Κουρής αναφερόταν στη σχέση του με τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου. Παράλληλα κόβεται μια εκπομπή στο Star με θέμα την περίφημη «βίλα Λιάνη».

Η άνεση με την οποία μπορεί ο Κουρής να στηρίζει τυφλά έναν πολιτικό και έναν ολόκληρο κομματικό μηχανισμό, όπως ήταν το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980, και στη συνέχεια για δικούς του λόγους να διασχίζει τα σύνορα και να πηγαίνει στην άλλη πλευρά στηρίζεται σε ακόμη μια αρχή της προπαγάνδας: «Αλήθεια είναι ό,τι μας συμφέρει. Η εξυπνάδα των μαζών είναι μικρή, η δύναμή τους όμως να ξεχνούν τεράστια» έγραφε ο Χίτλερ. Και ο Γιώργος Κουρής βάλθηκε να το επιβεβαιώσει αλλάζοντας στρατόπεδο και αρχίζοντας να πυροβολεί το ΠΑΣΟΚ με αποκορύφωμα τη δημοσίευση των γυμνών φωτογραφιών της Δήμητρας Λιάνη.

Όπως αποκάλυψε το 1995 ο Ριζοσπάστης, «ενώ ο Κουρής υποστηρίζει ότι τα όσα γράφει και τα όσα λέει εναντίον του ΠΑΣΟΚ τα κάνει γιατί “είδε το φως το αληθινόν”, αποδεικνύεται ότι όλα οφείλονται στο ότι… χάλασε η δουλειά. Συγκεκριμένα και όπως επιβεβαιώνεται από το πρωθυπουργικό περιβάλλον, ο ιδιοκτήτης της Αυριανής έχει στείλει γράμμα στον Α. Παπανδρέου, με το οποίο του ζητάει 1,2 δισ. δραχμές για τις υπηρεσίες του προς το ΠΑΣΟΚ από το 1989 και μετά…». Οι εφημερίδες του ψυχορραγούσαν και ο ίδιος ρίχνει το βάρος στην τηλεόραση. Το 1994 μετείχε στην μετεξέλιξη του Καναλιού 29 σε Star, ενώ το 1995 ανοίγει στο γειτονικό κτίριο το Κανάλι 5. Τα περιπολικά που κυκλοφορούσαν στην περιοχή στα επικίνδυνα χρόνια του 1980 έχουν δώσει τη θέση τους στα τηλεοπτικά βαν και τα αυτοκίνητα εκατοντάδων εργαζομένων στα δύο κανάλια και τις δύο εφημερίδες.

Την εποχή που το Χρηματιστήριο Αθηνών μοίραζε limit up και όνειρα, το πιστό βεσπάκι του Κουρή τον οδηγούσε σε ένα από τα αγαπημένα επιχειρηματικά παιδιά του ΠΑΣΟΚ, τον Θανάση Αθανασούλη, και στον Γιώργο Βαλσαμίδη. Το δίδυμο που έχτισε το 1986 την «Altec», εταιρεία που μια δεκαετία αργότερα μεσουρανούσε στο χώρο της πληροφορικής. Ο Κουρής διαβλέποντας την επιθυμία τους να μπουν στον κόσμο των μίντια, πούλησε το 50% του Alter αντί 500 εκατ. δραχμών (περίπου 1,5 εκατ. ευρώ). Τρία χρόνια αργότερα, όταν του ζήτησαν να τους παραχωρήσει και το υπόλοιπο 50%, άρχισε ο πόλεμος. Ο Κουρής έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα. Απάντησε με συνεχόμενα πρωτοσέλιδα χτυπήματα εναντίον των συνεταίρων του μέχρι που τους ανάγκασε να αποχωρήσουν. Αφενός επανέκτησε το Alter, αφετέρου πούλησε ένα άλλο κανάλι που είχε περιέλθει στην κυριότητά του, το Extra, στον Φίλιππο Βρυώνη.

Φαινόταν να βρίσκει και πάλι κάτι από το ένδοξο παρελθόν του. Χωρίς να χρειάζεται περιπολικά και άνδρες ασφαλείας. Αυτά ικανοποιούσαν πλέον τη μεγαλομανία που κληροδότησε στον γιο του Ανδρέα και την επιτυχία της δικής του μιντιακής έμπνευσης, του Love FM. Ο Γιώργος Κουρής, όταν χρειαζόταν είχε τη δύναμη να σπάσει απεργίες της Ένωσης Δημοσιογράφων (ΕΣΗΕΑ) δημοσιεύοντας πρωτοσέλιδα «κίτρινα» θέματα για εκλεγμένους εκπροσώπους της, αλλά και χρησιμοποιώντας στρατιές αστυνομικών δυνάμεων προκειμένου να μεταφερθούν ασφαλώς τα απεργοσπαστικά φύλλα στο αεροδρόμιο και στα υπόλοιπα σημεία διανομής.

Από το Μαξίμου στα τοπικά λικέρ

Αυτό που δεν υπολόγισε ο Γ. Κουρής ήταν το σπάσιμο της τηλεοπτικής φούσκας. «Με το Alter έπεσα έξω» παραδέχεται σήμερα και ρίχνει τις ευθύνες για την κακοδιαχείριση στον «Γιαννίκο, που είχε το κουμάντο εν λευκώ, πλήρωνε 400 κινητά, πλήρωνε αυτοκίνητα και ασύλληπτους μισθούς». Βέβαια κι ο ίδιος είχε χρηματοδοτήσει υπερβολές. «Ναι, πλήρωσα για πλαστική εγχείρηση μιας τηλεπαρουσιάστριας. Δεν μπορούσε να βγαίνει στο γυαλί με τέτοιο βυζί» επιμένει ως λάτρης του (σιλικονάτου μεν) ωραίου (δε) φύλου.

Κάνοντας έναν μικρό απολογισμό της περιπέτειάς του στα μέσα ενημέρωσης επαναλαμβάνει ότι «εγώ δεν ήμουν εργολάβος, ήμουν εκδότης», άσχετα αν κι ο ίδιος έκανε τελικά δουλειές με τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Το λιτό γραφείο του στο ερημωμένο κτίριο όπου στεγαζόταν κάποτε το Star Channel δεν έχει ούτε υπολογιστή. Τους υπολογισμούς και τα σχέδιά του τα καταγράφει στο χαρτί με ένα μικροσκοπικό μολυβάκι. Χρέη βοηθού του εκτελούν δύο πιστοί πακιστανοί εργάτες. Τους έχει στη δούλεψή του σχεδόν δύο δεκαετίες. Προσέχουν τα μποστάνια του στο εξοχικό που διατηρεί στον Μαραθώνα, καθαρίζουν τη γυάλινη αυλή του σπιτιού στην Πλάκα, που σκεπάζει χωρίς να κρύβει κάποια αρχαία ευρήματα, και φτιάχνουν ό,τι ηλεκτρολογικά και υδραυλικά μερεμέτια απαιτούνται. Φυσικά κρατούν και το αρχείο του και γνωρίζουν πού είναι καταχωνιασμένα έγγραφα όπως η μισθοδοσία των υπαλλήλων του ALTER… Στο λογιστήριο υπεύθυνος είναι ένας πρώην κλητήρας, καθώς η προκάτοχός του κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση και εξαφανίστηκε. Καμία σχέση δεν θέλει να έχει μαζί του ούτε η πρώην νομική εκπρόσωπός του.

Οι εταιρείες του είναι δαιδαλώδεις. Το ανακαλύπτουν όσοι του κάνουν αγωγή για οφειλόμενα. Η βασική εταιρεία έχει ως περιουσιακά στοιχεία «μια καρέκλα» όπως λέει ο ίδιος, ο οποίος διευρύνει τον φαύλο κύκλο. «Αυτοί που μου κάνουν αγωγές τρώνε τα δικά σας λεφτά» λέει απευθυνόμενος προς τους υπαλλήλους του, όταν του ζητούν οφειλόμενα. Για τον Κουρή «οι δημοσιογράφοι εκμεταλλεύτηκαν τους εκδότες. Αρκετά χρόνια με πιάσατε κορόιδο. Φτάνει. Ξύπνησα. Τώρα πρέπει να πηγαίνουν χέρι χέρι οι δημοσιογράφοι κι οι εκδότες». Ο λαοπλάνος αυριανιστής δανείζεται το σύνθημα του Καρατζαφέρη.

Πλέον εκτός από κανάλια ο Γιώργος Κουρής εμπορεύεται και προϊόντα (λικέρ, γλυκό κουταλιού κ.ά.) από τις φυτείες περγαμόντου στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κεφαλονιά. Τα περισσότερα καλάθια που στέλνει σε γνωστούς και μη με τους πακιστανούς βοηθούς του είναι γεμάτα προϊόντα από την ιδιαίτερη πατρίδα του. Πριν από δύο χρόνια μάλιστα προέτρεπε τους νέους να επιστρέψουν στη γεωργία. «Όσο πιο σύντομα το καταλάβουν, τόσο λιγότερο θα πεινάσουν από την κρίση που θα μας ταλαιπωρήσει 10-15 χρόνια» πρόβλεψε.

Όσο για τα μίντια; «Το Alter θα ξανανοίξει σύντομα, βρέθηκε επενδυτής».

[Του Λ. Χαραλαμπόπουλου, αναδημοσίευση από UNFOLLOW#4 (Απρίλιος 2012)]

Τρολ Κυβερνήσεις

Νοέμβριος 17, 2010

Mε κάποια διαφορά φασης…

Πώς ψηφίζουμε στον β` γύρο

εκ του ¨Ρ¨ της 13/11/10

Το 1992 το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ και ο ΣΥΝ ψήφιζαν το Μάαστριχτ βάσει των κριτηρίων του οποίου ο ελληνικός λαός καλείται σήμερα να εξανδραποδιστεί για τα χρέη και τα ελλείμματα των πλουτοκρατών.

Αυτό ήταν «μνημόνιο» ή όχι;

*

Το Μάρτη του 2005, η τότε πρόεδρος της Βουλής, κυρία Μπενάκη, προσφωνούσε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια με τα παρακάτω λόγια:

«Αναλαμβάνετε, κύριε Πρόεδρε, την Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας για μία πενταετία όπου θα σημειωθούν σημαντικά γεγονότα και εξελίξεις: Η ευρωπαϊκή ενοποίηση θα προωθηθεί με την ψήφιση ενδεχομένως και της Συνταγματικής Συνθήκης, τα εθνικά σύνορα και ένα μέρος της εθνικής κυριαρχίας θα περιορισθούν (…)».

Λόγω ευρωσυντάγματος, λοιπόν, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ μαζί στον «περιορισμό εθνικών συνόρων και ενός μέρους της εθνικής κυριαρχίας»!

Αυτά ήταν «μνημόνιο» ή όχι;

*

Το 1985 αντί για «καλύτερες μέρες», είχαμε «σταθεροποιητικά προγράμματα», «πάγωμα» μισθών και συντάξεων, απαγόρευση αυξήσεων και άρθρα 4.

Αυτό ήταν «μνημόνιο» ή όχι;

*

Το 1990-1993 είχαμε εισοδηματικές πολιτικές 0+0=14% (!), διπλασιασμό της τιμής της βενζίνης, ξεπουλήματα και «εσείς είστε το κράτος» προς τα ΜΑΤ.

Αυτά ήταν «μνημόνιο» ή όχι;

*

Από το 1996 είχαμε «θυσίες για να μπούμε στην ΟΝΕ» και από το 2000 «θυσίες για να μείνουμε στην ΟΝΕ».

Αυτά ήταν «μνημόνιο» ή όχι;

*

Το «λιτότης» του «εθνάρχη», τα «καταναλώνετε περισσότερα απ’ όσα παράγετε» του Αντρέα, το ξύλο στους συνταξιούχους το 1995, το σαμποτάζ στα τρακτέρ το 1996, η «απασχολησιμότητα» το 1997, η «εκ περιτροπής εργασία» το 1998, ο «πατριωτισμός» της υπόθεσης Οτσαλάν και του βομβαρδισμού της Γιουγκοσλαβίας το 1999, το Χρηματιστήριο το 2000, τα «ολυμπιακά» C4i της «Ζήμενς» το 2004, οι «απογραφές» και η «ήπια προσαρμογή» του ανιψιού, ο τριακονταετής «παράδεισος» της εισόδου στην ΕΟΚ,

Αυτά ήταν «μνημόνιο» ή όχι;

*

ΜΑΥΡΙΣΤΕ ΤΟΥΣ!

Για όλα! Για το χτες, για το σήμερα, για το αύριο!