Archive for the ‘Society’ category

Οι κυβερνήσεις του Εμφυλίου

Οκτώβριος 6, 2013

Ένα νέο πολιτικό σύστημα διαμορφώνεται

Τα ελληνικά κόμματα, πλην του ΚΚΕ, παρέμεναν, την περίοδο που εξετάζουμε, κόμματα στελεχών. Οι οργανώσεις οπαδών τους που είχαν δημιουργηθεί στο Μεσοπόλεμο δεν συμμετείχαν με θεσμοθετημένο τρόπο στη λήψη των αποφάσεων: αυτές ήταν υπόθεση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος και των συνεργατών του αρχηγού. Επιπλέον, είχαν μεσολαβήσει η δικτατορία του Μεταξά και η Κατοχή, οκτώ χρόνια με διαλυτικές επιπτώσεις για το μηχανισμό και τη συνοχή των αστικών κομμάτων. Σε αυτό δεν είχε μείνει κανένα πεδίο δράσης πέρα από δολοπλοκίες στα παρασκήνια της Μέσης Ανατολής ή της Αθήνας.

Η ανασυγκρότηση τους μετά την Απελευθέρωση δεν ήταν χωρίς προβλήματα και, εν τω μεταξύ, οι πολιτικοί συσχετισμοί είχαν αλλάξει ριζικά: πρωταρχικό ζήτημα ήταν πλέον η αντιμετώπιση του κομμουνισμού. Ο στόχος ήταν κοινά αποδεκτός και οι διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο επίτευξης του γρήγορα θα υποχωρούσαν, καθώς οι κεντρώοι θα αναλάμβαναν τη διεξαγωγή του Εμφυλίου. Κατά δεύτερο λόγο, η δεκαετία του 1940 σημαδεύτηκε από την ανασύνθεση της άρχουσας τάξης. Η μεγάλη μαύρη αγορά και οι συναλλαγές με τον κατακτητή κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο έλεγχος της ξένης βοήθειας κατά την Απελευθέρωση δημιούργησαν νέους πλούσιους, οι οποίοι δεν θα έμεναν χωρίς πολιτική έκφραση.

Τα αστικά κόμματα

Οι παλιές διαχωριστικές γραμμές του Διχασμού δεν έσβησαν αυτόματα, αντίθετα συνέχισαν να αποτελούν σημείο αναφοράς. Αποδυναμώθηκαν όμως περαιτέρω, μετά το δημοψήφισμα και την πλήρη αποδοχή του μοναρχικού θεσμού από τους δημοκρατικούς. Το πεπαλαιωμένο των παραταξιακών ταυτίσεων που βασίζονταν στο Διχασμό υπογράμμιζε η περιορισμένη ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, παρά τις κατακλυσμιαίες αλλαγές της δεκαετίας που είχε περάσει από τις τελευταίες εκλογές· «βουλή γηρασμένων προκρίτων» αποκάλεσε ο Γρηγόρης Δάφνης τη βουλή του 1946.

Στη Δεξιά κυριαρχούσε το Λαϊκό Κόμμα, που με τους εθνικόφρονες συμμάχους του είχε την απόλυτη πλειοψηφία στη βουλή. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχε διασπαστεί σε διάφορες ομάδες, που ενοποιήθηκαν το 1945. Μετά από μια περίοδο συλλογικής ηγεσίας, αρχηγός του εκλέχθηκε ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, ανιψιός του μεσοπολεμικού ηγέτη των Λαϊκών και από τα λίγα στελέχη που στην Κατοχή είχαν μείνει πιστά στη βασιλεία.

Από τους συνδυασμούς του το κόμμα είχε αποκλείσει τα στελέχη της 4ης Αυγούστου, όμως προσέφερε στέγη σε αρκετούς από τους λιγότερο εκτεθειμένους δοσίλογους – τους οποίους άλλωστε φρόντισε να αμνηστεύσει. Οι Λαϊκοί, βασικότεροι υποστηρικτές της μοναρχίας και πρωταθλητές της εθνικοφροσύνης, κάλυπταν την τρομοκρατία που ασκούσαν οι δεξιές ομάδες στην ύπαιθρο. Οι πρακτικές των τελευταίων έγιναν νόμοι του κράτους, όταν οι Λαϊκοί έγιναν κυβέρνηση΄ αμβλύνθηκε έτσι η διαφορά κράτους και παρακράτους και δόθηκε μια αποφασιστική ώθηση προς τον Εμφύλιο.

Μικρότερες δεξιές κοινοβουλευτικές ομάδες, όπως το Κόμμα Εθνικοφρόνων του Τουρκοβασίλη, πλειοδοτούσαν σε μένος κατά των κομμουνιστών. Από το Λαϊκό Κόμμα, επίσης, προήλθε το Φεβρουάριο του 1947 το μικρό Νέο Κόμμα του Μαρκεζίνη- έχοντας στενές σχέσεις με το Παλάτι και τον ξένο παράγοντα, χρησιμοποιήθηκε ως μοχλός για την ανασύνθεση του πολιτικού χάρτη.
Ο βενιζελικός κοινωνικός συνασπισμός μετά το 1936 είχε τριχοτομηθεί. Ένα κομμάτι προσχώρησε στο ΕΑΜ, ένα άλλο προσχώρησε στο «δυναμικό» αντικομμουνιστικό μπλοκ και ένα τρίτο κατέλαβε τη θέση του κέντρου. Η διάσπαση αυτή, σε αντίθεση με αντίστοιχα ρήγματα στη λαϊκή βάση της αντιβενιζελικής παράταξης, αποκρυσταλλώθηκε σε διαφορετικά κόμματα.

Στα δεξιά του πολιτικού φάσματος εμφανίστηκαν το Εθνικόν Κόμμα Ελλάδος του Ζέρβα, το Κόμμα Εθνικών Φιλελευθέρων του Γόνατα και το μικρότερο Μεταρρυθμιστικό Κόμμα του Αλεξανδρή, όλα τοποθετημένα υπέρ της μοναρχίας. Τα δυο τελευταία συμμετείχαν στον εκλογικό συνασπισμό και στις πρώτες κυβερνήσεις της Δεξιάς απέρριπταν τη συμφιλίωση με την Αριστερά.

Στους εναπομείναντες υποστηρικτές της δημοκρατίας επήλθε νέα διάσπαση στις αρχές του 1946, όταν η πλειοψηφία τους κινήθηκε προς την εκλογικά συνεργασία με τη Δεξιά. Η συνεργασία τελικά δεν επετεύχθη και αποφάσισαν να κατεβούν στις εκλογές ως Εθνική Πολιτική Ένωσις (ΕΠΕ), δίνοντας προτεραιότητα στην ενότητα του αστικού πολιτικού κόσμου εναντίον του κομμουνισμού και υποβαθμίζοντας το πολιτειακό σε δευτερεύον ζήτημα. Στην κεντροδεξιά ΕΠΕ συμμετείχαν το Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου, το Εθνικό Ενωτικό Κόμμα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, αντιβενιζελικής προέλευσης, το Κόμμα Βενιζελικών Φιλελευθέρων, με όσους ακολούθησαν τον Σοφοκλή Ελ. Βενιζέλο, όταν διέσπασε τους Φιλελευθέρους, τον Ιανουάριο του 1946.

Ο Σοφούλης κράτησε τον τίτλο και ένα σημαντικό μέρος των πολιτευτών και της επιρροής του Κόμματος Φιλελευθέρων. Η επιμονή του στο πολιτειακό τον απέτρεψε από τη συνεργασία με τους μοναρχικούς. Οι Φιλελεύθεροι ήταν οι μόνοι που δεν ψήφισαν την κατασταλτική νομοθεσία του 1946, αντιπολιτεύθηκαν σκληρά τη δεξιά κυβέρνηση κατηγορώντας την ως συνυπεύθυνη για τη διολίσθηση της χώρας στον Εμφύλιο και διακήρυσσαν μέτρα ειρήνευσης. Μετά την αποτυχία, όμως, των τελευταίων προσπαθειών για πολιτική λύση, μπήκαν στην κυβέρνηση και ανέλαβαν να συντρίψουν την «ανταρσία».

Σε γενικές γραμμές, οι διαφορές κέντρου και δεξιάς ήταν δυσδιάκριτες στα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα ενώ από το φθινόπωρο του 1947 τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής ανέλαβε η αμερικάνικη οικονομική αποστολή. Στα προηγούμενα χρόνια, πάντως, στις έκτακτες συνθήκες της Απελευθέρωσης, οι Φιλελεύθεροι (ή μάλλον κάποια στελέχη τους) είχαν επιβεβαιώσει ότι ήταν πιο ανοιχτοί σε πειραματισμούς με την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία. Οι Λαϊκοί, αντίθετα, κατάργησαν πολλούς από τους ελέγχους στις τιμές και οι η βιομηχανική παραγωγή, μόλις πήραν την εξουσία (Αυγουστίδης, 1999, σσ.335-354). Κατ’ εξοχήν εκφραστές των στρωμάτων που ανέβηκαν κοινωνικά κατά τη διάρκεια της Κατοχής, περιόρισαν την ισχύ του φόρου «πλουτησάντων επί κατοχής» και προσπάθησαν να ανατρέψουν τη συντακτική πράξη 114 του 1945, που ακύρωνε τις αγοραπωλησίες ακινήτων κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όταν χιλιάδες σπίτια πουλήθηκαν για έναν τενεκέ λάδι.

Ο Βενιζέλος παραπονιόταν στους Αμερικανούς το 1947 ότι «όλον το κεφάλαιον εστήριζε το Λαϊκόν Κόμμα» στις εκλογές, μεταξύ άλλων επειδή εναντιώθηκε στους φόρους σε βιομηχανικές και εμπορικές δραστηριότητες που είχαν επιβληθεί το 1945. Οι φόροι και η κρατική παρέμβαση είχαν θορυβήσει και πολυάριθμα μικροαστικά στρώματα, που ήδη μετά τα Δεκεμβριανά είχαν μετατοπιστεί προς τα δεξιά (Χατζηιωσήφ, 1992, σ. 41). Το σκηνικό της συντριπτικής επικράτησης της Δεξιάς στις εκλογές του 1946 συμπλήρωνε βέβαια η ανοιχτή τρομοκρατία.

Μαζικές οργανώσεις της εθνικοφροσύνης

Πλάι στα κόμματα στελεχών, υπήρχαν και συγκροτημένες μαζικές συνιστώσες της Δεξιάς, και κατά δεύτερο λόγο της Κεντροδεξιάς. Ως τέτοιες μπορούμε να δούμε, καταρχάς, τις ένοπλες αντικομμουνιστικές ομάδες, που είχαν πλημμυρίσει την ελληνικά ύπαιθρο και αποτελούσαν βασικό στήριγμα της μοναρχικής Δεξιάς. Οι Άγγλοι υπολόγιζαν ότι η «Χ» το 1945 είχε φθάσει τα 50.000 μέλη (Richter. 1997, σ. 452). Σταδιακά, οι δεξιές «συμμορίες» αποδυναμώθηκαν, καθώς με την άνοδο των Λαϊκών στην εξουσία η «λευκή τρομοκρατία» πέρασε υπό τη διεύθυνση των ανώτερων στελεχών του Κράτους. Καθώς η χώρα διολίσθαινε στον Εμφύλιο, το κράτος διεκδίκησε και απέκτησε το μονοπώλιο στη χρήση βίας΄ τα μέλη των δεξιών ένοπλων ομάδων ενσωματώθηκαν σε κρατικά παραστρατιωτικά σώματα.

Η κυβέρνηση Κ. Τσαλδάρη

Πιο κλασικές μαζικές οργανώσεις ήταν οι διάφοροι Σύλλογοι Εθνικοφρόνων, που φαίνεται ότι αναπτύχθηκαν περισσότερο στη βόρεια Ελλάδα. Συσπείρωναν κυρίως μικροαστικά στρώματα (ο Φίλιππος Δραγούμης μιλούσε για «πτωχούς βιοπαλαιστάς, συνταξιούχους, επαγγελματίας»: Γούναρης, 2002. σ. 88), και στην ηγεσία τους βρίσκονταν πολιτικοί παράγοντες της Δεξιάς (αλλά και της Κεντροδεξιάς, σε μικρότερο βαθμό). Οργάνωναν συγκεντρώσεις, κινητοποιούνταν για την υποστήριξη συγκεκριμένων πολιτευτών και ανασυγκρότησαν το πλέγμα των πελατειακών σχέσεων.

Υπήρχαν επίσης οι εθνικόφρονες που δραστηριοποιούνταν συνδικαλιστικά στα εργατικά και βιοτεχνικά σωματεία και στους αγροτικούς συνεταιρισμούς. Διοικητικές μεθοδεύσεις και ο διαρκής διωγμός των κομμουνιστών τα παρέδωσαν στα χέρια των δεξιών συνδικαλιστών για τις επόμενες δεκαετίες. Στη ΓΣΕΕ δραστηριοποιήθηκαν στελέχη του Μεταξά, όπως ο Αριστείδης Δημητράτος, συνεργάτες των Γερμανών και συνδεδεμένοι με τον υπόκοσμο, όπως ο Δημήτρης Θεοχαρίδης, ή πρώην μέλη του εργατικού ΕΑΜ που είχαν επανενσωματωθεί πλήρως στη μοναρχική Δεξιά, όπως ο Φώτης Μακρής. Οι περισσότεροι συνδέονταν με το Λαϊκό Κόμμα. Η κυριαρχία τους βασίστηκε στη χρηματοδότηση τους από επιχειρηματίες και πολιτικούς και στη δημιουργία σωματείων σφραγίδων, στα οποία προσείλκυαν τους εργάτες μοιράζοντας τρόφιμα και ρούχα από την ξένη βοήθεια.

Παρ’ ότι αποτελούσαν οργανικό κομμάτι του καθεστώτος, κάποιοι «εργατοπατέρες» δεν δίσταζαν να καταγγέλλουν, ενίοτε, την «πλουτοκρατική ολιγαρχία» και να απειλούν με γενικές απεργίες, όπως το φθινόπωρο του 1947. Αφ΄ενός δεν ήθελαν να χάσουν εντελώς την επαφή τους με την εργατική βάση, η οποία έβλεπε τους πραγματικούς μισθούς να μειώνονται δραματικά΄ αφετέρου ο έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα τους τους ανάγκαζε να πλειοδοτούν σε αγωνιστικότητα – για να υποχωρούν αμέσως μόλις τους πίεζε η κυβέρνηση και οι Αμερικανοί.

Μια τελευταία, αλλά εξίσου σημαντική, μαζική συνιστώσα της εθνικοφροσύνης ήταν οι χριστιανικές οργανώσεις. Ανάμεσα τους ξεχώριζε η «Ζωή», που το 1948 έφθασε να διατηρεί 1.000 κατηχητικά, τα οποία παρακολουθούσαν 120.000 μαθητές σε όλη τη χώρα, και οργανώσεις για φοιτητές και νέους εργαζόμενους. Η «Ζωή» προωθούσε μια ελληνοχριστιανική σύνθεση που λειτουργούσε ως απάντηση στον κομμουνιστικό υλισμό. Τα σενάρια για δημιουργία χριστιανοδημοκρατικού κόμματος στο πρότυπο των δυτικοευρωπαϊκών (Καραγιάννης, 2001, σσ. 117-118) δεν ευοδώθηκαν, το όνομα όμως του στελέχους της «Ζωής» Αλέξανδρου Τσιριντάνη ακούστηκε κάποιες φορές μεταξύ των υποψηφίων πρωθυπουργών εξωκοινοβουλευτικών κυβερνήσεων.

Υπήρχαν ακόμη οι «Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί», οι οποίοι ήδη από το Μεσοπόλεμο είχαν συνδεθεί στενά με τους μοναρχικούς. Οι παλαιοημερολογίτες επεξέτειναν ραγδαία την επιρροή τους στη δεκαετία του ’40, τόσο λόγω της αποδιοργάνωσης της επίσημης Εκκλησίας κατά τη διάρκεια της Κατοχής όσο και χάρη σε μια ευρύτερη αναζωπύρωση του θρησκευτικού αισθήματος σε μια δεκαετία πολέμου, καταστροφών και ψυχικής οδύνης.

Γενικότερα, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου σημειώθηκε μια έξαρση του ανορθολογισμού, είτε αυτός ανταποκρινόταν στις ευαισθησίες και στην κουλτούρα του αγροτικού χώρου είτε ήταν πιο σύγχρονης προέλευσης. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα δεκάδες «θαύματα», τα οράματα που οδηγούσαν στην αποκάλυψη θαμμένων εκκλησιών, οι καθημερινές εμφανίσεις στα τζάμια αγίων και της Παναγίας, οι διάφοροι προφήτες που διαφωνούσαν για την ακριβή ημερομηνία λήξης του πολέμου. Στις 18 Απριλίου του 1948 η συγκοινωνία διακόπηκε σε πολλά σημεία της Αθήνας, λόγω της κοσμοσυρροής σε σπίτια και καταστήματα, στα τζάμια των οποίων λεγόταν ότι εμφανίζονταν μορφές αγίων. Το φαινόμενο είχε εμφανιστεί και τον προηγούμενο χρόνο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη: η Καθημερινή μιλούσε για «ομαδική παράκρουση», η σοσιαλιστική Μάχη όμως υποψιαζόταν ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο έξαρσης της θρησκοληψίας του λαού. Επίσης, τότε διαδόθηκαν και οι επιστολές θρησκευτικού περιεχομένου που, αν ο παραλήπτης δεν αντιγράψει και αποστείλει σε 12 πρόσωπα, κινδυνεύει να υποστεί την οργή του Θεού.

Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι μη θρησκευτικές μορφές ανορθολογισμού, τα μέντιουμ και οι υπνωτιστές, που επίσης πολλαπλασιάζονται. Στις υπηρεσίες τους προέτρεχαν, μεταξύ άλλων, κορυφαίοι πολιτικοί και επιχειρηματίες και τα επιτεύγματα τους γνώρισαν ευρεία προβολή στον Τύπο. Πέρα από την αναμετάδοση ενθαρρυντικών δηλώσεων του ‘Οθωνα και της Αμαλίας από το υπερπέραν προς τον ελληνικό λαό, οι πνευματιστές αναπροσάρμοσαν το ρεπερτόριο τους για να ανταποκριθούν στις ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής. Στη Θεσσαλονίκη του 1949, σε έναν κόσμο
ρημαγμένο και ανέστιο, ο πνευματιστής Άλεκ ισχυριζόταν ότι στα μάτια του μπορεί να δει κανείς «εξαφανισθέντα πρόσωπα, την ιδιαιτέραν του πατρίδα, το σπίτι του ή ό,τι άλλο θελήσει».

Η κυβέρνηση των Λαϊκών

Μετά τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Π. Πουλίτσα, πρόεδρο του Συμβουλίου Επικρατείας, με τη συμμετοχή των δεξιών και των κεντροδεξιών κομμάτων. Επρόκειτο για προσωρινή λύση μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Οι Άγγλοι επιθυμούσαν ευρύ κυβερνητικό συνασπισμό και αναβολή ως το 1948 του δημοψηφίσματος για το πολίτευμα. Οι Λαϊκοί όμως δεν φάνηκαν διατεθειμένοι να πειθαρχήσουν και στις 18 Απριλίου σχηματίστηκε η κυβέρνηση Κ. Τσαλδάρη, με τη συμμετοχή των κομμάτων του Γονατά και του Αλεξανδρή.

Οι Άγγλοι έβλεπαν να χάνουν τον έλεγχο ενώ σιγά σιγά μεταστρέφονταν και οι ίδιοι για το χρόνο του δημοψηφίσματος. Τελικά δέχθηκαν να γίνει άμεσα και το Μάιο ανακοινώθηκε στη Βουλή η απόφαση διεξαγωγής του δημοψηφίσματος στις 1 Σεπτεμβρίου 1946.

Δεύτερη προτεραιότητα της κυβέρνησης Τσαλδάρη, μετά τη δρομολόγηση του δημοψηφίσματος, ήταν η καταστολή της Αριστεράς και η υιοθέτηση έκτακτων μέτρων. Η γενική απεργία που κήρυξε η Αριστερά για τις 18 Ιουνίου, την ημέρα που θα ψηφιζόταν το Γ Ψήφισμα, απέτυχε και αμέσως άρχισαν οι εκτελέσεις και οι εξορίες. Σύμφωνα με Άγγλους βουλευτές των Εργατικών, που περιόδευσαν στη χώρα αρχές Μαΐου, «η Ελλάδα μεταβάλλεται με ταχύ ρυθμό σε φασιστικό κράτος» (Richter, 1997, σ. 617). Οι συνθήκες, λοιπόν, κάθε άλλο παρά ήταν κατάλληλες για ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης στο δημοψήφισμα. Ο υπουργός Στρατιωτικών παραδεχόταν ανεπίσημα στα τέλη του Ιουλίου ότι σε Θεσσαλία, Μακεδονία και Θράκη ουσιαστικά ίσχυε στρατιωτικός νόμος ενώ ακόμη και ο Κανελλόπουλος διαμαρτυρόταν στην αγγλική πρεσβεία ότι δεν μπορούσε να διεξαγάγει εκστρατεία υπέρ της δημοκρατίας ούτε στην εκλογική του περιφέρεια. Έτσι κι αλλιώς, οι κεντρώοι ηγέτες δεν έδειξαν ιδιαίτερη προθυμία να προπαγανδίσουν τις θέσεις τους υπέρ της δημοκρατίας, αφήνοντας την προεκλογική εκστρατεία σε μεμονωμένους βουλευτές των Φιλελευθέρων, σε εξωκοινοβουλευτικές προσωπικότητες της Κεντροαριστεράς, όπως ο Πλαστήρας και στους αριστερούς Δημοκρατικούς Συλλόγους.

Ο Γεώργιος Β’ επέστρεψε στις 28 Σεπτεμβρίου και στο διάγγελμα του κάλεσε στην υπέρβαση της «παλιάς διενέξεως» του Διχασμού. Για την τρέχουσα διένεξη είχε δηλώσει στον Άγγλο υπουργό Εξωτερικών ότι θα ήταν ιδιαίτερα φειδωλός σε μέτρα κατευνασμού. Ακολούθησε τη συμβουλή των Άγγλων και επιδίωξε τη διεύρυνση της κυβέρνησης, όμως οι Λαϊκοί αρνήθηκαν να δώσουν στον Σοφούλη την πρωθυπουργία και στα τρία κόμματα της ΕΠΕ τα σημαντικά υπουργεία που ζήτησαν και η κυβέρνηση Τσαλδάρη απλώς ανασχηματίστηκε στις 2 Νοεμβρίου 1946.

Ένα ζήτημα στο οποίο η κυβέρνηση Τσαλδάρη έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα ήταν οι εδαφικές διεκδικήσεις. Οι εθνικόφρονες απέναντι στον πρόσφατα αποδεδειγμένο αριστερό πατριωτισμό αντέταξαν, παράλληλα με τις κατηγορίες για εθνική προδοσία του ΚΚΕ στο Μακεδονικό, το όραμα της «Μεγάλης Ελλάδας», ήδη από την Κατοχή. Η εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους προβαλλόταν ως διέξοδος από τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, στη δεκαετία του ’30, από όσους απέρριπταν μια πολιτική βιομηχανικής ανάπτυξης και κρατικού παρεμβατισμού (Χατζηιωσήφ. 1986)· οι απόψεις αυτές επανεμφανίστηκαν μετά την Απελευθέρωση, όταν ετίθετο επιτακτικά το ζήτημα της ανασυγκρότησης και του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης που θα ακολουθούσε η Ελλάδα. Το διεθνές περιβάλλον ήταν ευνοϊκό, καθώς μετά τον πόλεμο αναμενόταν η επαναχάραξη των συνόρων.

Οι ελληνικές διεκδικήσεις περιλάμβαναν τα Δωδεκάνησα από την Ιταλία, τη βόρεια Ήπειρο από την Αλβανία και μια μεγάλη έκταση της Βουλγαρίας, υποτίθεται για να είναι πιο εύκολη η άμυνα των ελληνικών συνόρων απέναντι σε νέα βουλγαρική επίθεση. Άλλοι φαντασίωναν αποικιακές αυτοκρατορίες: ο Γόνατος το 1945 ζητούσε να δοθεί στην Ελλάδα η Κυρηναϊκή. Στο χορό των διεκδικήσεων είχε μπει και η Αριστερά, προτιμούσε όμως να τις στρέφει ενάντια σε χώρες του δυτικού μπλοκ: το ΚΚΕ ζητούσε την Κύπρο από την Αγγλία και την ανατολική Θράκη από την Τουρκία.

Η Διάσκεψη της Ειρήνης έγινε στο Παρίσι από τις 29 Ιουλίου ως τις 11 Οκτωβρίου του 1946, οι διαπραγματεύσεις όμως των υπουργών Εξωτερικών των νικητών ξεκίνησαν από το Μάιο. Οι Δυνάμεις είχαν εγγυηθεί τα σύνορα της Αλβανίας από τον περασμένο Οκτώβριο, το Μάιο του 1946 συμφώνησαν ότι τα ελληνο-βουλγαρικά σύνορα θα έμεναν ανέπαφα και στις 27 Ιουνίου αποφάσισαν να παραχωρηθούν στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα. Οι εξελίξεις δεν θεωρήθηκαν ικανοποιητικές από την κοινή γνώμη και ο Τσαλδάρης πήγε ο ίδιος στο Παρίσι για να υποστηρίξει τις ελληνικές διεκδικήσεις, χωρίς όμως να πετύχει τίποτε περισσότερο.

Η Ελλάδα δεν παραιτήθηκε οριστικά από τις βλέψεις της: το 1948 δήλωσε στους Άγγλους το ενδιαφέρον της για τη Μέση Ανατολή, την μόνη περιοχή που είχε απομείνει στη «φυλή» για να ξεδιπλώσει τη «ζωτικότητα» της, ενώ το 1949 πρότεινε στις ΗΠΑ την κατάληψη της Αλβανίας. Αναγκάστηκε όμως να περιοριστεί στα Δωδεκάνησα: τα παρέλαβε το Μάρτιο του 1947 και η πλήρης διοικητική ενσωμάτωσή τους έγινε τον Ιανουάριο του 1948.

Η αμερικανική επέμβαση

Η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα παρέμενε απελπιστική και η επιβίωση του πληθυσμού εξαρτιόταν οε μεγάλο βαθμό από τη βοήθεια της UNRRA. Όλα τα αστικά κόμματα, σε αντίθεση με την Αριστερά που εκπονούσε σχέδια αυτοδύναμης εκβιομηχάνισης, έβλεπαν την ανασυγκρότηση της χώρας συνδεδεμένη με την εισροή ξένων κεφαλαίων. Επιπλέον, καθώς οι διωκόμενοι αριστεροί στα βουνά άρχισαν να λειτουργούν όλο και περισσότερο ως αντάρτικες ομάδες, γινόταν επιτακτική η ανάγκη συγκρότησης αξιόμαχου στρατού. Όμως οι Άγγλοι, μπροστά στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν μεταπολεμικά, αποφάσισαν, τον Ιούνιο του 1946, την απεμπλοκή τους από την Ελλάδα. Ο Τσαλδάρης στα ταξίδια του στο εξωτερικό, το καλοκαίρι του 1946, ήλθε σε επαφές με Άγγλους και Αμερικανούς αξιωματούχους για σύναψη δανείου, οι προσπάθειες του όμως απέτυχαν.

Η στάση των Αμερικανών άρχισε να αλλάζει, όταν η ΕΣΣΔ απαίτησε τον Αύγουστο του 1946, την αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών. Στα τέλη Αυγούστου, οι ΗΠΑ έστειλαν ναυτική δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο και άρχισαν να επεξεργάζονται σχεδία για την Ελλάδα και την Τουρκία. Στις 18 Οκτωβρίου ο Τρούμαν ανακοίνωσε στο βασιλιά της Ελλάδας ότι οι ΗΠΑ δεν θα άφηναν τη χώρα του χωρίς οικονομική και στρατιωτικά βοήθεια στον αγώνα εναντία του κομμουνισμού.

Συγχρόνως άρχισαν να ασκούν πιέσεις προς τα ελληνικά κόμματα για διεύρυνση της κυβέρνησης. Πάγια επιδίωξη των Αμερικανών κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου (όπως και των Άγγλων νωρίτερα) θα είναι η συμμετοχή του Κέντρου στις κυβερνήσεις. Ζητούμενο ήταν η μέγιστη δυνατή συσπείρωση δυνάμεων στη διεξαγωγή του πολέμου και η πολιτική απομόνωση του ΚΚΕ. Επιπλέον, οι ΗΠΑ ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για το δημοκρατικό προφίλ των ελληνικών κυβερνήσεων: ο αγώνας κατά του κομμουνισμού παρουσιαζόταν ως αναμέτρηση της ελευθερίας και της δημοκρατίας με τη δικτατορία και η διεξαγωγή του στην Ελλάδα δεν μπορούσε να αφεθεί αποκλειστικά σε δυνάμεις συνδεδεμένες με τον αυταρχισμό, το παρακράτος και το δοσιλογισμό.

Τον Ιανουάριο του 1947 επίσης αναμενόταν στην Ελλάδα επιτροπή του ΟΗΕ για να εξετάσει, μετά από προσφυγή της ελληνικός κυβέρνησης, αν οι βόρειοι γείτονες επενέβαιναν στα εσωτερικά της ενισχύοντας τους αντάρτες. Για τις ΗΠΑ, ενόψει της έλευσης διεθνών παρατηρητών, ήταν σημαντικό να συγκαλυφθούν άμεσα οι χειρότερες πλευρές του καθεστώτος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έπαυαν να γίνονται ανεκτές: στον αγώνα κατά του κομμουνισμού οι ΗΠΑ ήθελαν τούς κεντρώους ως άλλοθι, όχι ως συμφιλιωτές.

Έτσι, ο Τρούμαν διαμήνυσε το Δεκέμβριο (1946) στον Τσαλδάρη ότι η κυβέρνηση του δεν θεωρούνταν αντιπροσωπευτική και ότι έπρεπε να τη διευρύνει, ο Τσαλδάρης πίστεψε ότι θα μπορούσε να διατηρήσει την πρωθυπουργία, ο Γόνατος και ο Αλεξάνδρής όμως δεν τον στήριξαν και στις 24 Ιανουαρίου ορκιζόταν νέα κυβέρνηση υπό τον Μάξιμο, παλαίμαχο αντιβενιζελικό οικονομολόγο, με τη συμμετοχή επτά κομμάτων: των τριών της κυβέρνησης Τσαλδάρη, των τριών της ΕΠΕ και του Ζέρβα. Όμως, χωρίς τους Φιλελευθέρους, η κυβέρνηση Μαξίμου στα μάτια του Αμερικανού απεσταλμένου Portet ήταν απλώς «ένας ανασχηματισμός των δεξιών ομάδων».

Ο Μαρκεζίνης τόνιζε στο βασιλιά ότι «και ως προς το πολίτευμα και ως προς το εξωτερικό ο Σοφούλης θα έδιδε το χρώμα το οποίον μας χρειάζεται σήμερον» (Μαρκεζίνης, 1994, σ. 277). Ο ηγέτης των Φιλελευθέρων όμως, επέμενε να γίνει αυτός πρωθυπουργός και να εφαρμόσει μια πολιτική κατευνασμού των παθών – αν και ο Μαρκεζίνης πίστευε ότι «το όλον ζήτημα δεν ήτο ο κατευνασμός, που αποτελούσε απλώς σύνθημα, αλλά η πρωθυπουργία» . Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1946, αμέσως μετά το δημοψήφισμα, ο Σοφούλης είχε πει στον Άγγλο πρέσβη ότι θα δεχόταν ακόμη και βασιλική δικτατορία, προκειμένου να σωθεί η Ελλάδα από το ΚΚΕ και τους Σλάβους. Τον Ιανουάριο του 1947, όμως, ο αρχηγός των Φιλελευθέρων κατηγορούσε την κυβέρνηση ότι στραγγάλιζε τις πολιτικές ελευθερίες ενώ ο Ριζοσπάστης άφηνε να εννοηθεί ότι μια κυβέρνηση Σοφούλη θα είχε την ανοχή του ΚΚΕ.

Ακόμη και χωρίς τους Φιλελευθέρους, η κυβέρνηση Μαξίμου ήταν ένα σημαντικό βήμα προς την ενσωμάτωση του Κέντρου στο συνασπισμό εξουσίας που διεξήγαγε τον Εμφύλιο. Ξεκίνησε αναστέλλοντας τις εκτοπίσεις γυναικών και αμνηστεύοντας όσους αντάρτες παρουσιάζονταν με τα όπλα τους αλλά συνέχισε με ένα κύμα καταστολής και εκτελέσεων το Μάρτιο, λίγο μετά την ανάληψη του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης από τον Ζέρβα.

Στις 12 Μαρτίου 1947 εξαγγέλθηκε επίσημα το δόγμα Τρούμαν: οι ΗΠΑ θα ενίσχυαν οικονομικά και στρατιωτικά την Ελλάδα και την Τουρκία, δύο χώρες που βρίσκονταν στην εμπροσθοφυλακή του αγώνα κατά του κομμουνισμού. Στην Ελλάδα, το υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό. Στο εξής, οι Έλληνες θα έτρωγαν με χρυσά κουτάλια, πανηγύριζε η Καθημερινή (Σφήκας, 1997, σ. 286).

Τον Απρίλιο, ξεκίνησαν οι πρώτες μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού. Το ΚΚΕ από την πλευρά του είχε πλέον προσανατολιστεί οριστικά προς τον ένοπλο αγώνα και στις 27 Ιουνίου 1947 το στέλεχός του Μιλτ. Πορφυρογένης προανήγγειλε από το Στρασβούργο ότι θα σχηματιζόταν κυβέρνηση της Δημοκρατικής Ελλάδας. Η απάντηση ήλθε στις 9 Ιουλίου με ένα πογκρόμ συλλήψεων στην Αθήνα και τις μεγάλες πόλεις.

Η κυβέρνηση Σοφούλη

Στα μέσα Ιουλίου, το State Department πρότεινε στον Τρούμαν την εγκατάσταση κεντρώας κυβέρνησης στην Ελλάδα. Οι στρατιωτικές συγκρούσεις γίνονταν πιο σκληρές, οι εκτελέσεις και οι εκτοπίσεις πλήθαιναν και χρειαζόταν ένας πρωθυπουργός με δημοκρατικό προφίλ και κύρος. Αποφασίστηκε λοιπόν να προωθηθεί κυβέρνηση συνεργασίας Λαϊκών και Φιλελευθέρων με επικεφαλής τον Σοφούλη.

Στις 23 Αυγούστου η κυβέρνηση Μαξίμου παραιτήθηκε, όταν ο Τσαλδάρης δεν δέχθηκε το αίτημα των Βενιζέλου, Παπανδρέου και Κανελλόπουλου να αποπεμφθούν από την κυβέρνηση οι «ακραίοι» και αντιπαθείς στους Αγγλο-αμερικανούς Ζέρβας και Στράτος. Ακολούθησαν πολυήμερες διαπραγματεύσεις Τσαλδάρη, Σοφούλη και Αμερικανών. Η ασφυκτική πίεση των τελευταίων, που απείλησαν τα δύο κόμματα με διακοπή της οικονομικής βοήθειας, έφερε αποτέλεσμα και στις 7 Σεπτεμβρίου 1947 ορκίστηκε η δικομματικά κυβέρνηση Σοφούλη, συγκεντρώνοντας την αποδοχή ολόκληρης σχεδόν της βουλής. Λίγο αργότερα, θα επιστρέψει στο Κόμμα Φιλελευθέρων και ο Βενιζέλος, αφού είχαν πάψει να ισχύουν οι λόγοι για τους οποίους απομακρύνθηκε.

Ο Σοφούλης παρέτεινε την προθεσμία της αμνηστίας που είχαν κηρύξει οι προκάτοχοι του, άφησε ελεύθερους χιλιάδες εξόριστους και ανέβαλε τις εκτελέσεις για ένα μήνα. Οι ενέργειες αυτές στόχο είχαν μάλλον να ενισχύσουν το δημοκρατικό προφίλ της νέας κυβέρνησης και να αποδυναμώσουν τον αντίπαλο παρά να συμβάλουν σε ένα συμβιβασμό. Άλλωστε, οι Αμερικανοί είχαν φροντίσει, πριν παραδώσουν την πρωθυπουργία στον Σοφούλη, να του αποσπάσουν τη διαβεβαίωση ότι θα προωθούσε τη στρατιωτική αναμέτρηση (Γουίτνερ. 1991, σ. 152).

Το ΚΚΕ γνώριζε ότι ο Σοφούλης, ακόμη και αν επιθυμούσε να κινηθεί σε μια κατεύθυνση ειρήνευσης, ήταν «αιχμάλωτος» των συσχετισμών στη βουλή και στην κυβέρνηση. Πέντε ημέρες μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης, η Τρίτη Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ επιβεβαίωσε την επιλογή του ένοπλου αγώνα. Πολύ γρήγορα ο Σοφούλης υιοθέτησε σκληρή γραμμή: στα μέσα του Οκτωβρίου έκλεισε το Ριζοσπάστη- η λειτουργία του ΚΚΕ απαγορεύτηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1947, μόλις ανακοινώθηκε η συγκρότηση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Οι εκτελέσεις και οι εξορίες ξανάρχισαν.

Στο εξής, το δίλημμα που έθετε ο Σοφούλης στο Δημοκρατικό Στρατό ήταν: παράδοση άνευ όρων ή συντριβή, και ο μόνος που θα συνεχίσει να μιλάει για ειρήνευση θα είναι ο Πλαστήρας- όταν εννέα κεντροαριστεροί πολιτικοί της επιρροής του τάχθηκαν, το Νοέμβριο του 1948, υπέρ της ειρηνευτικής πρωτοβουλίας του ‘Εβατ, Αυστραλού πρόεδρου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, συνάντησαν τη γενική κατακραυγή. Χαρακτηριστικά για την πορεία των φιλελεύθερων πολιτικών και διανοουμένων μετά την Απελευθέρωση ήταν τα πολιτικά άρθρα του Θεοτοκά: το 1946 αντιτάχθηκε στο Γ’ Ψήφισμα με το σκεπτικό ότι τα φιλελεύθερα ιδανικά αποτελούν οργανικό μέρος της εθνικής ιδέας· το 1948 όμως, η έμφαση δινόταν στην απειλή που συνιστούσαν για τον ελληνισμό οι υποταγμένοι στο σλαβισμό κομμουνιστές και αρθρογράφησε στην εφημερίδα που εκδιδόταν στη Μακρόνησο.

Θ. Σοφούλης

Η κυβέρνηση συνεργασίας Φιλελευθέρων και Λαϊκών χαρακτηριζόταν από αστάθεια και συνεχείς τριβές μεταξύ των δύο συμμάχων και χρειάστηκε να παρέμβουν πολλές φορές οι Αμερικανοί για να μη διαλυθεί. Οι Λαϊκοί μονοπωλούσαν τις κατώτερες θέσεις του κρατικού μηχανισμού, σταδιακά όμως εκχωρούσαν όλο και περισσότερα υπουργεία στους Φιλελευθέρους, μέχρι που το 1949 από τα βασικά υπουργεία τούς είχε μείνει μόνο το Εξωτερικών. Οι Φιλελεύθεροι προσπαθούσαν να προωθήσουν τους δικούς τους ανθρώπους: στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης ο Ρέντης διέταξε 800 μεταθέσεις τους 4 πρώτους μήνες.

Ο Γονατάς και ο Κανελλόπουλος στις αναμνήσεις τους μεταφέρουν τη γενική αίσθηση διάψευσης των προσδοκιών από τη νέα κυβέρνηση. Η χώρα μπήκε για τα καλά στον πόλεμο και οι πόλεις πλημμύρισαν με τους κατοίκους των ορεινών χωριών, που υποχρεώθηκαν από την κυβέρνηση να τα εκκενώσουν μια απότομη άνοδος του πληθωρισμού όξυνε την κοινωνική δυσαρέσκεια και η τελευταία οδήγησε σε μια κυβερνητική κρίση το Δεκέμβριο του 1947 και μια πρόταση μομφής από τον Παπανδρέου το Φεβρουάριο του 1948.

Οι μισθωτοί βέβαια, με πρωτοβουλία της αμερικανικής οικονομικής αποστολής, πήραν το φθινόπωρο του 1947 αυξήσεις, όχι επαρκείς αλλά τις μόνες για τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, όμως, θεσπίστηκε το Δεκέμβρη ένας δρακόντειος αντιαπεργιακός νόμος που προέβλεπε την ποινή του θανάτου. Οι απεργίες στα χρόνια του Εμφυλίου δεν έλειψαν · στην Αθήνα κυρίως, πέρα από κάποιες διάσπαρτες, υπήρξαν μικρά κύματα τα καλοκαίρια του 1947 και 1948 και την άνοιξη του 1949. Σε καμιά περίπτωση όμως, δεν έφθασαν το πλήθος και τη μαχητικότητα του 1945-46. Γενικότερα οι πόλεις έμειναν έξω από τη σύγκρουση. Οι παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ στην Αθήνα εξαρθρώθηκαν οριστικά μετά τη δολοφονία του υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά την πρωτομαγιά του 1948 και τη σύλληψη του εκτελεστή του.

Η κυβέρνηση επιβίωσε από μια νέα κρίση το Μάιο αλλά οι σχέσεις των δύο κομμάτων δεν βελτιώθηκαν. Τον Ιούλιο του 1948 ο Βενιζέλος ενημέρωσε τους Αμερικανούς ότι με δυσκολία συγκρατούσε τους Φιλελευθέρους βουλευτές, που δυσφορούσαν επειδή οι Λαϊκοί μονοπωλούσαν τη διοίκηση, από το να ρίξουν την κυβέρνηση. Τον επόμενο μήνα η βουλή έκλεισε για να εξασφαλιστεί ότι δεν θα έπεφτε η κυβέρνηση, όταν όμως ξανάνοιξε, εκδηλώθηκαν ανοιχτά οι διαφωνίες και μια ομάδα Λαϊκών αποσχίστηκε.

Η κρίση του φθινοπώρου του 1948

Στις 9 Οκτωβρίου, ο Βενιζέλος υπέβαλε στον Τσαλδάρη τους όρους του για τη διατήρηση του κυβερνητικού συνασπισμού και στις αρχές του Νοεμβρίου ανακοίνωσε δημόσια ότι 54 βουλευτές των Φιλελευθέρων θα έπαυαν να στηρίζουν την κυβέρνηση. Ο Σοφούλης αμέσως παραιτήθηκε και η νέα κυβέρνηση που σχημάτισε στις 18 Νοεμβρίου, πάλι με τη μορφή συνασπισμού των Λαϊκών με όσους Φιλελεύθερους ακολούθησαν τον Σοφούλη, διασώθηκε στη βουλή με μία μόλις ψήφο διαφορά. Την αστάθεια επέτεινε το οξύ πνευμονικό οίδημα που υπέστη ο γηραιός πρωθυπουργός μια εβδομάδα μετά, από το οποίο πολλοί πίστεψαν ότι δεν θα επιβίωνε.

Η πολιτική κρίση του φθινοπώρου του 1948 αναπτύχθηκε στο έδαφος της φθοράς της κυβέρνησης και ενός γενικότερου αισθήματος δυσπραγίας, πυροδοτήθηκε όμως από τις εξελίξεις στο μέτωπο. Μετά τη νίκη στο Γράμμο, όλοι είχαν πιστέψει ότι το τέλος του Εμφυλίου ήταν κοντά και η αποτυχία στο Βίτσι προκάλεσε γενική απογοήτευση. Έλληνας και Αμερικανοί εμφανίζονταν διατεθειμένοι για αλλαγές. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης πρότειναν μια οικουμενική κυβέρνηση παρόμοια με του Μαξίμου· κάποιοι προτιμούσαν μια δικτατορία· άλλοι την ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Παπάγο.

Ο Παπάγος, μέγας αυλάρχης του βασιλιά, φερόταν ως υποψήφιος αρχιστράτηγος ή πρωθυπουργός από το 1947. Ο Μαρκεζίνης αποκάλυψε αργότερα ότι υπήρχαν δύο «λύσεις Παπάγου»: η «ελάσσων» τον ήθελε αρχιστράτηγο με πρωθυπουργό τον Σοφούλη και με την είσοδο στην κυβέρνηση του Μαρκεζίνη, «πολιτικού κηδεμόνα» του στρατηγού ήδη από το 1945. Η «μείζων» ήταν ο σχηματισμός κυβέρνησης Παπάγου με ισχυρό άνδρα τον Μαρκεζίνη: αν δεν έπαιρνε ψήφο εμπιστοσύνης από τη βουλή θα κυβερνούσε δικτατορικά με τη στήριξη του βασιλιά. Προς την τελευταία κατεύθυνση πίεζε και ο στρατός: ο ΙΔΕΑ προωθούσε μια «δυναμική κυβέρνηση» ενώ η ανώτατη ηγεσία του στρατού υπέβαλε υπόμνημα, όπου ασκούσε αυστηρή κριτική στους πολιτικούς και ζητούσε μια ισχυρή κυβέρνηση, που δεν θα την περισπούσαν οι κομματικοί ανταγωνισμοί (Μαργαρίτης. 2000, τ. Β’ σσ. 143-148).

Στη βάση των κινήσεων για επιβολή δικτατορίας βρισκόταν η αλλαγή των συσχετισμών κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου ανάμεσα στα τρία κέντρα εξουσίας: το στρατό, το παλάτι και την κυβέρνηση. Στις πολεμικές συνθήκες το βάρος του στρατού ενισχύθηκε ενώ είχε αποκτήσει απευθείας επαφή με τους Αμερικανούς. Η πραγματική εξουσία συγκεντρωνόταν όλο και περισσότερο στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους, καθιστώντας τις κυβερνήσεις και τη βουλή σχεδόν διακοσμητικές. Το παλάτι, πάλι, αναβάθμιζε διαρκώς τη θέση του· ο Παύλος, που διαδέχθηκε τον Γεώργιο τον Απρίλιο του 1947 και η Φρειδερίκη αποδείχθηκαν πιο δυναμικοί από τον προκάτοχο τους. Με επισκέψεις σε περιοχές χτυπημένες από τον πόλεμο και με έντονη δραστηριότητα στο πεδίο της πρόνοιας (παιδουπόλεις, «συμμοριόπληκτους» κ.λπ.) κατάφεραν να γίνουν πιο δημοφιλείς από τους πολιτικούς αρχηγούς.

Στο πρόσωπα του Παπάγου ο στρατός και το Στέμμα ταυτίζονταν και ο βασιλιάς υπολόγιζε σε μια επανάληψη της δικτατορίας του Μεταξά. Τον απέτρεψαν οι Αμερικανοί και οι Άγγλοι, που επέμειναν στη διατήρηση της κοινοβουλευτικής πρόσοψης του καθεστώτος. Βεβαίως και οι ΗΠΑ είχαν εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο δικτατορίας και είχαν δηλώσει στο βασιλιά ότι την αποδέχονταν ως τελευταία λύση. Ορισμένοι Αμερικανοί παράγοντες, μάλιστα, είχαν ενθαρρύνει το βασιλιά στα σχέδια του και χρειάστηκε να παρέμβουν τελευταία στιγμή ο Άγγλος και ο Αμερικανός πρέσβης για να τα εμποδίσουν. Στους επόμενους μήνες ο βασιλιάς δεν θα πάψει να επανέρχεται με νέες προτάσεις στους ξένους συμμάχους για επιβολή δικτατορίας.

Διέξοδος δόθηκε με την «ελάσσονα λύση Παπάγου». Στις 20 Ιανουαρίου 1949 ορκίστηκε η νέα κυβέρνηση Σοφούλη με αντιπρόεδρο τον Αλέξανδρο Διομήδη, παλαίμαχο βενιζελικό τραπεζίτη, και τη συμμετοχή του Τσαλδάρη, του Βενιζέλου, του Κανελλόπουλου και του Μαρκεζίνη· ο τελευταίος θα αποπεμφθεί τον Απρίλιο του 1949, μετά από ένα σκάνδαλο λαθρεμπορίου. Πρώτη ενέργεια της νέας κυβέρνησης ήταν η ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Παπάγο, με εκτεταμένες εξουσίες, που αυτονομούσαν σε μεγάλο βαθμό το στρατό από τον κυβερνητικό έλεγχο. Η κυβέρνηση παρέμεινε στα πλαίσια του Συντάγματος, όμως η κοινοβουλευτικότητά της μειώθηκε κι άλλο. Οι σημαντικές αποφάσεις παίρνονταν από το «Πολεμικό Συμβούλιο», που απαρτιζόταν από τους αρχηγούς των κομμάτων που συμμετείχαν στην κυβέρνηση: ο καθένας τους είχε από μία ψήφο, ανεξάρτητα από την κοινοβουλευτική δύναμη του κόμματος του. Επιπλέον η βουλή έκλεισε για 4 μήνες, αμέσως μόλις έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης.

Η κυβέρνηση αυτή θα φέρει εις πέρας τον Εμφύλιο – αλλά ο Σοφούλης δεν πρόλαβε να δει το τέλος του: πέθανε στις 24 Ιουνίου 1949 και αντικαταστάθηκε από τον Διομήδη.

Η κυβέρνηση Α. Διομήδη

Οι επιτυχίες του στρατού στα μέτωπα του πολέμου είχαν ισχυρές παρενέργειες στην πολιτικά. Πολλοί, στα ανώτερα κλιμάκια της εξουσίας, ήσαν εκείνοι που πίστευαν ότι η νίκη ήλθε χάρη στη στιβαρή καθοδήγηση του στρατού – για την ακρίβεια του αρχιστρατήγου Αλέξανδρου Παπάγου – η οποία ερχόταν σε αντίθεση με την κυβερνητική υποτονικότητα ή και απραξία. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, η σταθεροποίηση του μεταπολεμικού καθεστώτος θα γινόταν ασφαλέστερα με ένα κάποιο είδος περιορισμού της ασυδοσίας των πολιτικών και μία σταθερή καθοδήγηση, ίσως και από τον ίδιο τον Παπάγο. Για την αποφυγή αυτής της προοπτικής έγιναν, το Δεκέμβριο του 1949, αποφασιστικές παρεμβάσεις, τόσο από τον πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Ελλάδα Χένρυ Γκραίηντυ όσο και από τον, επί σειρά ετών, πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Αθήνα και νυν υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μακ Γκυ. Οι τελευταίοι, αφού έσπευσαν να προκαθορίσουν την επικείμενη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών, τόνισαν σε όλους τους τόνους την προσήλωση της χώρας τους στην κοινοβουλευτική λειτουργία της ελληνικής πολιτικής ζωής.

Οι προαναγγελθείσες εκλογές έγιναν στις 5 Μαρτίου του 1950. Σε σχέση με το 1946, υπήρξε μία εντυπωσιακό μεταβολή των τάσεων. Το Κόμμα των Λαϊκών, που κυριάρχησε στις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές-τέσσερα χρόνια νωρίτερα – όπου κατέβηκε ως ΗΠΕ (Ηνωμένη Παράταξις Εθνικοφρόνων) και πήρε το 55.1 % των ψήφων, περιορίστηκε τώρα στο 18,8%. Αυτή η πτώση οφειλόταν στην παρουσία πολιτικών χώρων που δεν πήραν μέρος στις εκλογές του 1946-η Δημοκρατική Παράταξις που πήρε 9.7% των ψήφων και ίσως η ΕΠΕΚ που πήρε το 16,44% θα μπορούσαν να ενταχθούν σε αυτή την κατηγορία – αλλά και σε μία γενικότερη μεταστροφή του εκλογικού σώματος σε πολιτικούς χώρους που δεν ευθύνονταν για το παρακράτος και τις συμμορίες του, που βρίσκονταν στις απαρχές του Εμφυλίου Πολέμου.

[Αναδημοσίευση από τον τόμο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, τομ. 8ος, 2003, σελ. 221-230.]

Ο σημειολογικός βόθρος της ελληνικής «διανόησης»

Αύγουστος 23, 2013

Ποιος πολιτισμικός και κοινωνικός βόθρος άνοιξε το 2010; Πόσο φαρμάκι έκρυβε μέσα της η ελίτ του ελληνικού πολιτισμού της δεκαετίας του ’90; Πόσες εμμονές και πόση αυταρέσκεια χωρά σε ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων; Πόσο παραγωγικός είναι επιτέλους αυτός ο κοινωνικός δαρβινισμός που έχει επιβληθεί.

Ξεφτίλισαν το συνταξιούχο που αυτοκτόνησε στην πλατεία Συντάγματος. Χλεύασαν τα παιδιά που λιποθύμησαν από κακή διατροφή. Αφόδευσαν σε πιτσιρικάδες που σαπίζουν στα κρατητήρια. Αγνόησαν χιλιάδες ψυχές που στιβάζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Χειροκρότησαν κάθε κυβερνητική απόφαση που έκριναν ότι είναι αρκούντως σκληρή και διαμαρτυρήθηκαν μόνο για τις καθυστερήσεις στην επιβολή της πιο απάνθρωπης πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών. Όχι, δεν είναι ούτε εργοστασιάρχες, ούτε μεγαλοτραπεζίτες, ούτε εθνικοί εργολάβοι, ούτε καναλάρχες. Είναι άνθρωποι του πολιτισμού. Είναι η πεφωτισμένη πρωτοπορία των 90s. Είναι το πνευματικό ισοδύναμο της σκωληκοειδούς απόφυσης του Κλικ.

Αφορμή για τις παρακάτω αράδες, η αυγουστιάτικη επέλαση των ανθρωπόμορφων ανθρωποφάγων στα ιντερνετικά μιντιομάγαζα, με πεντιγκρί «Έλληνα λογοτέχνη». Εκείνου του είδους που άκμασε στη δεκαετία του ’90 γράφοντας αφόρητα αυτοαναφορικές αηδίες, για να τις διαβάζει ο ίδιος και να αυτοθαυμάζεται. Πού πούλησαν δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα σε ανθυποβαλκάνιους που ένιωσαν ότι έγιναν Ευρωπαίοι, γιατί κάτω από το ελενίτ του γκαράζ μπόρεσε επιτέλους να μπει η πολυπόθητη BMW. Δεν έχει κανένα νόημα να αραδιάσω ονόματα. Τα γνωρίζουν όλοι. Είναι συγγραφείς, ποιητές, πανεπιστημιακοί, που αλώνιζαν στους τηλεοπτικούς δέκτες και ενίοτε στα κομματικά επιτελεία. Είναι όλοι εκείνοι, που η Λένα Διβάνη (αυτο)αποκαλεί… μετριοπαθέστατα, «διανόηση».

Όταν δεν υπήρχε συστημικός κίνδυνος οι «διανοητές» μπορούσαν εύκολα να παριστάνουν τους φιλελεύθερους και να ξιφουλκούν εναντίον του συστήματος, αλλά να το εκμεταλλεύονται έμμεσα ή άμεσα για τον βιοπορισμό τους. Τη στιγμή όμως το αυτό το ίδιο σύστημα άρχισε να απειλείται, σχεδόν αυτόματα ή και συντονισμένα, συντάχθηκαν αρχικά με αποφασιστικότητα και τελικά με λύσσα δίπλα του. Με αυτόν τον τρόπο αποκαλύφθηκε ο βαθύτατος συντηρητισμός τους, αυτή η συστημική μούχλα που τους εξασφάλιζε το παντεσπάνι τους. Εκεί ήταν πάντα. Απλά δεν απειλούνταν τόσα χρόνια. Άλλωστε, οι περισσότεροι αξιοποίησαν εξαντλητικά, πολιτικό σύστημα, κόμματα και Κράτος. Είναι κρίμα να γίνουν θύματα των περικοπών του, τώρα που και οι ιδέες και οι πελάτες εξαντλούνται.

Φτάσαμε στο σημείο λοιπόν, οπότε η αμφισβήτηση της εξουσίας να θεωρείται η κριτική στους πολιτικούς γιατί δεν είναι πιο αποφασιστικοί στην επιβολή του κοινωνικού δαρβινισμού και υπολογίζουν το πολιτικό κόστος των πράξεών τους, δηλαδή γιατί υπολογίζουν ακόμη και τις οριακά δημοκρατικές διαδικασίες. Αν αυτό ονομάζεται διανόηση σε συνεχή σύγκρουση με την εξουσία και την πολιτική και πνευματική αρτηριοσκλήρωση, τότε πράγματι ο Χίτλερ ήταν οραματιστής της παγκόσμιας ειρήνης.

Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο σε αυτήν την περίπτωση. Ούτε δα ήταν κάτι κρυφό ή μη αναμενόμενο. Ένας πανεπιστημιακός, διορισμένος σε Δ.Σ. κρατικής επιχείρησης και πέντε-έξι επιτροπές, υπάρχει περίπτωση να δαγκώσει το χέρι που τον ταΐζει; «Μα δεν πληρώνομαι», αντιτάσσουν υποκριτικά. «Το κάνω για το καλό του πολιτισμού, των γραμμάτων, της κοινωνίας, της χώρας, της ανθρωπότητας, του γνωστού και αγνώστου σύμπαντος». Φαίνεται ότι στην προεμφυλιακή Ελλάδα του 21ου αιώνα, ο αλτρουισμός περίσσεψε στη διανόηση. Αυτός θα είναι και ο λόγος που συντηρούν την ανθρωποφαγία με τόσο πάθος.

Η παρεξηγημένη σκατοψυχιά

Είναι δείγμα υγείας, κατά την άποψή μου, το ότι ακόμη και στην τούρλα του Αυγούστου, τέτοια μισαλλόδοξα, υπερσυντηρητικά, ανιστόρητα, και εν τέλει απάνθρωπα κείμενα και δηλώσεις δεν περνούν αναπάντητα. Όχι μόνο αναδεικνύονται (ως απάνθρωπα) αλλά κάποιες φορές αναγκάζουν τον ιδιοκτήτη τους να ερμηνεύσει ή και ανακαλέσει τα λεγόμενά του. Αυτό από την άλλη οδηγεί σε ένα ακόμη τραγελαφικό φαινόμενο. Υποτιθέμενοι τεχνίτες της γλώσσας, λογοτέχνες και καθηγητές Πανεπιστημίου, να προσπαθούν να πείσουν ότι είναι ανίκανοι να βάλουν τη μία λέξη πίσω από την άλλη και να φτιάξουν μία κοινώς κατανοητή πρόταση που να μην επιδέχεται άλλης ερμηνείας. Ποτέ άλλωστε τόσοι γνώστες της γλώσσας δεν αποδείχτηκαν τόσο ανίκανοι να την χρησιμοποιήσουν.

Προφανώς δεν είναι αυτή η αλήθεια. Καμία παρεξήγηση. Καμία παρερμηνεία. Ό,τι γράφουν ή λένε (ή καλύτερα, εκτοξεύουν), το εννοούν. Και εννοούν κάθε λέξη που χρησιμοποιούν. Απλώς τους είναι αδύνατο να παραδεχτούν ότι πιάστηκαν με την καρδάρα στο χέρι. Και αντ’ αυτού προσπαθούν να την περάσουν κάτω από τα μάτια μας, επιμένοντας «δεν βλέπετε καλά». Λένε ότι «όταν ανακαλύφθηκε η συγγνώμη, χάθηκε το φιλότιμο». Σωστό. Το κακό είναι ότι κάποιοι δεν έχουν ανακαλύψει ούτε τη συγγνώμη.

Πράγμα που μας οδηγεί στα κοινωνικά δίκτυα και το ρόλο τους. Το κλαμπ των διανοητών που αλληλοκαβατζώνονται από κυβερνητική επιτροπή σε κρατικό Δ.Σ., έως και σήμερα παραμένει ερμητικά κλειστό. Δεν αρκείται όμως σε αυτό. Όντας ανέκαθεν κλειστό, αλλά χωρίς τη δυνατότητα ζύμωσης με τον πραγματικό κόσμο, η εντύπωση -σε μεγάλο βαθμό αληθής- ήταν ότι η κοινωνία μπορεί να άγεται εύκολα και εσαεί χωρίς να χρειαστεί να συγχρωτιζόμαστε με αυτήν. Τα κοινωνικά δίκτυα ανέτρεψαν αυτήν την παγιωμένη εντύπωση και -με βίαιο τρόπο- τους αποκαλύπτουν μία άλλη πραγματικότητα. Ότι δεν είναι αυθεντίες. Ότι ο λόγος τους δεν περνάει ως θέσφατο. Ότι εκτοξεύουν συχνά πηχτές ανοησίες που δεν περνούν απαρατήρητες. Για την ώρα συνεχίζουν να ζουν στη γυάλα τους, αλλά πλέον βλέπουν απ’ έξω. Βλέπουν ότι δεν μπορούν να επιβάλουν εύκολα όποια άποψη βγάζουν από την κοιλιά τους ή -ακόμη χειρότερα- τους ορίζεται να επιβάλουν. Αντιμετωπίζουν ανθρώπους που είναι εξυπνότεροι, πιο καλλιεργημένοι πνευματικά, περισσότερο γνώστες, πιο καταρτισμένοι και κυρίως πολύ πιο αξιόλογοι από αυτούς. Εκατοντάδες πολίτες της διπλανής πόρτας, κατά κόρον ψευδώνυμοι (ακριβώς γιατί είναι της «διπλανής πόρτας» και δεν έχουν την ανάγκη να αντλήσουν κύρος από την ονοματάρα τους), που παράγουν ψηφίδες ιδεών πολύ πιο προωθημένων, πολύ πιο άρτια εκπεφρασμένων, πολύ πιο σύγχρονων, και με περισσότερο ενδιαφέρον βρε αδερφέ από την ομοφοβική μπαλαφαρία της κάθε Σώτης στην Άθενς Βόις.

Οπότε χτυπάμε την ανωνυμία. Πού πας χωρίς να σε λένε Χειμωνά ή Τατσόπουλο; Πώς θα σε θυμάται η Ανθρωπότητα αν βγαίνεις με το όνομα «βυζιά μελάτα» ή «μπάμπης6789241»; Ποια κρατική επιτροπή θα σε βραβεύσει; Ποιος υπουργός θα σου σφίξει το χέρι; Ποια Σούλα Καραμπουζούκη, χήρα μεγαλοεργολάβου, θα σε συνοδεύσει σε παρουσίαση πραγματείας για την αφόρητη μυρωδιά της μασχάλης της εργατικής πλέμπας; Ναι υπάρχει και η σαβούρα ανάμεσα στους ψευδώνυμος. Ογκώδης και κραυγαλέα σαβούρα. Πώς θα ήταν δυνατόν να μην υπήρχε; Αλλά καλό θα ήταν να μην διαβάζουμε κουταμάρες περί κανιβαλισμού. Δεν κανιβαλίζεται ο ανθρωποφάγος, αγάπη μου.

Υ.Γ.1 Δεν ισοπεδώνω τους διανοητές ή τους λογοτέχνες. Είναι όμως η πικρή αλήθεια ότι η πλειονότητα των διακεκριμένων Ελλήνων των γραμμάτων και της τέχνης των 90s πρωτοστατεί, συντάσσεται ή σιωπά, σε αυτό το ανθρωποφαγικό μεταμοντέρνο think tank της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας.

Y.Γ.2 Πιο γραφικοί, πιο γελοίοι και τελικά ακόμη πιο σκατόψυχοι, είναι εκείνοι οι δευτεροκλασάτοι σχολιαστές σε ιστοσελίδες και εφημερίδες, που νιώθουν την αδήριτη ανάγκη να δικαιολογήσουν κάθε κρετινισμό των παραπάνω «διανοητών». Πρόκειται για εκείνα τα γελοία ανθρωπάκια που προσπαθούν με κάθε τρόπο να μπουν στα σαλόνια της κυρίας Σούλας Καραμπουζούκη, χήρας μεγαλοεργολάβου, και να τα θαυμάσουν κι αυτά για το αφόρητο τίποτε που πουλάνε.

 

[Αναδημοσίευση από http://www.galaxyarchis.wordpress.com, 23/8/13]

 

Εις υγείαν των κορόιδων

Νοέμβριος 23, 2010

Για άλλο ένα Σάββατο ο Σπύρος Παπαδόπουλος και οι προσκεκλημένοι του(κατα κανόνα οι ίδιες φάτσες) ξαναχτύπησαν.


Ενώ η κατοχική κυβέρνηση του πασοκ κάνει περικοπές ακόμα και στα νοσοκομεία για αυτούς υπάρχουν λεφτά για γλέντια αλλά πως να μν υπάρχουν όταν η εκπομπή έχει υψηλούς καλεσμένους όπως ο Πάγκαλος.
Στο τραπέζι και οι γνωστοί θαμώνες της εκπομπής Μίμης Ανδρουλάκης, Λευτέρης Παπαδόπουλος και Λιάνης δηλαδή το πασοκ σε όλες τις αποχρώσεις.
Δίπλα τους ο Ρέμος και διάφορες γλάστρες της τηλεόρασης.
Η συνηθισμένη αθλιότητα της εκπομπής αλλά το πολύ θλιβερό αυτή τη φορά ήταν η παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη αφού η εκπομπή γινόταν προς τιμήν του και η ομήγυρη διασκέδαζε με τα τραγούδια του.
Άλλο ένα μεγάλο ατόπημα του Μίκη.

Δεν υπάρχουν δικαιολογίες όταν κάθεσαι δίπλα στον Πάγκαλο και να τραγουδάς μαζί του τη Δραπετσώνα, για όλα τα πράγματα υπάρχουν όρια.

Η συγκεκριμένη εκπομπή τα έχει ξεπεράσει προ πολλού με την παχυλή αμοιβή του παρουσιαστή, τους προσκεκλημένους της μεταλλαγμένης χαβιαροαριστεράς και τα ξέφρενα γλέντια με τα λεφτά του ελληνικού λαού.

Ο Μίκης είναι αδικαιολόγητος να τα επικυρώνει όλα αυτά με την παρουσία του.

Δεν μπορεί να μιλάς για κίνημα πολιτών και αντίσταση στη Νέα Τάξη και να κάθεσαι δίπλα στους πιο μοχθηρούς εκπροσώπους της τον Πάγκαλο και τον Ανδρουλάκη.

Για άλλη μια φορά γίνεται προφανές ότι έχουν ισοπεδωθεί τα πάντα και ο Ελληνικός λαός πρέπει να στηριχθεί στις δικές του δυνάμεις και στην αυτοοργανωσή του.

[αναδημοσίευση από το Ρεσάλτο, η έντονη γραφή από Hagen of Troneck]

Σκέψεις ενός αθεράπευτα αισιόδοξου

Απρίλιος 28, 2010

Αναδημοσιεύουμε ένα αρκετά παλιό κείμενο του φιλόσοφου Στέλιου Ράμφου, προφητικό θα λέγαμε και με βαθιά και καθαρή ουσιαστική φιλοσοφική ανάλυση, ανεξάρτητη πολιτικού στίγματος. Προτείνουμε να διαβαστεί ψύχραιμα και χωρίς προκαταλήψεις…

ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΑΘΕΡΑΠΕΥΤΑ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΥ ΕΛΛΗΝΑ

του Στέλιου Ράμφου



Διαβάζω την σκέψι του αναγνώστη: αναρωτιέται τι αισιόδοξο έχω να καταθέσω υπό τις σημερινές συνθήκες για το μέλλον μας. Οφείλω επομένως πρώτα να εξηγηθώ για εκείνο το «αθεραπεύτως αισιόδοξου» στον τίτλο. Αφ’ ης στιγμής εκθέτω δημοσία τις σκέψεις μου, νομίζω επιβάλλεται. Εάν επρόκειτο για ψυχολογική προδιάθεσι, θα κρατούσα την αισιοδοξία για προσωπική μου τονωσι και αναψυχή αντί να την μοιραζωμαι με άλλους.

Αυτό είναι το λιγώτερο. Διότι αν ο λόγος μας δεν οδηγή στο μέλλον, η αισιοδοξία αποτελεί την πιο ύπουλη μορφή συμβιβασμού με την κατάντια του παρόντος, καρπον αποφυγής των ευθυνών και της φθοράς των αντιδράσεων. Όχι πάντοτε βέβαια, ούτε υποχρεωτικώς. Στο μέλλον δεν οδηγούν τόσο τα ίδια τα γεγονότα αλλά και τα πράγματα, όσο και η σημασία και οι προεκτάσεις των. Την φορά τους ξεπερνά η αισιοδοξία όχι ως αγαθή αόριστη αίσθηση αλλά ως δημιουργική εκτιμησι και πρωτοβουλία.

Για την ακρίβεια η σημασία είναι τόσο ανεξάρτητη από τα πράγματα ώστε να τα οριζη.

Ένα χαλασμένο μήλο το πετούμε στα σκουπίδια˙ στην ζωγραφική του παράσταση το απολαμβάνουμε, το θαυμάζουμε και το φυλάμε. Σ’ αυτή την περιπτωσι αισιοδοξούμε. Η καλλιτεχνική απεικονισι εισχωρεί στην αλήθεια βαθύτερα από το ματι˙ πλησιάζει στην περιοχή της από ένα δρόμο αδιάβατο για την φυσική ορασι και την προβάλλει στην δυναμική της. Αντιστοίχως η αισιοδοξία δεν επιμένει στις λογικώς προφανείς συνέπειες των δεδομένων αλλά φθάνει μέχρι την αλογία της ζωής, την ίδια την ανάγκη της αρνητικότητος να επιβιωση, οπότε υποχρεούται να στρατεύση αντιστάσεις θετικές. Η αισιοδοξία δεν είναι γελαστή παθητικοτης˙ δεν μπορεί να είναι, εφ’ όσον ανατρέπει την αλυσίδα των σκέψεων που οδηγούν στο μηδέν. Οι λογικές προτάσεις συρρικνώνουν την αλήθεια για την αντιπαραθέσουν στο ψευδος˙ όμως η αλήθεια δεν έχει αντίθετο, γιατί στο υπέρ λόγον της είναι καθολική. Θέλω να πω: Τα γεγονότα και η λογική τους δεν υπερβαίνουν την ιστορική φορά, επιτρέπουν εν τούτοις να την αναγνωρίζουμε: την ιστορική φορά υπερβαίνει η αισιοδοξία ως πρωτοβουλία. Συνεπώς η απαισιοδοξία είναι κάτι πολύ περισσότερο από αρνητική εκτιμησι της πορείας των πραγματων˙ είναι παθητικοτης απέναντι στην λογική των περιστάσεων και των συνθηκών.

Άλλο να εντοπιζης τα αποσυνθετικά φαινόμενα και άλλο να απαισιοδοξής. Η απαισιοδοξία νομιμοποιεί την προοπτική του κλειστού χρονικού ορίζοντος, ενώ η αισιοδοξία γεννά την προοπτική του ανοικτού χρόνου. Πρόκειται για στάδιο πέρα της ψυχολογικής αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας, οι οποίες γεννώνται από αξιολόγησι της υπάρξεως υπό το πρίσμα της επιτυχίας, και επομένως αδυνατούν να την παρακολουθήσουν στην βαθύτερη σχεσι της με το καλό και το κακό, την ευτυχία και την δυστυχία. Για την αισιοδοξία η συμπτωσι της αλήθειας και της συνειδήσεως μένει ακατανόητη σε εμπειρίες όπως η αγάπη και η δημιουργικοτης, ενώ η απαισιοδοξία δεν υποψιάζεται ριζικές μορφές του κακού πέραν της αποτυχίας, όπως την διαστασι της συνειδήσεως και της αλήθειας. Η αισιοδοξία ενδιαφέρει ως λογική και αντιληψι ενεργός που ευρύνει τον ορίζοντα της ζωής.

Ασφαλώς πλήθος γεγονότων στην Ελλάδα μας μελαγχολούν, πιθανότατα δε το εγγύς μέλλον να μας δοκιμαση ακόμη περισσότερο και να μας αποκαρδιωση. Τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραιτηθούμε από την διάγνωσι της νόσου και από την αγωγή της θεραπείας, να δεχθούμε δηλαδή ως αιτία των εθνικών δεινών την ασκησι πολιτικής προς χείρωσιν της εξουσίας εν απουσία στρατηγικού σκοπού. Από καιρό τώρα ο τόπος μας είναι ακυβέρνητος.

Οποίος δεν έχει σκοπό πλανιέται χωρίς μέσα. Πραγματιστής είναι οποίος πιστεύει, γιατί η πιστι του υποδεικνύει και παρέχει τα απαραίτητα μέσα. Εάν υπήρχε οδηγητική ιδέα σύμφωνα με την ιστορική ροπή και την γενέθλιο παράδοσι, τα πρόσωπα και πράγματα της πατρίδος θα ήσαν αλλιώς. Η ιδέα προσφέρει το ηθικό υπόβαθρο που ως κοινή σιωπηρή αποδοχή στηρίζει και ιεραρχεί τα θέσμια˙ αντιθέτως η απουσία της ευνοεί δραματικά την άνοδο των αρουραίων της κοινωνίας στην εξουσία, ατόμων κατά βάθος ανικάνων, τα οποία μας κάνουν συχνά να ντρεπωμαστε. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν το προνόμιο της αποτυχίας. Οι αποτυχίες των δεν είναι ζήτημα καλών ή κακών χειρισμών: τους πνίγει το κενό της μικρονοϊκής ιδιοτέλειας, αλλά τους συντηρεί ο συνένοχός τους σκοτεινός μας εαυτός τον οποίο τεχνηέντως υψώνουν σε πρότυπο. Η επιτυχία απαιτεί καποιαν θυσία διότι και αυτή η φορά των πραγμάτων στην δαπάνη βασίζεται πρώτα και μετά στην συσσωρευσι. Αυτό που ζούμε, ιδίως από εικοσιδυετίας, είναι η εγωκεντρική συσσώρευσι.

Η απουσία οδηγητικής ιδέας κυρίως οφείλεται σε οργανικά αίτια. Φυλακισμένο σε αποπετρωμενα συμβολικά σχήματα, άμοιρα της ιστορικής πραγματικοτητος των Νέων χρόνων, σε απολογητική τυποποιησι της χριστιανικής αλήθειας, αποκομμένο από τα χρυσοφόρα κοιτάσματα των κλασικών της Αρχαιότητος, το Έθνος σαλεύει στο περιθώριο του σύγχρονου κόσμου. Το αδιαφοροποίητο άτομο της κοινωνίας μας είναι ακόμη αιχμάλωτο της μετέωρης συνθήκης ενός αρχαϊκού ψυχισμού καλουμένου να διαβη το κατώφλι της τρίτης μετά Χριστον χιλιετίας, συνθήκης η οποία το φενακίζει με παρελθούσης χρήσεως τριτοκοσμικά, σοσιαλίζοντα ή φιλελευθεροειδή ληρήματα και βυθίζει τον τόπο σε όλο και μεγαλύτερα αδιέξοδα. Μας χαρακτηρίζει αδυναμία συλλήψεως της ιστορικής στιγμής, απόρροια της οποίας είναι η στατική και μονότροπη εκτίμησι των περιστάσεων βάσει της επιθυμίας μας. Επειδή δε μόνη «προσγειωμένη» επιθυμία είναι η εξουσία, όλα σχεδιάζονται για εσωτερικήν κατανάλωσι, οπότε η πολιτική εξαντλείται σε καταγγελία του απαράδεκτου αντιπάλου, σε υποδαυλισμό της τυφλής συναισθηματικής αντιπαραθέσεως και κατ’ επέκτασιν σε μιά ενδοστρεφή μερικότητα που εφ’ οσον μονιμοποιηθή θα εξελιχθή σε ιστορική καταδίκη. Ευνοείται ο πολιτικάντης, αποθαρρύνεται ο πολιτικός. Υπ’ αυτούς τους όρους τείνομε ήδη να ζητήσωμε διέξοδο στο ακόμη χειρότερο αδιέξοδο της τεχνοκρατικής λογικής και να λησμονησωμε για τα καλά το θεμέλιο κάθε πολιτικής, δηλαδή το αίτημα ενός πρακτικού λόγου ο οποίος συναιρεί στην πραγματικότητά του την παράδοσι με την δημιουργία.

Ενδιαφέρει λοιπόν μια οδηγητική πεποίθησι, μια κατευθυντήριος ιδέα. Χωρίς κατευθυντήριο γενικην ιδέα καταντούμε σε στείρα διαφάνεια χωρίς απορίες και υποθέσεις ζητήσεως, σε απουσία εικόνος εαυτού και σχεδίου που κάνει τα πάντα να γίνωνται αποσπασματικά. Η ιδέα δεν είναι κατ’ ανάγκην ιδεολογία και η ιδεολογία καθ’ εαυτήν δεν αποτελεί υποχρεωτικώς παραμορφωτικόν καθρέπτη της πραγματικότητος, όπως θέλει ωρισμένη κριτική. Εφ’ όσον η σύστασι της κοινωνίας είναι τάξεως συμβολικής και στις εικόνες του ιστού της περιλαμβάνει προϊόντα της ιστορικής της συνειδήσεως, η ιδεολογία μετέχει της κοινωνικής συγκροτήσεως οργανικά. Με απλούστερα λόγια: διαφυλλάσει για τους μεταγενεστέρους το θεμελιακό κίνητρο της κοινωνικής πράξεως (π.χ. «μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα») και συντηρεί τον δυναμισμό της σχηματοποιώντας το. Μόνο εν σχηματι οι ιδέες γίνονται πεποιθησι κοινή, από σύστημα ατομικής σκέψεως μεταβάλλονται σε όραμα πίστεως και ταυτότητα της ομάδος. Η συνοχή μιας κοινωνίας ή συσσωματώσεως είναι προϊόν κάποτε της ιδεολογικής εκλογικεύσεως, η οποία συσχετίζει μεταξύ τους τα διάφορα φαινόμενα και θέτει υπό ωρισμένο πρίσμα την εμπειρική πραγματικότητα. Μην πάη ο νους μας σε μυθοποιία. Εκλογικευμένο το ιδεολογικό σύστημα αναδεικνύεται γεγονός «υλικό», αλήθεια αναμφισβήτητη μέσω της οποίας σκεπτόμαστε τα πάντα αλλά όχι και την ίδια, όποτε υφίσταται και λειτουργεί ως απολιθωμένο σύμβολο για τα συστατικά και μόνο στοιχεία της συνοχής του. Εξ’ ου και μετά βδελυγμίας απορρίπτεται ή διαστρέφεται ανελέητα ό,τι με την ετερότητά του απειλεί την καθιερωμένη σημειολογία της συμβολικά αναγνωριζόμενης ομάδος (π.χ. προσεκτική γλωσσική έκφραση εκτός ξύλινου τύπου, περιορισμός του κρατικού γιγαντισμού)˙ εξ’ ου και ο αδρανής χρόνος της ιδεολογίας η οποία δεν υιοθετεί τίποτα αν δεν το ενσωματώση στο ισχύον τελετουργικό και δεν το καθαγιάση με αποφάνσεις «Πατέρων». Στην τελευταια μάλιστα περίπτωση ο ιδεολογικός συμβολισμός αρπάζεται από το ιδρυτικό παρελθόν με την ψευδαίσθηση ότι ο ταυτισμός μαζί του εκτείνεται στο σύνολο του παρόντος και του μέλλοντος χρόνου. Στην υγιή αντιθέτως ιδεολογία το νέο εισάγεται κριτικά, η δε αλήθεια υφαίνεται με την ιδέα στην ιστορική συνειδησι της αρχής. Αίφνης η εθνική ιδέα του 1821 λαμπρύνεται με την ιστορικοερμηνευτικη συνειδησι των γεγονότων της επαναστάσεως, ενώ οι πάσης προελεύσεως ψευδώνυμοι εθνικοί εορτασμοί βασίζονται στην παραχάραξι.

Από της ιδρύσεώς του μέχρι το 1922 το Ελληνικό κράτος ζούσε με την προσδοκία της Μεγάλης Ιδέας. Η Μεγάλη Ιδέα υπήρξε πανεθνική εκδήλωσι συναισθηματικού οραματισμού, χωρίς όμως να συνδιασθή με την μορφή της κρατικής υποστάσεως που απαιτούσαν οι καιροί. Ούτε λόγος βεβαίως να γίνεται περί απαγκιστρώσεως από το αγκυλωμένο σύμβολο, αφού η ενδεχόμενη πραγματοποίησί της επανίδρυε το Βυζάντιο.

Επομένως η σοσιαλιστική και η εθνικιστική ή αργότερα η φιλελεύθερη «ιδέα» ήταν αδύνατον να την υποκαταστήσουν, διότι η μεν πρώτη βασίσθηκε στον εμφύλιο διχασμό, η δεύτερη εγκατέστησε ένα καθεστώς διώξεων και η τρίτη προέβαλε έξωθεν ως οικονομική πανάκεια. Αντιθέτως με την Μεγάλη Ιδέα, οποίες οργανικές αδυναμίες και αν αυτή παρουσίαζε, το Έθνος διεκδικούσε την ολομέλειά του, την αποκατάστασι του διασκορπισμένου τότε και εν πολλοίς υποδούλου του σε ενιαία κρατικήν υπόστασι. Το οποίον και συνέβη, όχι όμως τόσο δια της εδαφικής επεκτάσεως, όσο δια της ανταλλαγής των πληθυσμών, δια της βιαίας συγκεντρώσεως των μικρασιατων ομογενών στην ελλαδική επικράτεια.

Δεν συμμερίζομαι τα περί αυθεντικού εν διασπορά ελληνισμού και αναυθεντικότητος του εθνικού ελληνικού κράτους, ούτε με ενδιαφέρει να προχωρήσω σε τέτοια συζητησι, η οποία στερείται θεωρητικής και πρακτικής σημασίας για την εποχή μας. Περιορίζομαι σε μια παρατηρήσι: Το νεώτερο εθνικό κράτος απηχεί την ανάγκη του μεταμεσαιωνικού ανθρώπου ν’ αποκτήση ιστορική ταυτότητα και να εδραιώση έτσι την αυτονομία του στο πλαίσιο της ομάδος. Η αυτονομία συνδέεται με αυτοσυνείδησι και η αυτοσυνείδησι εκφράζει διακεκριμένη μετοχή στο γίγνεσθαι της ιστορίας. Προηγουμένως η ταυτότης συνιστούσε χαρακτήρα ομαδικότητος και γι’ αυτό ήταν φυλετική, γλωσσική, θρησκευτική. Εξ’ ου και κράτη όπως των διάδοχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, της Ρώμης ή του Βυζαντίου αποτελούσαν πανσπερμίες τις οποίες συνείχε η πνευματική και Υλίκη ανωτερότης ενός ή περισσοτέρων του ενός λαών. Στους υπηκόους αρκούσε να είναι υποκείμενα δικαίου. Όταν όμως λήγοντος του Μεσαίωνος οι άνθρωποι άρχισαν να ανακαλύπτουν την ατομικότητά τους, τότε προέβαλλε η ανάγκη της εκτάσεώς τους στον ιστορικόν χώρο και τον χρόνο, καρπός της οποίας υπήρξε η εθνική ταυτότητα. Το αίτημα της ξεχωριστής παρουσίας ατόμων και λαών στην ιστορία ενσαρκώνει με τα θετικά και τα αρνητικά του ο νεώτερος εθνισμός και γι’ αυτό μπορεί σήμερα να τείνη άφοβα, όπου ωριμάζει, προς υπερεθνικές ενότητες.

Υπό το φως των προηγουμένων το περιεχόμενο μιας εθνικής ιδέας πρέπει να αναφέρεται στο ποιον της κοινωνίας μας και του ανθρώπου της. Σκοπός της εθνικής στρατηγικής και Μεγάλη Ιδέα να τεθή η θεραπεία της άρρωστης κοινωνίας μας, μιας κοινωνίας που βλέποντας τα πάντα στενά έχει χάσει τον σκοπό και το αίσθημα της ευθύνης, τον δρόμο προς την καθολικότητα. Ο λαός μας είναι ευφυής αλλά στερείται χαρακτήρος, είμαστε, θα έλεγα, ιδιοφυείς χωρίς κοινό νου, ήγουν χωρίς την αίσθηση του πρακτικού λόγου. Το ζούμε καθημερινώς στην ραγιάδικη κουτοπονηριά της άκοπης επιτυχίας, στον πολιτικό και συνδικαλιστικό σαλδατορισμό, κατ’ εξοχήν αποσυνθετικές μορφές της ρωμαίικης «εξυπνάδας». Ν’ απαλλαγούμε πάση θυσία το γρηγορότερο από την «εξυπνάδα», που ως θεσμός πλέον αχαλίνωτη μας πνίγει τα τελευταία εικοσιδυο χρόνια. Σε μια τέτοιαν επιδίωξι έχουμε πολύ να ωφεληθούμε από την απαίτησι του πολιτισμού της Ευρώπης για υπεύθυνη σκέψη και προσεκτική δουλειά. Επείγει ν’ αφήσουμε τον επαρχιωτισμό, να βγούμε από το περιθώριο και να εισέλθουμε πλαστουργικα στην ιστορία για να ζήσωμε εκεί την αιωνιότητα. Μεγάλη Ιδέα δεν μπορεί να είναι ο εγκλεισμός στην ταυτότητα αλλά η καθολικότης στην ταυτότητα.

Προκειμένου να εισέλθωμε στον χώρο της ιστορίας οφείλουμε να ελευθερωθούμε από τα δεσμά της αποπετρωμενης συμβολικής τάξεως με πνεύμα δημιουργίας και όχι με μηχανιστική λογική. Ο διαιωνισμος της στατικής συμβολικής τάξεως και η πίεση να την υπερβούμε αδιαφορώντας για τα ψυχικά κοιτάσματα της πνευματικής μας παραδόσεως, προκαλεί ως αντίδραση τον ζηλωτισμο. Ζηλωτισμος, ο ελληνικός όρος για τον φονταμενταλισμο, είναι η εμφανής τήρησι της συμβολικής τάξεως, φανατική προσήλωσι στον τύπο και η εδραία πεποίθηση πως η παράδοση ζη χάρι σ’ αυτόν, όχι χάρι στην ζωογόνο διαρκή της ερμηνεία. Εξ’ ου και η προσέγγισι της παραδόσεως είναι εξηγητική, αποστρέφεται την βαθύτερη κατανόησι και ευνοεί την απολογητική. Όταν όμως η πίστι τροφοδοτήται από την γενικότητα διαμορφώνει έναν άνθρωπο ικανό μεν για νεφελώδη θεωρία και ρητορική, ανίκανο όμως για ανάλυσι και σύνθεσι, αφού όντας υποχείριος των συναισθημάτων του γνωρίζει μόνο την λογική των χονδροειδών εξισώσεων και των πολωτικών, ηθικολογικού χαρακτήρος, αντιπαραθέσεων. Ο ζηλωτισμος συντηρείται με κλειστά παραδόσιμα σύμβολα μέσω των οποίων λογοκρίνει το ενοχλητικό πραγματικό. Σε κοινωνίες σαν την δική μας ο εκσυμβολισμος της πραγματικοτητος διέρχεται ακόμη και από την τηλεόρασι η εικόνα της οποίας προσαρμόζεται ασύνειδα στην θρησκευτική ψυχολογία των θεατών και καλλιεργεί, ως αντικείμενο πίστεως, την συναισθηματική σκέψι και την ακρισία. Η επιτήδεια εκμετάλλευσι αυτού του στοιχείου βραχυπροθέσμως αποδίδει πολιτικά, ωστόσο στην προοπτική του χρόνου γίνεται ολέθρια γιατί εμποδίζει τον λαό να ενηλικιωθή και να ωριμάση. Η πίστι στην εικόνα είναι παραίτηση από την σημασία και οδηγεί σε αγκύλωση της σκέψεως, ενώ η επιταγή των σχηματικών διακρίσεων μεταξύ καλού και κακού ή άσπρου και μαύρου ενθαρρύνει την ηθικοπλαστική συνείδησι και αντικαθιστά το αίτημα της προσωπικής ταυτότητος με την ανάγκη της ταυτίσεως. Η ηθικοπλαστική συνείδησι αποτελεί προθάλαμο του ζηλωτισμού.


Η εθνική μας εκτίναξι προϋποθέτει ζωντανή σχέσι με το σύμβολο. Όχι μόνο σχέσι πίστεως αλλά και λόγου. Η ποιητική πραγματικότης του συμβόλου δεν αποκλείει την σκέψι, αλλά ως δεκτική ερμηνείας της ανοίγει νέες δυνατότητες. Αφ’ ης στιγμής δεχθούμε ότι το σύμβολο ερμηνεύεται αενάως, δεχόμαστε τον λόγο. Επομένως η ιστορική και κοινωνική μας καθυστέρησι δεν είναι τόσο δημιούργημα της παραδόσιμης συμβολικής τάξεως και της πανομοιότυπης επαναλήψεώς της εις στον χρόνο, όσο της αδυναμίας μας να την σκεφθούμε καθ’ εαυτήν και να περιχωρήσωμε το παρελθόν της στο παρόν μας ως από χρόνου εις χρόνον ερμηνευτική του προέκτασι. Κάθε συμβολικό σύστημα θέλει να εικονίζη την πραγματικότητα στην σημασία της, λειτουργεί δηλαδή ποιοτικά κινούμενο προς τα έξω. Όταν χάση την αίσθηση του εκτός και κλεισθή στην δεδομένη εντός του σημασία, τότε αγκυλώνεται. Τίμημα της δικής μας αγκυλώσεως είναι η πνευματική μερικότης και η ωχαδερφική παθητικότης απέναντι στο ιστορικό γίγνεσθαι. Κατεπείγει να αποκατασταθή η προς τα έξω φορά του συμβόλου εν είδει παραστάσεως κόσμου εις τον οποίο μπορούμε να ζούμε ως σύγχρονοι άνθρωποι. Μέσον της τροπής του συμβόλου σε ενεργό πραγματικότητα είναι η ερμηνευτική εργασία. Ερμηνεύω θα πη κατανοώ, αναλαμβάνω πρωτοβουλία περιχωρήσεως στον χρόνο μου της παραδόσεως και των συμβόλων της, την δεξιώνομαι στο παρόν μου ως έγχρονη αιωνιότητα. […]

Εχει την δύναμι η σημερινή Ελλάς ν’ ανοιχτή στην καθολικότητα χωρίς να χάση τον εαυτό της ; Πέραν της εθνικής μας ζωτικότητος, υπέρ της καταφατικής απαντήσεως συνηγορούν: Πρώτον, η Ορθοδοξία – παρά την απουσία της από την δημιουργία του κόσμου των Νέων χρόνων – ως κοινή πίστι πολλών λαών με γνώμονα την κοινωνία των προσώπων, την καθολικότητα του ατόμου αντί της μερικότητός του Εγω˙ δεύτερον, ο εμπορικός μας στόλος, τα σιδηρά τείχη του ελληνισμού που διακινούν το 40% των χύδην φορτίων της υφηλιου˙ τρίτον, τα επτά εκατομμύρια των ομογενών που προκόβουν στα μεγάλα κέντρα της οικουμενης˙ τέταρτον, η ελληνική ιστορία και ο ελληνικός πολιτισμός, σημεία καταστατικής αναφοράς του συγχρόνου ανθρώπου. Αυτοί οι τέσσερις παράγοντες προσφέρουν σταθερήν εγγενή υποστήριξι και παρέχουν ασφαλείς εγγυήσεις επιτυχίας σ’ εκείνους οι οποίοι θα επιχειρήσουν να βγάλουν την Ελλάδα από την κρίσι της και να της δώσουν θέσι στον σημερινό κόσμο, τουτέστιν σε κάθε σοβαρή προσπάθεια να στεριώση στον τόπο μας ένα σύγχρονο κράτος και να διαπλασθή ένας δημιουργικός και υπεύθυνος άνθρωπος. Το πρώτο δεν μπορεί χωρίς τον δευτερο˙ ο δεύτερος έχει ζωτικήν ανάγκη του πρώτου.

Από της ιδρύσεώς του το νεοελληνικό κράτος ασθενεί. Το υπονομεύουν συστηματικά το σόι και κατ’ επέκτασιν το μικροπολιτικό συμφερον˙ το διαβρώνουν και το διαφθείρουν οι πανίσχυροι δεσμοί της συγγενείας και της εντοπιότητος, στους οποίους τελευταία προσετέθησαν ποικίλα και ευρύτατα συντεχνιακά συμφέροντα. Το βλέπουμε στην τοπικώς «αντιπροσωπευτική» σύνθεσι των κυβερνήσεων, στα «προσόντα» των «ιδιαιτέρων», των «συμβούλων», των διοριστεων, στους υπερογδοήκοντα συνδικαλιστικής προελεύσεως βουλευτάς επί των τριακοσίων του ελληνικού κοινοβουλίου. Το κράτος «εξυπηρετεί» και για τον λόγο αυτό θέλει να συγκεντρώνη στα χέρια του όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εξουσία. Το ελληνικό κράτος έγινε τεράστιο και εισχωρεί βαθιά στην ζωή μας διότι ακριβώς αναλαμβάνει τον πατροπαράδοτο ρόλο του «μπάρμπα από την Κορώνη». Το ανατολικό αυτό έθος, ενδεικτικό μεγάλης ανασφάλειας, συνιστά το ψυχολογικό υπόβαθρο του ελληνικού κρατισμού. Όνειρο του μισού πληθυσμού είναι να γίνει τρόφιμος του κρατικού πανδοχείου, το οποίο με την σειρά του καταντά οχυρό τρωκτικών, που ενισχύουν την επέκτασι των μονοπωλιακών του προνομιών για να τα εκμεταλλεύωνται ιδιοτελώς εθνικώς και να απομυζούν έτσι την κοινωνία. Ο υπαρκτός τούτος ελληνικός σοσιαλισμός αποτελεί το σοβαρότερο εμπόδιο της εξυγιάνσεως και του εκσυγχρονισμού, διότι ως εξουσιαστικός μηχανισμός, το κράτος αντί οργάνου της εθνικής κοινότητος γίνεται μέσον υποταγής της κοινωνίας σε ομάδες στυγνών συμφερόντων και εν τέλει σε άτομα. Εξ’ ου και όταν μια παραταξις έρχεται στα πράγματα, η άλλη μένει εκτός νυμφώνος.

[…] Σήμερα πλέον πηγή πλούτου και θεμέλιο της οικονομίας δεν είναι η εκμετάλλευσι της μισθωτής εργασίας, όπως ήθελε ο Μαρξ, είναι η παραγωγικότις του εξορθολογισμου της εργασίας. Το κέρδος οφείλεται στον άπλετο υπεραποδοτικό χρόνο εργασίας που εξασφαλίζουν τα αυτόματα. Γι’ αυτό και καλλιεργείται η ιδέα ότι αποτελεί κοινωνικό σκοπό η ανάπτυξι του ίδιου του συστήματος, δια της οποίας θα επιλυθούν τα προβλήματα του ακραίου εξορθολογισμου και κατακερματισμού της εργασίας μαζί με τις αντίστοιχές των σχέσεις κυριαρχίας και ανισότητος, σχέσεις που επιτηδείως συγκαλύπτουν οι ευρύτατα προσφερόμενες καταναλωτικές απολαύσεις. Κτηνώδης εκμετάλλευσι και ζωώδης κατανάλωσι έχουν κοινό στόχο να σπάσουν ή να σκοτίσουν την συνείδησι. Οι ανάγκες του τεχνοσυστήματος πρέπει να καθορίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις, η κοινωνία να υπηρετή την οικονομία και να υιοθετή τα πρότυπά της. Η εκρηκτικη άνθησι οικονομικών, διοικητικών, δημοσιοσχεσικών, αγοροτεχνικών σπουδών και επαγγελμάτων, σ’ αυτήν την επιδίωξι ανταποκρίνεται. Όμως όσο κι αν η κοινωνία προσαρμόζεται στην οικονομία και τις απαιτήσεις της, οι αντιφάσεις της τελευταίας παραμένουν και αναπαράγονται. Η οικονομία και η κατ’ εικόνα της κοινωνία σπαράσσονται από την αντινομία τεχνικής λογικής και λογικής του ευ ζην, ένα μέγεθος αντικειμενικό και ένα αντικειμενικώς μη ορίσιμο, αφού ανήκει στην σφαίρα της βουλήσεως. Η τεχνική επιτυγχάνει έλεγχο επί των αψύχων, όχι όμως και επί των βουλήσεων, επί της ανάγκης του ανθρώπου για ορθοπραξία. Τούτο διότι η ορθοπραξια έχει σκοπό εσωτερικό, δεν στρέφεται προς εξωτερικό αποτέλεσμα, το υποκείμενό της αναρωτιέται τι είναι αυτό που κάνει, πράγμα και για τον τελειότατο υπολογιστή αδύνατο. Όταν λοιπόν μιλούμε για εκσυγχρονισμό δεν θα πρέπη να έχουμε κατά νου καποιον εξορθολογισμο του κοινωνικού βίου ως γνώμονα των ανθρωπίνων σχεσεων, αλλά τον τόπο και τον τρόπο του ευ ζην, τον τόπο και τον τρόπο ουσιαστικής εκφράσεως των βουλήσεων, ώστε να ορίζουν την κοινωνία αυθεντικές σχέσεις ζωής και όχι οι τεχνικές επιταγές της εργασίας. Περιττό να τονίσω την σημασία που αποκτά για τις αυθεντικές σχέσεις η ζωντανή διάρκεια των πνευματικών αξιών και παραδόσεων ενός έθνους στο ιστορικό του παρόν.

Τα ανωτέρω μας οδηγούν στο ευρύτερα αποδεκτό συμπέρασμα ότι ένα σύγχρονο κράτος πρωτίστως εξασφαλίζει την δυνατότητα της εθνικής κοινότητος να διαλέγεται και ν’ αποφασίζη και δευτερευόντως λειτουργεί ως μηχανισμός εξουσίας στον έλεγχο του οποίου αποβλέπει ο κομματικός ανταγωνισμός. Ο πολιτικός βίος ασφαλώς είναι αγών για την πολιτική εξουσία, αλλά η κατάκτηση της εξουσίας δεν αποτελεί αυτοσκοπό, είναι βήμα προς την κοινωνική ανάπτυξι, ήτοι προς διεκδίκησι μεγαλυτέρας αυτονομίας έναντι των τεχνικοοικονομικών αναγκών και όχι προς κυριαρχική διόγκωσι των τελευταίων. Η τεχνοοικονομία με την αναμφισβήτητη σπουδαιότητά της δεν ικανοποιεί παρά την στενή λογική των πραγματων˙ η πολιτική διαθέτει πολύ μεγαλύτερο πλάτος, διότι πρέπει να συνδυάση ελευθερία, δικαιοσύνη και αποτελεσματικότητα, απρόσκοπο δημόσιον βίο, ευημερία και ευεργετική κρατική παρουσία, ώστε μια εθνική οντότης να πορεύεται στην ιστορία και να προκόβη. Συνεπώς προηγείται η εν ευθύνη ελευθέρια των πολιτών και έπεται η νόμιμη βία του κράτους. Εάν η σειρά τούτη αντιστραφή, το κράτος γίνεται όργανο ιδιοτελών πολιτικών μηχανισμών, στον δημόσιο βίο υποκαθίσταται το σύστημα των αριθμητικών πλειοψηφιών και ο εθνικός οργανισμός κλονίζεται. Χωρίς λειτουργικό κράτος το οποίον να συνδιάζη τις πρακτικές ανάγκες με τις πνευματικές αξίες, την αμεσότητα του παρόντος με την διάρκεια, το εθνικό σύνολο δεν μπορεί να αποτελή ιδιοπροσωπη και ζωντανή πραγματικότητα, το δε άτομο δεν γίνεται υπεύθυνος πολίτης. Ο πολιτικός βίος νοσεί όταν ελλείψει σκοπού, δηλαδή αντικειμένου αποφάσεως, καταντά πλειοψηφική διαχείρισι τρεχουσων εκκρεμοτητων, οπότε επιπλέουν οι δημαγωγοί, οι επιτήδειοι και οι φιλόδοξοι ερασιτέχνες. Πολιτική υγίεια υπάρχει όπου και σκοπός, εκδηλώνεται δε με ελεύθερον δημόσιο βίο, ποιοτικώς συγκροτημένη δημοσία διοίκησι, ανεξάρτητη δικαιοσύνη, υπεύθυνο κοινοβουλευτικόν έλεγχο και στέρεη γενική παιδεία, η οποία εξασφαλίζει τις απαραίτητες εκείνες υποκειμενικές προϋποθέσεις του ευκταίου δημοσίου διαλόγου.

Δεύτερος συντελεστής του επιθυμητού εκσυγχρονισμού είναι ο άνθρωπος. Ενδιαφέρει ζωτικά ο ενεργός και υπεύθυνος πολίτης, το υποκείμενο της πρωτοβουλίας και της συνθέσεως, το άτομο της καθολικότητος που στην ορθόδοξη -και όχι μόνο- παράδοσι αποκαλούμε πρόσωπο. Τον άνθρωπο αυτόν διακρίνει κατ’ αρχήν η ικανότης προς δημιουργίαν και δευτερευόντως προς αναπαραγωγή. Ο αρχαίος κόσμος σμιλεύει στην υπόστασι του φιλοσόφου αυτόν τον άνθρωπο, η δε χριστιανική εποχή στο πρόσωπο του αγίου: ο μεν δια της παιδείας ως μορφώσεως ζωής και η άλλη δια της παιδείας ως ενθέου ασκητικής. Υπ’ αυτό το πρίσμα κάθε οδηγητική και αναγεννητική εθνική ιδέα περνά από την παιδεία. Εκεί θα δοθή κυρίως η μάχη για να διαπλασθή ο σύγχρονος Έλληνας, το άτομο που θα συνδυάζη το βαθύ συνθετικό αίσθημα με τον κριτικό και αναλυτικό νου, την ηθική της πρωτοβουλίας με την ηθική της ευθύνης έναντι πάντων, όχι μόνο ως ηθική αμέσου αλληλεγγύης αλλά και των απωτέρων της πράξεώς του συνεπειών απέναντι σε γνωστούς και αγνώστους, παρόντες και μελλοντικούς. Σκοπός της παιδείας δεν είναι να υπηρετή την παραγωγή (σ’ αυτό αποβλέπει η εκπαίδευσι και δη η τεχνική), είναι να πλάθη άνθρωπο. Στην απορία του ανθρώπου οφείλονται εν πολλοίς οι εθνικές μας περιπέτειες πριν και μετά την Άλωση. Βεβαίως η παιδεία θα δώση καρπούς εφ’ όσον και η πνευματική μας ζωή τραπή προς αυτη την κατεύθυνσι, πράγμα απαιτητικό, διότι οι πολιτισμικές αγκυλώσεις μας οφείλονται σε ανετοιμότητα των συμβόλων της παραδόσεως ν’ αποδεχθούν την ιστορικότητα. Ο δυτικοευρωπαικος πολιτισμός είναι ιστορικά εγχρονικός, ενώ τα παραδόσιμα δικά μας σύμβολα είναι στραμμένα προς την ακίνητη αιωνιότητα και χρειάζεται εργώδης ερμηνευτική παρέμβασι για να εισαχθη – όχι εγκαταλειφθή – η αιωνιότης στον χρόνο, να ανοιχθή η συνείδησι με τα άμεσα και μερικά δεδομένα της εις την καθολικότητα. Μία τέτοια παρέμβασι πρέπει να θεωρήται ανέφικτη χωρίς δημιουργική επιστροφή και αναχώνευσι της κλασικής και της πατερικής κληρονομιάς, και κατ’ επεκτασιν χωρίς τους, πέραν της γενικής παιδείας, καταλλήλως προσανατολισμένους δημοσίους και ιδιωτικούς πανεπιστημιακούς θεσμούς στο πνεύμα της επιστημονικής ερεύνης και της ερμηνευτικής – κριτικής εργασίας […].

Στους καιρούς μας τα πράγματα έχουν άρδην μεταβληθεί. Είναι ανάγκη, για να παρακολουθήσωμε τις εξελίξεις, να περάσουμε από τον απλό ετεροπροσδιοριζομενο άνθρωπο της παραδοσιακής ομάδος στο σύνθετο άτομο. Το άτομο τούτο δεν διακόπτει κατ’ ανάγκην τους δεσμούς με την οικογένεια, την στενή τοπική κοινότητα ή την ευρύτερη εθνική, ούτε καταρρέει εντός του κάθε έννοια ή εμβίωσι πίστεως. Τα εν λόγω μεγέθη εξακολουθούν να υπάρχουν ανακεφαλαιουμενα στην συνείδησι ενός εκάστου. Αφ’ ης στιγμης το ζήτημα της ταυτότητος τίθεται πρώτα ως ευθύνη απέναντι στον εαυτό μας, τότε η ταυτότης επιβεβαιώνεται στην προσφορά του βαθύτερου ακέραιου εαυτού, η δόσις αναδεικνύεται πρωταρχικό ηθικό αίτημά της. Σκοπός δεν είναι να καταλυθούν οι άξιες της συλλογικής ζωής με το αίσθημα της αλληλεγγύης και της αυταπαρνήσεως που τις συνοδεύει, σκοπός είναι να ελευθερωθούν από τα δεσμά της συμβολικής συνειδήσεως, η οποία αντί να τις ευρύνη και να τις βαθύνη ως τρόπους ζωής, τις ηθικοποιεί και τις μεταβάλλει σε κενές υπεριστορικές πραγματικότητες.

Ο σύγχρονος βίος απαιτεί άνθρωπο αυτόνομο, σκεπτόμενο κριτικά, ικανό χειριστή πολυπλόκων εργαλείων και οργανωτή αφηρημένων τεχνολογικών διεργασιών χωρίς να υποτάσσεται στην λογική τους επειδή ακριβώς την διακρίνει από την λογική της ζωης˙ ζητεί δημιουργό του χρόνου και όχι παθητικό του υποκείμενο. Άντ’ αυτού στην Ελλάδα ενθαρρύνομε τον άνθρωπο της ήσσονος προσπάθειας και των απλουστεύσεων, θα έλεγα του ιδεολογικού συναισθήματος, με τίμημα τ’ αποσυνθετικά του κοινωνικού ιστού συμπτώματα και την βαθειά φθορά του ήθους. Βεβαίως δεν μπορεί να εναποθέτωμε ελπίδες στον πειθαρχικό άβουλο υπάλληλο ή τον παθητικό χείριστη των υπολογιστών. Ο χειρισμός των πληροφοριών δεν συνεπάγεται και μεγαλύτερη νοημοσύνη. Στα αυτόματα συσσωρεύονται απέραντοι όγκοι μνήμης, αλλά τούτη η δυνατότης είναι και καταστατικό τους μειονέκτημα, συστατικός τους περιορισμός, διότι συνοδεύεται από αδυναμία λήθης. Το αυτόματο συνυπάρχει αποκλειστικά με το υλικό βάρος του κοσμου˙ αφ’ ης στιγμής λησμονεί, αχρηστεύεται. Η λήθη του αυτομάτου είναι ίωσις. Ναι, ο κόσμος των αυτομάτων είναι χειροπιαστός, συμπαγής, απολύτως λογικός – καταλαβαίνει μόνο τον έλεγχο της δυνάμεως. Η αδυναμία τον ξεπερνά, είτε ως λήθη εμφανίζεται είτε ως όνειρο είτε ως απορία. Η αδυναμία είναι τόπος και τρόπος της ψυχής, γιατί η ψυχή μπορεί να λησμονή και να ονειρεύεται, ενώ η λήθη που φέρνει στην ζωή μας το όνειρο γίνεται πηγή της αλήθειας. Χωρίς το όνειρο, νόημα δεν υφισταται˙ χάρι στο νόημα από την λήθη αναδύεται η αλήθεια. Η αλήθεια υπερβαίνει το σύνολο των δυνατών πληροφοριων˙ όταν εννοούμε την αλήθεια ως απόλυτο έλεγχο των πληροφοριών, τής υποτασσόμαστε και αναζητούμε την ταυτότητά μας στην προσαρμογή, ενώ η πνευματική παράδοσι μας υποχρεώνει να ζητήσωμε δημιουργικά την ταυτότητα στο ύψος της, να μην αντικαταστήσωμε την αποφασιστική επιλογή με το βούλιαγμα στην επιθυμία. Αυτό το βούλιαγμα ζούμε οδυνηρά σήμερα στον τόπο μας αλλά δεν πρέπει ν’ αφεθούμε. Ο χρόνος δημιουργείται ανά πάσα στιγμή, εφ’ όσον μια οδηγητική εικόνα νοηματοδοτήση το παρόν, οπότε το γενικευμένο αίτημα μετατρέπεται σε πράξι. Δεν είναι ποτέ αργά να βάλωμε αρχή.

[πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Ίνδικτος, φθινόπωρο 1996]


Of Violence and Inertia

Δεκέμβριος 7, 2009

Ίσως ορισμένοι να θεωρήσουν τη μη συμμετοχή του δημιουργού του blog – απαλλαγμένου πλέον από κάθε κομματική / πολιτική ταυτότητα – στις πορείες του Δεκέμβρη ως αδράνεια και παθητικότητα.. Παραθέτουμε το παρακάτω κείμενο, όχι απαραίτητα ως κάποια μορφή απολογίας, αλλά ως μια εναλλακτική στάση και προσέγγιση (μπορεί και διαθεματική)..

ΠΕΡΙ ΒΙΑΣ

του Slavoj Zizek

Ας αναλογιστούμε λίγο την απατηλή αίσθηση του επείγοντος που διαποτίζει τον αριστεροφιλελεύθερο ανθρωπιστικό λόγο περί βίας· στο πλαίσιό του, το αφηρημένο και το παραστατικό (ψευδο)συγκεκριμένο συνυπάρχουν στη σκηνοθεσία της σκηνής της βίας – κατά των γυναικών, των μαύρων, των άστεγων, των ομοφυλόφιλων…

Το «μια γυναίκα πέφτει θύμα βιασμού κάθε έξι δευτερόλεπτα σε αυτή τη χώρα» και το «στο χρόνο που θα σας πάρει για να διαβάσετε αυτή την παράγραφο, δέκα παιδιά θα πεθάνουν από πείνα», είναι απλώς δυο παραδείγματα.

Πίσω απ’ όλα αυτά κρύβεται ένα υποκριτικό αίσθημα ηθικής αγανάκτησης. Αυτό ακριβώς το είδος ψευδοεπείγοντος εκμεταλλεύτηκαν πριν απο μερικά χρόνια τα Starbucks. Στις εισόδους των καταστημάτων τους, υποδέχονταν τους πελάτες αφίσες οι οποίες τόνιζαν ότι σχεδόν τα μισά από τα κέρδη της αλυσίδας διατίθεντο για την παροχή υγειονομικής περίθαλψης στα παιδιά της Γουατεμάλας, της χώρας από την οποία προμηθεύονται τον καφέ τους. Εμείς πρέπει να συναγάγουμε ότι με κάθε φλιτζάνι καφέ που πίναμε, σώζαμε τη ζωή ενός παιδιού.

Υπάρχει μια θεμελιακή αντιθεωρητική χροιά σε αυτές τις επιτακτικές προτροπές. Δεν υπάρχει χρόνος να σκεφτούμε· «πρέπει να δράσουμε τώρα». Μέσω αυτής της ψευδούς αίσθησης του επείγοντος, οι πλούσιοι της μεταβιομηχανικής εποχής, παρότι ζουν στον περιχαρακωμένο εικονικό τους κόσμο, όχι μόνο δεν αρνούνται και δεν αγνοούν τη σκληρή πραγματικότητα έξω από τη δική τους περιοχή – αλλά και αναφέρονται διαρκώς σε αυτήν με πάθος. Όπως είπε πρόσφατα ο Μπιλ Γκέιτς: «Τι σημασία έχουν οι υπολογιστές, όταν εκατομμύρια άνθρωποι συνεχίζουν να πεθάινουν από δυσεντερία, ενώ θα μπορούσαν πολύ εύκολα να σωθούν ;»

Απέναντι σε αυτό το ψευδές επείγον, ίσως θα πρέπει να τοποθετήσουμε την εξαίρετη επιστολή που έγραψε ο Μαρξ στον Ένγκελς το 1879, όταν, για ένα σύντομο διάστημα, φάνηκε ότι μια ευρωπαική επανάσταση ήταν και πάλι προ των πυλών. Η επιστολή του Μαρξ εκφράζει καθαρό πανικό· δεν μπορούν οι επαναστάτες να περιμένουν μερικά χρόνια ; Δεν έχει ακόμα τελειώσει το «Κεφάλαιό» του.

Μια κριτική ανάλυση της παρούσας παγκόσμιας συγκυρίας – μιας συγκυρίας η οποία δεν προσφέρει καμιά σαφή λύση, καμιά «πρακτική» συμβουλή για το τι πρέπει να γίνει και δεν αφήνει να διαφανεί κανένα φως στο τέλος του τούνελ, αφού γνωρίζει κανείς πολύ καλά ότι αυτό το φως θα μπορούσε να ανήκει σε ένα τρένο που έρχεται καταπάνω μας ολοταχώς για να μας συνθλίψει – συνήθως προκαλεί μομφή: «Εννοείς ότι δεν πρέπει να κάνουμε τίποτα ; Ότι πρέπει απλά να καθίσουμε και να περιμένουμε ;» Θα έπρεπε κανείς να βρει το θάρρος να απαντήσει: «ΝΑΙ, ακριβώς αυτό εννοώ!»

Υπάρχουν καταστάσεις όπου η μόνη αληθινά «πρακτική» αντιμετώπιση που μπορεί να υιοθετήσει κανείς είναι να αντισταθεί στον πειρασμό να εμπλακεί άμεσα και να τηρήσει μια στάση του στυλ «περιμένοντας και βλέποντας», αποδυόμενος σε μια υπομονετική, κριτική ανάλυση. Σήμερα, μοιάζει να μας ασκούνται πανταχόθεν πιέσεις για να αναλάβουμε δράση. Σε ένα γνωστό απόσπασμα από το βιβλίο του «Υπαρξισμός και ανθρωπισμός», ο Σαρτρ περιέγραψε το δίλημμα ενός νεαρού άνδρα στη Γαλλία το 1942, ο οποίος διχάζεται ανάμεσα στο καθήκον να βοηθήσει τη μόνη, άρρωστη μητέρα του και στο καθήκον να προσχωρήσει στην Αντίσταση και να πολεμήσει τους Γερμανούς. Η άποψη του Σαρτρ είναι, ασφαλώς, ότι δεν υπάρχει a priori απάντηση σε αυτό το δίλημμα. Ο νεαρός άνδρας πρέπει να αποφασίσει βασισμένος μόνο στη δική του αβυσσαλέα ελευθερία και να αναλάβει στο ακέραιο την ευθύνη για την απόφασή του. Μια αισχρή τρίτη διέξοδος από το δίλημμα θα ήταν να συμβουλεύσουμε τον νεαρό άνδρα να πει στη μητέρα του ότι θα προσχωρήσει στην Αντίσταση και στους αντιστασιακούς φίλους του ότι θα μείνει να φροντίσει τη μητέρα του, ενώ στην πραγματικότητα θα αποτραβηχτεί σε έναν απόμερο τόπο και θ’ αφοσιωθεί στη μελέτη…

Υπάρχει κάτι περισσότερο από φθηνός κυνισμός σε αυτή τη συμβουλή. Θυμίζει ένα πολύ γνωστό σοβιετικό ανέκδοτο για τον Λένιν. Επί σοσιαλισμού, η συμβουλή του Λένιν προς του νέους, η απάντησή του στο τι έπρεπε να κάνουν, ήταν «Μελετήστε, μελετήστε και μελετήστε» Την επικαλέιτο συνέχεια και μπορούσε να τη δει κανείς στους τοίχους όλων των σχολείων. Το ανέκδοτο έχει ως εξής: Ρωτούν τον Μαρξ, τον Ένγκελς και τον Λένιν αν θα προτιμούσαν να έχουν μια σύζυγο ή μια ερωμένη. Όπως είναι αναμενόμενο, ο Μαρξ, μάλλον συντηρητικός στα προσωπικά ζητήματα, απαντά, «Μια σύζυγο!», ενώ ο Ένγκελς, περισσότερο τύπος μπον βιβέρ, προτιμά μια ερωμένη. Προς έκπληξη όλων, ο Λένιν λέει: «Εγώ θα ήθελα να είχα και τα δυο!» Γιατι ; Μήπως υπάρχει μια κρυφή φλέβα παρακμιακού ηδονιστή πίσω από την αυστηρή επαναστατική εικόνα του ; Όχι – εξηγεί: «Για να μπορώ να λέω στη σύζυγό μου ότι πηγαίνω στην ερωμένη μου και στην ερωμένη μου ότι πρέπει να μείνω με τη σύζυγό μου…» «Και τότε, τι θα έκανες ;» «Θα πήγαινα σ’ ένα απομονωμένο μέρος για να μελετήσω, να μελετήσω και να μελετήσω»

Αυτό ακριβώς δεν έκανε ο Λένιν έπειτα από τον όλεθρο του 1914 ;

Αποτραβήχτηκε σ’ ένα μοναχικό μέρος στην Ελβετία, όπου «μελέτησε, μελέτησε και μελέτησε», εντρυφώντας στη λογική του Χέγκελ. Και αυτό ακριβώς πρέπει να κάνουμε κι εμείς σήμερα, όταν τα μέσα ενημέρωσης μας βομβαρδίζουν με εικόνες βίας. Πρέπει να «μελετήσουμε, να μελετήσουμε και να μελετήσουμε» τι προκαλεί αυτή τη βία.

[Προδημοσίευση στο Κοντέινερ της Ελευθεροτυπίας, 7/12/09 από το βιβλίο του S. Zizek, Violence που πρόκειται να κυκλοφορήσει το πρώτο δίμηνο του 2010]